Legislator Case Law & Legislation
527/2015 AI generated

527/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 527/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2003 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσειόντων και την από 26/3/2003 αγωγή απάντων των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4476/2005 μη οριστική και 7084/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1514/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2013 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

527/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να έχει προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του (ΑΠ 1283/2013).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 527 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 527/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΣΤΩΡ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Σ. του Ν., 3) Κ. συζύγου Π. Σ., 4) Ν. Σ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", 2) Γ. Λ. του Ε., 3) Π. Κ. του Γ., κατοίκων …, υπό την ιδιότητά τους ως Διευθυντών της Περιφερειακής Υπηρεσίας Επιχειρηματικής Πίστης Πατησίων της πρώτης αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπόμπο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2003 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσειόντων και την από 26/3/2003 αγωγή απάντων των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4476/2005 μη οριστική και 7084/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1514/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1514/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 18-4-2011 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 7084/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχαν απορριφθεί οι από 18-3-2003 και 26-3-2003 αγωγές τους.

Κατά το άρθρο 562 § 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας 2) για σφάλμα που προκύπτει από ίδια την απόφαση και 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να έχει προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του (ΑΠ 1283/2013).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 και 14 πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να κρίνει παραδεκτό τον προβληθέντα για πρώτη φορά μετά τη διενέργεια της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι "...

το προτεινόμενο με την υπ' αριθμ. πρωτ. 471/10-5-1999 επιστολή της ΠΥΕΘ Αττικής της Τράπεζας προς την πιστούχο επιτόκιο χρηματοδότησης προϋπέθετε την κάλυψη του χρεωστικού υπολοίπου με αξιόγραφα και του ανωτέρω δανείου σε δολάρια ΗΠΑ και τα προς απόδειξη τούτου προσκομισθέντα μόλις το πρώτον κατά την επαναληφθείσα συζήτηση έπρεπε να απορριφθούν ως απαράδεκτα, αφού όχι μόνο δεν ενέπιπταν στην εφαρμογή του άρθρου 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ., αφού ούτε ο ισχυρισμός αυτός υπήρξε όψιμος, ούτε τα σχετικά μ' αυτόν αποδεικτικό, στοιχεία ανευρέθησαν μετά την αρχική συζήτηση της υποθέσεως, πέραν δε τούτων όχι μόνο το εν λόγω επιτόκιο συνδεόταν με τις επίδικες χρηματοδοτήσεις, στις οποίες και μόνο αναφερόταν η ανάγκη καλύψεως με αξιόγραφα μέρους τους, δεν είχε δε καμία σχέση με το δάνειο σε συνάλλαγμα ΗΠΑ ...", υπέπεσε στις από την παραπάνω διάταξη πλημμέλειες.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν ότι ο σχετικός ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρουν το χρόνο και τρόπο πρότασής τους, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Κατά το άρθρ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Περαιτέρω, Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1) Ανθρώπινη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4) επέλευση ζημιάς και 5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.

Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) Να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον. 4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημιάς.

Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, από τα άρθρα 118 αριθ. 4, 559 αριθ. 1 και 566 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί της από το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει σ' αυτόν να καθορίζεται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη (όπως ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου) του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (Ολομ ΑΠ 18/2005).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με τη επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", αφενός, ως πιστώτριας, και της ενάγουσας στην κρινόμενη υπό στοιχ. α' αγωγή - πρώτης ενάγουσας στην κρινόμενη υπό στοιχ.

β' αγωγή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΣΤΩΡ Α.Β.Ε.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο ενάγοντα στην κρινόμενη υπό στοιχ. β' αγωγή Π. Σ. του Ν., αφετέρου, ως πιστούχου, καταρτίσθηκε στη ... η υπ' αριθ. .../31- 7-1997 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, την τήρηση των όρων της οποίας εκ μέρους της πιστούχου εγγυήθηκαν προς την πιστοδότρια τράπεζα οι δεύτερος και τέταρτος των εναγομένων ως εις ολόκληρον συνοφειλέτες με την πρωτοφειλέτιδα.

Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εν λόγω σύμβασης στη θέση της πιστώτριας τράπεζας υπεισήλθε η πρώτη εναγόμενη σε αμφότερες τις κρινόμενες αγωγές ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", ως οιονεί καθολική διάδοχος της δια συγχωνεύσεως απορροφηθείσας απ' αυτήν πιστώτριας τράπεζας, που έλαβε χώρα την 8-10-1999, οπότε καταχωρήθηκε στο υπ' αριθ. 8065/8-10-1999 Φ.Ε.Κ., τεύχος α.ε.

και ε.π.ε., η υπ' αριθ. Κ2/11208/4-10-1999 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης περί έγκρισης της συγχώνευσης αυτής, κι έτσι η πρώτη εναγόμενη υποκατέστησε την απορροφούμενη πιστώτρια τράπεζα στο σύνολο των απορρεόντων από την επίδικη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της απορροφουμένης. Η πίστωση που χορηγήθηκε στην ανωτέρω πιστούχο α.ε., συνομολογήθηκε μέχρι του ποσού των 300.000.000 δραχμών, και ακολούθως με την υπ' αριθ. .../1/13-12-1998 πρόσθετη πράξη το όριο πίστωσης αυξήθηκε μέχρι του ποσού των 600.000.000 δραχμών, οι κυριότεροι δε όροι που διείπαν τη λειτουργία της εν λόγω σύμβασης ήταν οι ακόλουθοι: "2.

Η τράπεζα δικαιούται να εισπράττει τόκο και προμήθεια. Ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και βάσει των ευχερειών που παρέχουν στην τράπεζα οι γενικές ή ειδικές πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας ή οποιουδήποτε άλλου αρμόδιου οργάνου, η τράπεζα θα καθορίζει το ποσοστό του τόκου και της προμήθειάς της, την οποία θα δικαιούται να εισπράττει κατά λογαριασμό και θα ανακοινώνει αυτό στον πιστούχο και τον τυχόν εγγυητή του με επιστολή.

Ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικά η δε προμήθεια κατά μήνα αδιαίρετα επί του ανωτάτου χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης, το οποίο εμφανίζεται μέσα σε κάθε μήνα. Τόκος και προμήθεια λογίζονται και είναι πληρωτέοι την 31 Μαρτίου, 30 Ιουνίου, 30 Σεπτεμβρίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Εάν δεν πληρωθούν κατά τις ημέρες αυτές (οπότε και κλείνεται περιοδικά ο λογαριασμός, δηλαδή ανά τρίμηνο, σύμφωνα με το άρθρο 112 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα), φέρονται σε χρέωση του λογαριασμού της πίστωσης χωρίς ειδοποίηση προς τον πιστούχο", "4.

Για την πίστωση τηρούνται στην τράπεζα ένας ή περισσότεροι λογαριασμοί. Η τράπεζα δικαιούται να διαχωρίζει οποτεδήποτε μονομερώς τον ή τους λογαριασμούς αυτούς σε περισσότερους ή να συνενώνει περισσότερους σε έναν σύμφωνα με την ισχύουσα κάθε φορά στην τράπεζα λογιστική τάξη", "5. α) Ο πιστούχος, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στον όρο 7, υποχρεούται να καταθέτει σε πίστωση του ή των λογαριασμών της πίστωσης τα ποσά που αναλαμβάνει από την πίστωση, μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται κάθε φορά από την τράπεζα στα πλαίσια των οικείων γενικών ή ειδικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδας ή οποιουδήποτε άλλου αρμόδιου οργάνου της.

β) Εάν η κατάθεση δεν γίνει μέσα στις προθεσμίες αυτές, ο πιστούχος καθίσταται υπερήμερος και η τράπεζα δικαιούται χωρίς ειδοποίηση προς τον πιστούχο είτε να μεταφέρει το ποσό που δεν κατατέθηκε εμπρόθεσμα σε χωριστό απλό λογαριασμό, οπότε οφείλεται επί του μεταφερόμενου κατά τον τρόπο αυτό ποσού ο εκάστοτε τραπεζικός τόκος υπερημερίας είτε να περιορίζει την πίστωση και να κλείνει οριστικά τον ανοικτό λογαριασμό κατά τμήμα ίσο με το ποσό που δεν κατατέθηκε εμπρόθεσμα, με τις συνέπειες του όρου 8.

