527/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated527/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατόπιν αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κηρύχτηκε και συντελέστηκε υπέρ της αρχαιολογικής Υπηρεσίας και σε βάρος ιδιοκτησιών των Β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 527 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 527/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ν. Ζ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μπακάκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από α) τον Υπουργό Οικονομικών, β) τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10682/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4657/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 8/3/2011 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσίβλητο .../27.6.2012 και .../27.6.2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή …προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, μετά της σχετικής πράξεως ορισμού δικασίμου για την 11η Μαρτίου 2