Στην τελευταία περίπτωση ο πιστούχος έχει δικαίωμα να κάνει περαιτέρω χρήση της πίστωσης για το τμήμα που δεν έχει κλείσει", "7. α) Η τράπεζα δικαιούται να αναστέλλει τη χρήση της πίστωσης ή και να περιορίζει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο την πίστωση ακόμα και πριν από οποιαδήποτε χρήση της χωρίς ειδοποίηση προς τον πιστούχο.

β) Σε περίπτωση κατά την οποία το κατάλοιπο του λογαριασμού υπερβεί το συμφωνημένο όριο της πίστωσης ο πιστούχος υποχρεούται να καταθέσει αμέσως σε πίστωση του ή των λογαριασμών της πίστωσης το υπερβάλλον, διαφορετικά η τράπεζα δικαιούται κατά την κρίση της να κλείσει οριστικά την πίστωση, γ) Η τράπεζα δικαιούται και χωρίς οποιαδήποτε υπέρβαση του συμφωνημένου ορίου της πίστωσης να κλείσει οριστικά κατά την κρίση της για οποιοδήποτε λόγο και οποτεδήποτε την πίστωση ακόμα και πριν από οποιαδήποτε χρήση της, χωρίς ειδοποίηση προς τον πιστούχο", "8.

Σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πίστωσης τo κατάλοιπο της καθίσταται αμέσως απαιτητό και ο πιστούχος περιέρχεται αυτοδικαίως και χωρίς ειδοποίηση σε υπερημερία, οφείλει δε επί του καταλοίπου τον ισχύοντα κάθε φορά τραπεζικό τόκο υπερημερίας ...", "9. Απόσπασμα από τα βιβλία της τράπεζας, το οποίο έχει εξαχθεί από αυτήν και εμφανίζει την κίνηση του ή των οικείων λογαριασμών της πίστωσης από την τελευταία αναγνώριση του πιστούχου, αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας κατά του πιστούχου, η οποία τυχόν προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης.

Ο πιστούχος ουδόλως δικαιούται να αμφισβητήσει την απαίτηση αυτή. Ο πιστούχος θεωρείται ότι αναγνώρισε την ακρίβεια του ή των λογαριασμών της πίστωσης εάν μέσα σε ένα μήνα από το περιοδικό κατά τρίμηνο κλείσιμο του ή των λογαριασμών δεν διετύπωσε εγγράφως κάποια σχετική παρατήρηση", "13. α) Η τράπεζα δικαιούται να αξιώνει από τον πιστούχο να παραδίδει σ' αυτήν τίτλους εις διαταγήν, υπογραφής πελατείας του, ίσης τουλάχιστον αξίας με το ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται κάθε φορά, με σκοπό, όταν αυτοί εισπράττονται να φέρονται σε πίστωση του ή των λογαριασμών της ...".

Με την από 13-12-1998 τροποποιητική, της αρχικής σύμβασης, συμφωνία η πιστώτρια τράπεζα, αφενός, και η πιστούχος και οι εγγυηθέντες υπέρ αυτής, αφετέρου, προέβησαν: α) στη συμπλήρωση της παραγράφου 2 εδ. 2 της αρχικής σύμβασης, προσθέτοντας τον όρο ότι: "Σε περίπτωση μη εμπροθέσμου καταβολής του συνόλου ή μέρους των τόκων ή της προμήθειας, το ποσό των τόκων και της προμήθειας θα ανατοκίζεται με επιτόκιο το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, σύμφωνα με την παρ. 8, όπως τροποποιείται με την παρούσα σύμβαση, χωρίς να απαιτείται καμία όχληση", β) στην τροποποίηση της παραγράφου 5 εδ.

β' της αρχικής σύμβασης ως εξής: "Εις περίπτωσιν μη εμπροθέσμου τοιαύτης καταθέσεως ο πιστούχος καθίσταται υπερήμερος και η τράπεζα δικαιούται, άνευ ειδοποιήσεως τίνος του πιστούχου είτε να μεταφέρει το μη κατά τα άνω κατατεθέν ποσόν εις χωριστόν απλούν λογαριασμόν, οπότε οφείλεται επί του ούτω μεταφερομένου ποσού το υπό της παραγρ. 8 της αρχικής συμβάσεως, όπως αυτή τροποποιείται με την παρούσα συμφωνία, προβλεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας είτε να περιορίζει την πίστωσιν και να κλείει οριστικώς τον ανοικτόν λογαριασμόν κατά τμήμα ίσον προς το μη κατατεθέν ποσόν υπό τας κατωτέρω υπό 8 συνεπείας.

Εις την τελευταίαν περίπτωσιν ο πιστούχος δικαιούται εις περαιτέρω χρήσιν της πιστώσεως εντός του πλαισίου του μη κεκλεισμένου τμήματος αυτής", γ) στην τροποποίηση της παραγράφου 8 της αρχικής σύμβασης ως εξής: "Εις περίπτωσιν οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως ή τμήματος αυτής το κατάλοιπον ταύτης καθίσταται πάραυτα απαιτητόν και ο πιστούχος περιέρχεται αυτοδικαίως και άνευ ειδοποιήσεως τινός εις υπερημερίαν, οφείλων επί του καταλοίπου επιτόκιον υπερημερίας.

Το επιτόκιο υπερημερίας ορίζεται σε δυόμιση (2,5) ποσοστιαίες μονάδες άνω του εκάστοτε συνολικού, ενήμερου επιτοκίου που συνολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δυνάμει της υπ' αριθ. ... αρχικής συμβάσεως πιστώσεως, των υπ' αριθ. ... αυξητικών αυτής, σε συνδυασμό με την από 13-12-98 τροποποιητική σύμβαση (πρόσθετη πράξη).

Οι τόκοι του χρεωστικού καταλοίπου της κεκλεισμένης πιστώσεως θα ανατοκίζονται με επιτόκιον υπερημερίας άνευ ειδοποιήσεως τινός του πιστούχου ανά τρίμηνον σύμφωνα με την υπ' αριθ. 289/3/30-10-1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής", δ) στη συμπλήρωση της παραγράφου 13 εδ. β' της αρχικής σύμβασης, με την προσθήκη του όρου ότι: "Σε περίπτωση που οι τίτλοι σε διαταγή δεν εισπραχθούν, ο πιστούχος από το χρόνο αγοράς των επιταγών ή της λήξεως των συναλλαγματικών καθίσταται χωρίς άλλη προειδοποίηση υπερήμερος και η τράπεζα δικαιούται, εκτός των άλλων συνεπειών, να απαιτήσει από την πρώτη ημέρα καθυστερήσεως τόκους υπερημερίας με επιτόκιο που προβλέπεται στην παράγρ. 8 της αρχικής συμβάσεως, όπως αυτή τροποποιείται με την παρούσα".

Τέλος, με την υπ' αριθ. .../Ε/29-3-1999 σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της πιστώτριας τράπεζας και της τρίτης ενάγουσας στην κρινόμενη υπό στοιχ. β' αγωγή, η τελευταία εγγυήθηκε προς την πιστοδότρια τράπεζα την τήρηση των όρων της επίμαχης σύμβασης παροχής πίστωσης εκ μέρους της πιστούχου εταιρίας, ως εις ολόκληρον συνοφειλέτης με την πρωτοφειλέτιδα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την εξυπηρέτηση των σχετικών δοσοληψιών αναφορικά με την επίδικη σύμβαση παροχής πίστωσης τηρήθηκαν οι υπ' αριθ. ..., ... και ... λογαριασμοί, στους οποίους καταχωρούνταν όλες οι χρεοπιστώσεις και έτσι απεικονιζόταν η ημερήσια κίνηση των λογαριασμών με αναλήψεις και καταθέσεις χρημάτων, καταχωρήσεις επιταγών και είσπραξη αυτών άλλως αντιλογισμός στην περίπτωση που η σχετική πιστωτική εγγραφή δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, δηλαδή στην περίπτωση που δεν πραγματοποιούνταν τελικά η είσπραξη της απαίτησης από τον πιστωτικό τίτλο, εισπράξεις εμβασμάτων, έκδοση εγγυητικών επιστολών κλπ.

Στο τέλος κάθε τριμήνου υπολογίζονταν οι τόκοι που αναλογούσαν στο χρεωστικό εις βάρος της πιστούχου προσωρινό κατάλοιπο, οι οποίοι ενσωματώνονταν σ' αυτό και ακολούθως, σ' εκτέλεση του προαναφερθέντος συμβατικού όρου, ανατοκίζονταν ανά τρίμηνο. Το επιτόκιο υπολογισμού από την πιστώτρια τράπεζα των χρεωθέντων τόκων του υπολοίπου των επίμαχων λογαριασμών, πλέον του αναλογούντος Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ), ανερχόταν, κατά την έναρξη λειτουργίας της υπόψη σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, σε ποσοστό 16,70%, αναλυόμενο ως εξής:

Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων (BEX) 14% + προμήθεια πιστώτριας τράπεζας 1,50% + εισφορά του ν. 128/1975 1,20%. Ακολούθως, η πιστώτρια τράπεζα ενεργοποιώντας τον προαναφερθέντα όρο 2 της υπόψη σύμβασης, που της επεφύλασσε το δικαίωμα αναπροσαρμογής μονομερώς των επιτοκίων χορηγήσεων καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, αύξησε το επιτόκιο χορήγησης κατά 3,25% από τις 14-11-1997, απέστειλε δε την υπ' αριθ. 120/10-11-1997 εγκύκλιο της σε όλα τα καταστήματα και θυρίδες της παραγγέλλοντας την σχετική ενημέρωση των πελατών της με επιστολές.

Έτσι, διαμορφώθηκε το συνολικό ποσοστό του επιτοκίου σε 19,95%, πλέον του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ), αναλυόμενο ως εξής: Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων (BEX) 17,25% + προμήθεια πιστώτριας τράπεζας 1,50% + εισφορά του ν. 128/1975 1,20%. Η πιστούχος ενημερώθηκε για την αναπροσαρμογή αυτή στις 14-11-1997 όταν επιστολή της τράπεζας, όπου αναγραφόταν το νέο επιτόκιο χορηγήσεων σε ποσοστό 18,75%, χωρίς δηλαδή να υπολογισθεί η εισφορά του ν. 128/1975 και ο ΕΦΤΕ, παραδόθηκε στις εγκαταστάσεις της πιστούχου και στα χέρια της υπαλλήλου της τελευταίας κ.

Β.. Η ενημέρωση της πιστούχου για την ανωτέρω διαμόρφωση του επιτοκίου υπολογισμού τόκων ολοκληρώθηκε με την παράδοση της εν λόγω επιστολής στην υπάλληλο της πιστούχου, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες, καθόσον, η άνω υπάλληλος παρέλαβε την υπόψη επιστολή, προφανώς εκτελώντας τα καθήκοντα που η ίδια η πιστούχος - εργοδότιδα της ανέθεσε, η τυχόν υπέρβαση εξάλλου των καθηκόντων αυτών ή η φερόμενη παράλειψη περαιτέρω διαβίβασης της επιστολής στη διεύθυνση της πιστούχου δεν μπορεί να χρεωθεί στους καλόπιστους τρίτους που συναλλάσσονται με τους ενάγοντες, τουναντίον θα καταλογισθεί στους τελευταίους οι οποίοι ευθύνονται για το φαινόμενο ότι η προαναφερθείσα υπάλληλος τους ήταν αρμόδια για την παραλαβή και της επίδικης επιστολής.

Εφόσον λοιπόν συντελέσθηκε η ενημέρωση, όχι μόνον της πιστούχου, αλλά και των υπέρ αυτής εγγυητών, οι οποίοι ετύγχαναν όργανα της διοίκησης της, οπότε δεν απαιτούνταν ιδιαίτερη ενημερωτική επιστολή, ως κατά τεκμήριο παρακολουθούντα τα της οικονομικής πορείας του νομικού προσώπου, όχι απλώς με την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, όπως η θεωρία της εκδήλωσης απαιτεί, αλλά και με τη γνώση του περιεχομένου της επιστολής εκ μέρους των εναγόντων, προς τους οποίους απευθύνεται, όπως η θεωρία της γνώσης προβλέπει, η μονομερής δήλωση της πιστώτριας τράπεζας παρήγαγε τα αποτελέσματά της.

Πέραν όλων των παραπάνω το ότι εξασφαλίσθηκε η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους των εναγόντων και ακολούθως κατέστησαν αυτοί κάτοχοι της γνώσης για την προαναφερθείσα αναπροσαρμογή προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες καρτέλλες κίνησης των άνω τριών λογαριασμών, ορισμένες από τις οποίες υπογράφονται από τους νομίμους εκπροσώπους της πιστούχου αλλά και από υπαλλήλους αυτής, στο επάνω αριστερό τμήμα των οποίων αναγράφεται αριθμητικά ως ποσοστό επιτοκίου χρέωσης 19,95% για το μέχρι την 31-8-1998 χρονικό διάστημα.

Την αναπροσαρμογή, εξάλλου, και διαμόρφωση του επιτοκίου χρέωσης σε ποσοστό 20,95%, δεν γνωστοποίησε η πιστώτρια τράπεζα μ' επίδοση επιστολής προς την πιστούχο, ωστόσο, γνώση αλλά και αποδοχή της τελευταίας για το εν λόγω στοιχείο προκύπτει τόσον από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες καρτέλλες κίνησης των αυτών ως άνω τριών λογαριασμών, ορισμένες από τις οποίες υπογράφονται από τους νομίμους εκπροσώπους της πιστούχου αλλά και από υπαλλήλους αυτής (βλ.

αναφορικά με τους υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμούς τις καρτέλλες μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου έτους 1998, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου έτους 1999, και αναφορικά με τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό τις καρτέλλες μηνών Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου έτους 1998 και Ιανουαρίου έτους 1999), στο επάνω αριστερό τμήμα των οποίων αναγράφεται αριθμητικά ως ποσοστό επιτοκίου χρέωσης 20,95% για το χρονικό διάστημα από το μήνα Σεπτέμβριο έτους 1998 έως το μήνα Ιανουάριο έτους 1999 αναφορικά με τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό, από το μήνα Σεπτέμβριο έτους 1998 έως το μήνα Φεβρουάριο έτους 1999 αναφορικά με τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό από το Σεπτέμβριο έτους 1998 έως το μήνα Φεβρουάριο έτους 1999 αναφορικά με τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, αλλά και από τις υπό ημεροχρονολογία 1-4-1999, 1-7-1999 και 1-10-1999 επιστολές της πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, με τις οποίες αναγνώρισε η πιστούχος το χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυψε από την κίνηση χρέωσης και πίστωσης στους επίδικους τρεις λογαριασμούς κατά τη λήξη του τριμήνου 1-1-1999 έως 31-3-1999, του τριμήνου 1-4-1999 έως 30-6-1999 και του τριμήνου 1-7-1999 έως 30-9-1999, αντιστοίχως, και δήλωσε ότι συμφωνεί απολύτως.

Συνεπώς, ενόψει του ότι αφενός μεν στις ανωτέρω επιστολές αναγραφόταν το ποσό των τόκων, το ποσό του ΕΦΤΕ, το σύνολο των χρεωθέντων τόκων και ΕΦΤΕ και το σύνολο του χρεωστικού εις βάρος της πιστούχου υπολοίπου του τριμήνου που έκλεισε, αφετέρου δε η γνώση των εναγόντων, όπως οι ίδιοι επικαλούνται στην κρινόμενη υπό στοιχ.

β' αγωγή, και όχι απλώς η έγερση υπόνοιας, ότι η πιστώτρια τράπεζα χρέωνε τους ανωτέρω τρεις λογαριασμούς με επιτόκιο πλέον του επικαλούμενου ως συμφωνηθέντος, επήλθε κατά το μήνα Φεβρουάριο έτους 1999, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση, με βάση τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προβεί η πιστούχος στην ανωτέρω αναγνώριση πριν προχωρήσει σε ενδελεχή έλεγχο των λογαριασμών.

Πέραν όμως της παραπάνω ρητής αναγνώρισης, δυνάμει των ανωτέρω επιστολών, του καταλοίπου των υπόψη τριών λογαριασμών, κατά το περιοδικό τους ανά τρίμηνο κλείσιμο, σύμφωνα με τον όρο 2 παρ. 2 της επίδικης σύμβασης παροχής πίστωσης, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, οι ενάγοντες πλασματικά αναγνώρισαν την ακρίβεια και το κατάλοιπο που προέκυπτε από το περιοδικό κλείσιμο των ως άνω λογαριασμών, αφού δεν αντέλεξαν κατά του γνωστοποιηθέντος σ' αυτούς καταλοίπου εντός μηνός αλλά παρήλθε άπρακτη η εύλογη προθεσμία που έθεσε η πιστώτρια τράπεζα στην πιστούχο, μ' ενεργοποίηση του όρου 9 παρ. 3 της επίδικης σύμβασης, ο οποίος είναι έγκυρος αφού αντιμετωπίζεται ως συμφωνία, η οποία προσδίδει στη σιωπή του πελάτη της τράπεζας το νόημα αποδοχής της πρότασης που προέρχεται από την τράπεζα προς κατάρτιση σύμβασης αναγνώρισης του καταλοίπου ... .

Από τις παραπάνω διαδοχικές ρητές και πλασματικές αναγνωρίσεις εκ μέρους της πιστούχου της ακρίβειας των τηρηθέντων σ' εξυπηρέτηση της επίδικης σύμβασης παροχής πίστωσης τριών λογαριασμών, οι οποίες δεσμεύουν, κατά τον όρο 15 παρ. 4 εδ. τελευταίο αυτής, και τους εγγυηθέντες υπέρ της πιστούχου λοιπούς ενάγοντες, το δικαστήριο μετά από αξιολόγηση και των παρακάτω εγγράφων:

α) του υπ' αριθ. πρωτ. 14571/14-8-1998 εγκριτικού σημειώματος της Διεύθυνσης Χορηγήσεων της πιστώτριας τράπεζας προς το κατάστημα αυτής στη ... απευθυνόμενου, περί έγκρισης του αιτήματος του καταστήματος για ανανέωση του εγκεκριμένου παγίου ορίου πιστοδότησης της πιστούχου εταιρίας με επιτόκιο χρηματοδότησης 16,50%, πλέον των υποχρεωτικών εισφορών, υπό τους ακόλουθους όρους και εξασφαλίσεις, πέραν των προσωπικών εγγυήσεων των δευτέρου και τετάρτου των εναγομένων: "για κινδύνους εκ χρημ/σεων για κεφάλαιο κινήσεως θα λαμβάνονται αξιόγραφα πελατείας σε ποσοστό 100% νομοτύπως ενεχυρασμένα, ελεγμένης φερεγγυότητας και ευρείας διασποράς (15% ανώτατο ποσοστό κατ' επωνυμία) και σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 των ειδικών οδηγιών της υπ' αριθ. 1/19-1-1996 εγκυκλίου διοικήσεως, αποκλειομένων αυτών εκ συγγενών επιχειρήσεων και διάρκειας 6 μηνών", β) του υπ' αριθ.

πρωτ. 654/6-11-1998 εγγράφου του καταστήματος της πιστώτριας τράπεζας στη ... απευθυνόμενου προς την πιστούχο εταιρία, όπου γνωστοποιούνται οι όροι που θα διέπουν τις συναλλαγές τους στα πλαίσια της συνέχισης της συνεργασίας τους, με επιτόκιο χρηματοδοτήσεων 16,50%, πλέον υποχρεωτικών εισφορών, υπό τους εξασφαλιστικούς όρους, πέραν των προσωπικών εγγυήσεων των δευτέρου και τετάρτου των εναγομένων ότι "θα λαμβάνονται αξιόγραφα πελατείας σε ποσοστό 100% νομότυπα ενεχυρασμένα (15% ανώτατο ποσοστό κατ' επωνυμία) και διάρκειας 6 μηνών", με την επιφύλαξη του δικαιώματος της τράπεζας να μεταβάλλει τους πιο πάνω όρους συνεργασίας οποτεδήποτε το κρίνει σκόπιμο ή οι συνθήκες της αγοράς το επιβάλλουν, γ) του υπ' αριθ.

πρωτ. 471/10-5-1999 εγγράφου της Περιφερειακής Υπηρεσίας Επιχειρηματικής Πίστης Αττικής της πιστώτριας τράπεζας απευθυνόμενου προς την πιστούχο με θέμα '"πιστοδοτικά όρια", όπου γνωστοποιείται από την άνω υπηρεσία ότι τα πιστοδοτικά όρια που εγκρίθηκαν για λογαριασμό της πιστούχου από τα αρμόδια όργανα της πιστώτριας, διαμορφώνονται ως εξής:

επιτόκιο χρηματοδότησης 12,75% + προσαύξηση 1,50%, πλέον των υποχρεωτικών εισφορών, υπό τους ακόλουθους όρους και εξασφαλίσεις: "για το σύνολο των κινδύνων θα λαμβάνονται οι προσωπικές εγγυήσεις των κ.κ. Π. και Κ. Σ., επιπλέον είτε α) θα γίνει εκχώρηση στην τράπεζα των μισθωμάτων του κατ/τος της τραπέζης Ν. Ιωνίας, σημερινού μηνιαίου τιμήματος δρχ. 2,4 εκ., β) για κινδύνους άνω του ποσού των δρχ. 200,0 εκ.

θα λαμβάνονται αξιόγραφα πελατείας σε ποσοστό 100% νομοτύπως ενεχυρασμένα, ηλεγμένης φερεγγυότητας και ευρείας διασποράς (15% ανώτατο ποσοστό κατ' επωνυμία) αποκλειομένων αυτών εκ συγγενών επιχειρήσεων και διάρκειας μέχρι 6 μηνών, είτε για κινδύνους άνω του ποσού των δρχ. 150,0 εκ. θα λαμβάνονται αξιόγραφα πελατείας σε ποσοστό 100% νομοτύπως ενεχυρασμένα ηλεγμένης φερεγγυότητας και ευρείας διασποράς (15% ανώτατο ποσοστό κατ' επωνυμία), αποκλειομένων αυτών εκ συγγενών επιχειρήσεων και διάρκειας μέχρι 6 μηνών.

Παρέχεται η ευχέρεια όπως αξιόγραφα σε ασφάλεια Ε/Ε και μέχρι ποσού δρχ. 50,0 εκ. προσκομίζονται εντός 2 μηνών από την ανάληψη των κινδύνων και είναι λήξεως προγενεστέρας της λήξεως των κινδύνων που ασφαλίζουν", καταλήγει στο πόρισμα ότι τα υπό διαπραγμάτευση και τεθέντα υπό αυστηρούς όρους εξασφάλισης της πιστώτριας τράπεζας αναγραφόμενα ποσοστά επιτοκίου ύψους 16,50% και 14,25%, πλέον των υποχρεωτικών εισφορών, δεν συμφωνήθηκαν τελικά.

Ενισχύεται, εξάλλου, η κρίση αυτή του δικαστηρίου και από το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν προσέβαλαν τις προαναφερθείσες αναγνωρίσεις της πιστούχου, οι οποίες φέρουν, για το περιοδικό κλείσιμο των επίμαχων λογαριασμών κατά τα τρίμηνα 1-1-1999 έως 31-3-1999, 1-4-1999 έως 30-6-1999 και 1-7-1999 έως 30-9-1999, το χαρακτήρα αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα το χαρακτήρα πλασματικής αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, αναγνώρισης δηλαδή της ακρίβειας και ορθότητας τήρησης των επίδικων λογαριασμών και αποδοχής των υπολοίπων τους, και μόνο κατά το μήνα Ιανουάριο έτους 2000 άρχισαν να διαμαρτύρονται εγγράφως αμφισβητώντας και τη μέχρι της τελευταίας ρητής αναγνώρισης (1-10-1999) ορθή λειτουργία των άνω λογαριασμών.

Εξάλλου, για το μετά την τελευταία αναγνώριση χρονικό διάστημα θα πρέπει περιορισθεί η έρευνα της αποδεικτικής δύναμης των αποσπασμάτων των βιβλίων της πιστώτριας τράπεζας που εξήχθησαν από αυτήν και εμφανίζουν την κίνηση των λογαριασμών της πίστωσης, για την οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων δικονομική σύμβαση, με βάση την οποία τα αποσπάσματα αυτά, που διαφορετικά δεν θα είχαν τέτοια αποδεικτική δύναμη, αποτελούν prima facie αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), (βλ.

παραπάνω όρο 9 παρ. 1 και 2). Η ρήτρα αυτή είναι έγκυρη κατά το πρώτο σκέλος της, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη, ο επιπρόσθετος όμως όρος ότι ο πιστούχος ουδόλως δικαιούται ν' αμφισβητήσει την απαίτηση αυτή είναι άκυρος, κατά το άρθρο 372 του Α.Κ., διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βούλησης της πιστούχου και συνεπώς προσκρούει στη δημόσια τάξη ...

Επομένως, οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα, για το μετά την 1-10-1999 χρονικό διάστημα, ν' αμφισβητήσουν τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα που εξέδωσε η πιστώτρια τράπεζα, φέροντας το βάρος απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών τους, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και στην περίπτωση ανταπόκρισής τους στην αλήθεια θα οδηγήσουν σε αλλοίωση του καταλοίπου των λογαριασμών.

Στο βάρος αυτό δεν ανταποκρίθηκαν οι ενάγοντες, τουναντίον προέκυψε ότι η απόπειρα, με αποστολή επιστολών εκατέρωθεν, όπως προεκτέθηκε, κατάληξης σε λύση συμφέρουσα για τα διάδικα μέρη σχετικά με το ύψος του ποσοστού επιτοκίου στην επίδικη σύμβαση δεν απέδωσε, για το λόγο αυτό και το ποσοστό επιτοκίου υπολογισμού από την πιστώτρια τράπεζα των χρεωθέντων τόκων του υπολοίπου των επίμαχων λογαριασμών, πλέον του αναλογούντος Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ), ανερχόταν, εν γνώσει και αποδοχή της πιστούχου:

σε ποσοστό 19,95% για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-3-1998, σε ποσοστό 19,95% για το χρονικό διάστημα από 1-4-1998 έως 30-6-1998, σε ποσοστό 19,95% για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 31-8-1998, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-9-1998 έως 31-12-1998, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-3-1999, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-4-1999 έως 30-6-1999, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-7-1999 έως 30-9-1999, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-10-1999 έως 24-10-1999.

Όταν υπεισήλθε στην επίδικη σύμβαση παροχής πίστωσης η πρώτη εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, ως οιονεί καθολική διάδοχος της πιστώτριας τράπεζας, το ποσοστό του άνω επιτοκίου ορίσθηκε, πλέον του ΕΦΤΕ, σε 15,45% για το χρονικό διάστημα από 25-10-1999 έως 6-8-2002, οπότε η εναγόμενη τράπεζα έκλεισε τον οικείο λογαριασμό με οριστικό χρεωστικό εις βάρος της πιστούχου κατάλοιπο ύψους 182.894,55 ευρώ, που μεταφέρθηκε σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, κλήθηκαν δε οι ενάγοντες στην κρινόμενη υπό στοιχ.

β' αγωγή να καταβάλουν στην πρώτη εναγομένη με σχετική επιστολή που τους επιδόθηκε στις 8-8-2002. Οι ενάγοντες με την από 28-8- 2002 εξώδικη δήλωσή τους επεσήμαναν στην πιστώτρια τράπεζα ότι δεν αναγνωρίζουν το παραπάνω οριστικό χρεωστικό εις βάρος τους κατάλοιπο, επικαλούμενοι τον υπολογισμό σ' αυτό παρανόμως τόκων, ύψους 24.383.780 δραχμών, δήλωσαν όμως ότι θα εξοφλούσαν ολοσχερώς το εν λόγω ποσό, προκειμένου να άρουν τις συνέπειες της υπερημερίας, επιφυλασσόμενοι για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους.

Οι προσπάθειες των διαδίκων καθόλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της επίδικης σύμβασης ανεύρεσης κοινής θέσης για τη συνέχιση της συνεργασίας της πιστώτριας τράπεζας με την πιστούχο α.ε., στα πλαίσια των οποίων συντάχθηκε και σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, όπου αναγράφηκε η αμφισβήτηση της πιστούχου για τη νομιμότητα χρέωσης διαφόρων ποσών τόκων και η πρόθεση της πιστώτριας επιστροφής του ποσού των 17.750.000 δρχ. (52.090,98 ευρώ), εφόσον η πιστούχος δηλώσει ρητά ότι δεν διατηρεί ούτε θα προβάλλει άλλη αξίωση κατά της πιστώτριας για οποιονδήποτε λόγο και για οποιοδήποτε κονδύλιο αναφορικά με τη λειτουργία της εν λόγω σύμβασης, το οποίο τελικά δεν υπογράφηκε, από τα ενδιαφερόμενα μέρη, διότι η πιστούχος θεωρούσε ασύμφορους τους όρους αυτούς, δεν απέδωσαν.

Η στάση όμως της εναγομένης τράπεζας δεν πρέπει να εκληφθεί ως αποδοχή της παράνομης χρέωσης τόκων, όπως όλως αβασίμως διατείνονται οι ενάγοντες. Τούτο διότι, η πιστώτρια τράπεζα ως χρηματοδοτικός οργανισμός που ασκεί αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχοντας αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου, ενόψει της φύσης της πιστωτικής σχέσης, ως διαρκούς έννομης σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επεχείρησε να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά που ανέκυψε με την έγερση αμφιβολίας από πλευράς της πιστούχου αναφορικά με την ορθότητα τήρησης των επίδικων λογαριασμών, επιδιώκοντας τη συνέχιση της μακρόχρονης συνεργασίας με την πιστούχο, με την οποία μάλιστα συνδεόταν και με μισθωτική σχέση, στα πλαίσια της οποίας η πιστούχος α.ε.

είχε εκμισθώσει προς την πιστώτρια τράπεζα από το έτος 1985 το ισόγειο κατάστημα του ιδιόκτητου εμπορικού της κέντρου "ΙΟΝΙΑ CENTER", στη ..., προκειμένου να στεγασθεί στο μίσθιο ακίνητο το υποκατάστημα της πιστώτριας μισθώτριας τράπεζας. Η διαπιστωθείσα, συνεπώς, από τον ανωτέρω διορισθέντα πραγματογνώμονα διαφορά μεταξύ των συμφωνηθέντων και των φερομένων από τους ενάγοντες ως παρανόμως χρεωθέντων τόκων, ύψους 18.480.598 δρχ., και η διαφορά τόκων επί των ανά τρίμηνο ανατοκιζομένων τόκων του κεφαλαίου, ύψους 10.463.459 δρχ., ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, τα συμφωνηθέντα επιτόκια ήταν αυτά που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης παροχής πίστωσης με διαδοχικές συμβάσεις αφηρημένης αναγνώρισης, και όχι αυτά που αναφέρονται από τους ενάγοντες στην κρινόμενη υπό στοιχ, β' αγωγή και στη σελίδα 15 της άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης και σε ξένο νόμισμα βάσει της ΠΔ/ΤΕ 2325/2-8-1994, αφού το συνολικό ποσό της πίστωσης, σε συνάλλαγμα αναγόμενο σε δραχμές, δεν υπερέβαινε το σε δραχμές προαναφερθέν ποσό των 600.000.000 δρχ.

της πίστωσης. Έτσι, καταρτίσθηκε στην Αθήνα στις 4-2- 1999 μεταξύ της πιστώτριας τράπεζας - πρώτης εναγομένης στην κρινόμενη υπό στοιχ. α' αγωγή και της πιστούχου ενάγουσας εταιρίας στην κρινόμενη υπό στοιχ. α' αγωγή, πρόσθετη σύμβαση, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην τελευταία δάνειο σε συνάλλαγμα ποσού 43.813.704 γιεν Ιαπωνίας (JPY), που αντιστοιχούσε στο ποσό των 110.000.000 δρχ.

με βάση την ισοτιμία της ημέρας εκείνης, ενώ την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής εκ μέρους της δανειολήπτριας εγγυήθηκαν προς τη δανείστρια τράπεζα οι Π. Σ. του Ν. και Ν. Σ. του Π.. Οι όροι που διείπαν τη λειτουργία της εν λόγω σύμβασης ήταν οι παρακάτω: "3. α) Το ποσό τούτο σε ξένο νόμισμα θα εκτοκίζεται με επιτόκιο 4,48%.

Οι τόκοι λογίζονται κατά τρίμηνο και καταβάλλονται κατά το χρόνο λήξεως της εκτοκιστικής περιόδου. Β) Σε περίπτωση προσωρινής καθυστερήσεως το επιτόκιο καθορίζεται σε 2,5% μονάδες πέραν του συμφωνηθέντος συμβατικού επιτοκίου, γ) Σε περίπτωση μεταφοράς του δανείου σε οριστική καθυστέρηση, απαίτησή μας μετατρέπεται σε δραχμές και επιβαρύνεται εφεξής με το τότε ισχύον ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας", "6.

Η παράταση της διάρκειας ή η ανανέωση των επιμέρους χρηματοδοτήσεων είναι δυνατή μετά από έγγραφο αίτημα του πιστούχου προς την τράπεζα υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντίκειται στις ισχύουσες τότε διατάξεις των πιστωτικών κανόνων σχετικά με τη διάρκεια εξόφλησης των χρηματοδοτήσεων. Η παράταση της διάρκειας προϋποθέτει καταβολή από τον πιστούχο των δεδουλευμένων τόκων", "8.

Σε περίπτωση υποβολής αιτήματος του πιστούχου για μερική καταβολή ή εξόφληση του δανείου πριν από τη λήξη του ή για παράταση ή ανανέωση της διάρκειας των επιμέρους χρηματοδοτήσεων ή για μετατροπή του νομίσματος σύμφωνα με τα παραπάνω στους υπ' αριθ. 5, 6 και 7 όρους οριζόμενα αντίστοιχα, η τράπεζα αξιολογεί το αίτημα του πιστούχου και αναλόγως το αποδέχεται ή το απορρίπτει κατά την απόλυτο κρίση της.

Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος η τράπεζα ενημερώνει άμεσα τον πιστούχο χωρίς να απαιτείται συγκεκριμένο αιτιολογικό για την απόφασή της", "12. α) Το ποσό της σημερινής χρηματοδότησης έχει διάρκεια από 4-2-1999 μέχρι 6-5-1999 και έχει τρίμηνο επιτόκιο 4,48%. Ο πιστούχος υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της χρηματοδότησης αυτής κατά τη λήξη της διάρκειας χωρίς άλλη όχληση".

Σ' εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης ανοίχθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός σε συνάλλαγμα για το άνω ποσό και την ίδια ημέρα η πιστούχος κατέβαλε το ποσό των 110.000.000 δρχ. για την αγορά συναλλάγματος και δόθηκε η υπ' αριθ. 1367932 εντολή πληρωμής συναλλάγματος ύψους 43.813.704 JPY. Μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων καταρτίσθηκε την 4-5-1999 πρόσθετη συμφωνία, δυνάμει της οποίας η πιστούχος έλαβε συμπληρωματικό δάνειο σε συνάλλαγμα ποσού 6.280.403 JPY, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 15.882.709 δρχ.

με βάση την ισοτιμία της ημέρας εκείνης, με επιτόκιο 2,45% και διάρκεια από 4-5-1999 έως 6-8-1999, ενώ οι λοιποί όροι που διείπαν τη λειτουργία της ήταν οι προαναφερόμενοι στην προηγούμενη από 4-2-1999 συμφωνία. Σ' εκτέλεση της υπόψη σύμβασης ανοίχθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός σε συνάλλαγμα για το άνω ποσό και την ίδια ημέρα η πιστούχος κατέβαλε το ποσό των 15.882.709 δρχ.

για την αγορά συναλλάγματος, αφού δόθηκε η σχετική εντολή πληρωμής. Ακολούθησε η από 6-5-1999 συμφωνία παράτασης της ανωτέρω από 4-2-1999 δανειακής σύμβασης μέχρι την 6-8-1999, κατόπιν γραπτού αιτήματος της δανειολήπτριας προς τη δανείστρια τράπεζα, όπως ο προαναφερθείς όρος 8 της αρχικής σύμβασης προέβλεπε, με επιτόκιο 2,6% και με την από 6-8-1999 πρόσθετη συμφωνία, κατόπιν γραπτού αιτήματος της πιστούχου ενοποιήθηκαν οι δύο δανειακές συμβάσεις.

Η ενιαία αυτή σύμβαση με συνολικό ποσό δανείσματος 50.094.106,57 JPY συμφωνήθηκε να λειτουργήσει μέχρι την 5-11-1999 με επιτόκιο 2,3131%, η διάρκεια της οποίας παρατάθηκε μέχρι την 6-12-1999 δυνάμει της από 5-11-1999 πρόσθετης συμφωνίας με επιτόκιο 3,12625% και ακολούθως μέχρι την 4-2-2000 δυνάμει της από 6-12-1999 πρόσθετης συμφωνίας με επιτόκιο 2,89%, ενώ οι λοιποί όροι που προβλέπονταν από την αρχική από 4-2-1999 σύμβαση παρέμειναν σε ισχύ.

Η πιστούχος κατά τη διάρκεια λειτουργίας αμφοτέρων των δανειακών συμβάσεων κατέβαλε προς την πιστώτρια τράπεζα τα ακόλουθα ποσά για τόκους μετά των λοιπών προσαυξήσεων: α) για το χρονικό διάστημα από 4-2-1999 έως 6-5-1999 το ποσό των 459.003 JPY, το οποίο μετατράπηκε σε δραχμές, με βάση την ισχύουσα την ημέρα εκείνη ισοτιμία μετατροπής του γιεν σε δραχμές και που αντιστοιχούσε στο ποσό των 1.193.931 δρχ., που εισπράχθηκε από τη δανείστρια τράπεζα στις 28-4-1999 μέσω πίστωσης του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού όψεως της ενάγουσας, β) για το χρονικό διάστημα από 4-5-1999 έως 5-8-1999 το συνολικό ποσό των 927.296 δραχμών, αναλυόμενο ως εξής: ποσό 814.861 δρχ. για το πρώτο από 4-2-1999 δάνειο και ποσό 112.435 δρχ. για το δεύτερο από 4-5-1999 δάνειο, που εισπράχθηκε από τη δανείστρια τράπεζα στις 4-8-1999 μέσω πίστωσης του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού όψεως της ενάγουσας, γ) για το χρονικό διάστημα από 6-8-1999 έως 5-11-1999 το συνολικό ποσό του 1.091.545 δραχμών, αναλυόμενο ως εξής: ποσό 954.698 δρχ. για το πρώτο από 4-2-1999 δάνειο και ποσό 136.847 δρχ. για το δεύτερο από 4-5-1999 δάνειο, που εισπράχθηκε στις 5-11-1999 από την εναγόμενη, η οποία ήδη κατέστη οιονεί καθολική διάδοχος της πιστώτριας τράπεζας, μέσω πίστωσης του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού της ενάγουσας, ο οποίος αντικατέστησε τον παραπάνω υπ' αριθ. ... λογαριασμό όψεως, δ) για το χρονικό διάστημα από 5-11-1999 έως 6-12-1999 το συνολικό ποσό των 599.983 δραχμών, αναλυόμενο ως εξής: ποσό 524.762 δρχ. για το πρώτο από 4-2-1999 δάνειο και ποσό 75.221 δρχ. για το δεύτερο από 4-5-1999 δάνειο, που εισπράχθηκε στις 6-12-1999 από την εναγόμενη μέσω πίστωσης του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού της ενάγουσας. Στο χρονικό διάστημα από 6-12-1999 έως 2-2-2000 και για το συνολικό ποσό του δανείου ύψους 50.094.106,57 JPY, αντιστοιχούσαν τόκοι ποσού 341.475 JPY, το οποίο μαζί με το άνω συνολικό ποσό του δανείου σε συνάλλαγμα, δηλαδή το τελικό ποσό των 50.435.581,57 JPY, στις 2-2-2000 αποφάσισε η εναγόμενη να μετατρέψει σε δραχμές και η αποπληρωμή του συναλλάγματος έγινε στις 4-2-2000, με βάση την ισχύουσα κατά την ημέρα εκείνη ισοτιμία (1 γιεν = 3,1665 δραχμές), δηλαδή έναντι του ποσού των 159.704.268 δρχ.

Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας η άνω μετατροπή έλαβε χώρα χωρίς προηγούμενη έγγραφη ή προφορική εντολή της και με την ενέργεια αυτή αποσκοπούσε η δανείστρια τράπεζα να τη ζημιώσει, λόγω της διένεξής τους αναφορικά με τους χρεωθέντες τόκους της ανωτέρω υπ' αριθ. .../1997 σύμβασης παροχής πίστωσης, αναβιβάζει δε τη ζημία της η ενάγουσα:

α) στο ποσό των 85.046,00 ευρώ που αντιστοιχεί στη διαφορά των χρεωθέντων δραχμικών τόκων σε σχέση με το σύνολο των τόκων σε JPY, πλέον της διαφοράς από τους εκτοκισθέντες τόκους επί των τόκων, διότι τα επιτόκια δανεισμού σε συνάλλαγμα ήταν εκείνη την εποχή πολύ χαμηλότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα σε δραχμές, συνυπολογιζομένων δε και των λοιπών προσαυξήσεων (τιμές spread, εισφορά και ΕΦΤΕ μέχρι την κατάργησή του), διαπίστωσε ο άνω διορισθείς πραγματογνώμονας ότι ανέρχεται στο ποσό των 92.104,16 ευρώ και β) στο ποσό των 44.623,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά που θα ωφελούνταν αν δεν γινόταν η μετατροπή του δανείου σε δραχμικό στις 2-2-2000 αλλά στις 3-1-2002, όταν άρχισε να εξοφλεί το ποσό των πίστωσης και η ισοτιμία του JPY με το ευρώ ήταν: 1 ευρώ = 119,02 JPY, συνυπολογιζομένων δε και των λοιπών προσαυξήσεων (τιμές spread, εισφορές και ΕΦΤΕ μέχρι την κατάργησή του), διαπίστωσε ο άνω διορισθείς πραγματογνώμονας ότι ανέρχεται στο ποσό των 44.623,20 ευρώ.

Ωστόσο, στην ανωτέρω μετατροπή προέβη η εναγόμενη τράπεζα σ' εκτέλεση των όρων της επίδικης δανειακής σύμβασης, που προέβλεπαν ότι για την παράταση της διάρκειας της σύμβασης ή ανανέωση της διάρκειας των επιμέρους χρηματοδοτήσεων απαιτούνταν αφενός μεν καταβολή από την πιστούχο των δεδουλευμένων τόκων, αφετέρου δε υποβολή σχετικού αιτήματος της πιστούχου, το οποίο (αίτημα) η τράπεζα αξιολογεί και αναλόγως το αποδέχεται ή το απορρίπτει κατά την απόλυτο κρίση της, στην περίπτωση μάλιστα απόρριψης του αιτήματος η τράπεζα απλώς ενημερώνει άμεσα την πιστούχο χωρίς να απαιτείται συγκεκριμένο αιτιολογικό για την απόφαση της.

Στην προκείμενη περίπτωση μέχρι και την 6-12-1999, οπότε παρατάθηκε η επίδικη δανειακή σύμβαση μέχρι την 4-2-2000, η ενάγουσα υπέβαλε κανονικά πριν από τη λήξη κάθε περιόδου αίτημα παράτασής της, ωστόσο, πριν από την 4-2-2000 δεν προκύπτει ότι υπέβαλε ανάλογο αίτημα, ακόμη όμως και αν υπέβαλε, είχε η εναγόμενη, όπως της επιφυλάχθηκε σχετικά με την επίδικη σύμβαση, το δικαίωμα απόρριψης αυτού χωρίς την επίκληση αιτιολογίας.

Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι υπέβαλε αίτημα ανανέωσης, επί του οποίου απάντησε η εναγόμενη τράπεζα με την από 1-2-2000 επιστολή της, όπου κατά λέξη αναγράφεται: Όπως σας είναι γνωστό, σύμφωνα με το υφιστάμενο εγκεκριμένο πλαίσιο συνεργασίας έχετε την υποχρέωση προσκόμισης επιταγών πελατείας για κάλυψη μέρους του ορίου σας.

Σας γνωρίζουμε λοιπόν εκ νέου ότι σύμφωνα με τα στοιχεία μας θα πρέπει να προσκομισθούν άμεσα επιταγές ποσού δρχ. 32,3 εκ. εκ των γνωστών προδιαγραφών προκειμένου να εξομαλυνθεί το άνοιγμα που παρατηρείται σήμερα στο λογαριασμό σας. Τονίζεται ότι λόγω της ανανέωσης της χρηματοδότησης σας σε συνάλλαγμα την 02.02.2000 απαιτείται άμεσα η τακτοποίηση των λογαριασμών σας".

Από το κείμενο της επιστολής αυτής δεν μπορεί να οδηγηθεί με ασφάλεια το παρόν δικαστήριο στο πόρισμα ότι η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση παράτασης της σύμβασης, τουναντίον κατευθύνεται στην κρίση ότι υπενθυμίζει η εναγόμενη την ενάγουσα τη δυνατότητα παράτασης της διάρκειας της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση εξομάλυνσης του ανοίγματος που διαπιστώθηκε στο λογαριασμό της με την προσκόμιση προς ενεχύραση επιταγών, συγκεκριμένου ποσού και προέλευσης.

Ο όρος αυτός δεν πληρώθηκε, διότι η ενάγουσα προσκόμισε επιταγές πελατείας της μετά τη λήξη της σύμβασης και πλέον συγκεκριμένα στις 9-2-2000, συνολικού ποσού 16.268.674 δρχ., και στις 16-2-2000, συνολικού ποσού 10.498.575 δρχ. Επομένως η ενάγουσα κατά την 4-2-2000, οπότε έληξε η επίδικη δανειακή σύμβαση θα έπρεπε ή να εξοφλήσει το ποσό της χρηματοδότησης, όπως ο όρος 12.α' αυτής προβλέπει, ή ν' ανεχθεί τη μεταφορά του δανείου σε οριστική καθυστέρηση και μετατροπή της απαίτησης της δανείστριας τράπεζας σε δραχμές και επιβάρυνση εφεξής με το τότε ισχύον ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας, όπως ο όρος 3.γ' της ίδιας σύμβασης προβλέπει.

Στην τελευταία ενέργεια προέβη η εναγόμενη πωλώντας το συνάλλαγμα, με βάση την ισοτιμία κατά τη λήξη του δανείου στις 4-2-2000, και μετά την αποπληρωμή του πιστώθηκε την ίδια ημέρα ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός συναλλάγματος της ενάγουσας και χρεώθηκε αντιστοίχως ο υπ' αριθ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός αυτής, που είχε αντικαταστήσει τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό της "Τράπεζας Κρήτης Α.Ε.", στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι εκατέρωθεν χρεοπιστώσεις αναφορικά με την επίδικη υπ' αριθ. .../31-7-1997 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και την πρόσθετη αυτής υπ' αριθ. .../1/13-12-1998 σύμβαση. Με βάση όλα τα προεκτεθέντα, η πιστώτρια τράπεζα ενήργησε ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος της, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας αυτή ελεύθερα καταρχήν αποφασίζει, χωρίς υπέρβαση, και μάλιστα προφανή των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος της.

Η συμπεριφορά δε αυτή εξεταζόμενη συνολικά, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δεν αντίκειται προς τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ατόμου, στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο, αφού, δεν προέβη, εκμεταλλευόμενη την εξουσιαστική της θέση απέναντι στους ενάγοντες αμφοτέρων των κρινομένων αγωγών πελάτες της, σε ενέργειες αδικαιολόγητες και αιφνίδιες, που προκαλούν ζημία στους τελευταίους, χωρίς αυτές συγχρόνως ν' αποφέρουν και ωφέλεια στην ίδια ως δανείστρια.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι η εκδοχή ότι ο δικαιούχος πρέπει κατά την ενάσκηση της εξουσίας, που αντλεί από τη σύμβαση ή το νόμο, να υποτάξει εαυτόν στα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου του, εμπεριέχει τον κίνδυνο κλονισμού των θεμελίων της ασφάλειας και της βεβαιότητας των συναλλαγών, με συνέπεια να καταστούν οι συναλλασσόμενοι πολύ διστακτικοί στις πράξεις και τις παραλείψεις τους, καθόσον η τυχόν πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα του αντιδίκου του, ως συνέπεια της άσκησης της νόμιμης εξουσίας του, είναι ακριβώς εγγενής συνέπεια από την άσκηση της εν λόγω εξουσίας και όχι οπωσδήποτε συνέπεια δόλιας συμπεριφοράς του δικαιούχου ...

Εφόσον, συνεπώς, από την στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων πιστώτριας και πιστούχου δεν προκύπτει πρόσκρουση στο κοινό περί δικαίου συναίσθημα ούτε δυσαναλογία ή ασυμμετρία κατάφωρη μεταξύ επιδιωκόμενου συμφέροντος και χρησιμοποιούμενων μέσων από την πιστώτρια, ώστε να δικαιολογείται αντικειμενικά η υποψία ότι η επιλογή των μέτρων αυτών είναι αποκλειστικά προϊόν πρόθεσης κακοβουλίας της δικαιούχου πιστώτριας τράπεζας, δεν υφίσταται και υποχρέωση αυτής καθώς και των προστηθέντων υπαλλήλων της αποζημίωσης των εναγόντων σε αμφότερες τις ένδικες αγωγές, οι οποίες τυγχάνουν ουσιαστικά αβάσιμες".

Ακολούθως, το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι 1) η πιστώτρια τράπεζα ενεργοποιώντας τον υπ' αριθμ. 2 όρο της σύμβασης, που της επεφύλασσε το δικαίωμα αναπροσαρμογής μονομερώς των επιτοκίων χορηγήσεων καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, αύξησε το επιτόκιο χορήγησης κατά 3,25% από τις 14-11-1997, απέστειλε δε την υπ' αριθ. 120/10-11-1997 εγκύκλιο της σε όλα τα καταστήματα και θυρίδες της παραγγέλλοντας την σχετική ενημέρωση των πελατών της με επιστολές και έτσι, διαμορφώθηκε το συνολικό ποσοστό του επιτοκίου σε 19,95%, πλέον του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ), 2) η πιστούχος ενημερώθηκε για την αναπροσαρμογή αυτή στις 14-11-1997, με επιστολή της τράπεζας, όπου αναγραφόταν το νέο επιτόκιο χορηγήσεων σε ποσοστό 18,75%, χωρίς δηλαδή να υπολογισθεί η εισφορά του ν. 128/1975 και ο ΕΦΤΕ και η οποία παραδόθηκε σε υπάλληλο των γραφείων της, 3) για την προαναφερθείσα αναπροσαρμογή ενημερώθηκαν οι αναιρεσείοντες, όπως τούτο προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες καρτέλες κίνησης των τηρουμένων τριών λογαριασμών, ορισμένες από τις οποίες υπογράφονται από τους νομίμους εκπροσώπους της πιστούχου αλλά και από υπαλλήλους αυτής, στο επάνω αριστερό τμήμα των οποίων αναγράφεται αριθμητικά ως ποσοστό επιτοκίου χρέωσης 19,95% για το μέχρι την 31-8-1998 χρονικό διάστημα, 4) η αναπροσαρμογή, εξάλλου, και διαμόρφωση του επιτοκίου χρέωσης σε ποσοστό 20,95%, περιήλθε σε γνώση της πιστούχου όπως προκύπτει τόσον από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες καρτέλες κίνησης των αυτών ως άνω τριών λογαριασμών, ορισμένες από τις οποίες υπογράφονται από τους νομίμους εκπροσώπους της πιστούχου αλλά και από υπαλλήλους αυτής, στο επάνω αριστερό τμήμα των οποίων αναγράφεται αριθμητικά ως ποσοστό επιτοκίου χρέωσης 20,95% για το χρονικό διάστημα από το μήνα Σεπτέμβριο έτους 1998 έως το μήνα Ιανουάριο έτους 1999 αναφορικά με τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό, από το μήνα Σεπτέμβριο έτους 1998 έως το μήνα Φεβρουάριο έτους 1999 αναφορικά με τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, από το Σεπτέμβριο έτους 1998 έως το μήνα Φεβρουάριο έτους 1999 αναφορικά με τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, 5) οι αναιρεσείοντες δεν προσέβαλαν τις αναγνωρίσεις της πιστούχου, οι οποίες φέρουν, για το περιοδικό κλείσιμο των επίμαχων λογαριασμών κατά τα τρίμηνα 1-1-1999 έως 31-3-1999, 1-4-1999 έως 30-6-1999 και 1-7-1999 έως 30-9-1999, το χαρακτήρα αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα το χαρακτήρα πλασματικής αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, αναγνώρισης δηλαδή της ακρίβειας και ορθότητας τήρησης των επίδικων λογαριασμών και αποδοχής των υπολοίπων τους, και μόνο κατά το μήνα Ιανουάριο έτους 2000 άρχισαν να διαμαρτύρονται εγγράφως αμφισβητώντας και τη μέχρι της τελευταίας ρητής αναγνώρισης (1-10-1999) ορθή λειτουργία των άνω λογαριασμών, 6) οι χρεωθέντες τόκοι του υπολοίπου των επίμαχων λογαριασμών, πλέον του αναλογούντος Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ), ανερχόταν, εν γνώσει και αποδοχή της πιστούχου:

σε ποσοστό 19,95% για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-3-1998, σε ποσοστό 19,95% για το χρονικό διάστημα από 1-4-1998 έως 30-6-1998, σε ποσοστό 19,95% για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 31-8-1998, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-9-1998 έως 31-12-1998, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-3-1999, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-4-1999 έως 30-6-1999, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-7-1999 έως 30-9-1999, σε ποσοστό 20,95% για το χρονικό διάστημα από 1-10-1999 έως 24-10-1999, 7) όταν υπεισήλθε στην επίδικη σύμβαση παροχής πίστωσης η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρία, ως οιονεί καθολική διάδοχος της πιστώτριας τράπεζας, το ποσοστό του άνω επιτοκίου ορίσθηκε, πλέον του ΕΦΤΕ, σε 15,45% για το χρονικό διάστημα από 25-10-1999 έως 6-8-2002, οπότε και έκλεισε τον οικείο λογαριασμό με οριστικό χρεωστικό εις βάρος της πιστούχου κατάλοιπο ύψους 182.894,55 ευρώ, που μεταφέρθηκε σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, 8) όσον αφορά το συμπληρωματικό δάνειο σε συνάλλαγμα (JPY), στις 2-2-2000 αποφάσισε η τράπεζα, σε εκτέλεση των όρων της επίδικης δανειακής σύμβασης και χωρίς να απαιτείται συγκεκριμένο αιτιολογικό για την απόφασή της αυτή, να μετατρέψει σε δραχμές και η αποπληρωμή του συναλλάγματος έγινε στις 4-2-2000, με βάση την ισχύουσα κατά την ημέρα εκείνη ισοτιμία (1 γιεν = 3,1665 δραχμές), δηλαδή έναντι του ποσού των 159.704.268 δραχμών και 9) η πιστώτρια τράπεζα ενήργησε ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος της, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας αυτή ελεύθερα καταρχήν αποφασίζει, χωρίς υπέρβαση, και μάλιστα προφανή των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος της, η συμπεριφορά δε αυτή εξεταζόμενη συνολικά, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δεν αντίκειται προς τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ατόμου, στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο, αφού, δεν προέβη, εκμεταλλευόμενη την εξουσιαστική της θέση απέναντι στους ενάγοντες αμφοτέρων των κρινομένων αγωγών πελάτες της, σε ενέργειες αδικαιολόγητες και αιφνίδιες, που προκαλούν ζημία στους τελευταίους, χωρίς αυτές συγχρόνως ν' αποφέρουν και ωφέλεια στην ίδια ως δανείστρια.

Κατόπιν τούτων οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 1 αντίστοιχα ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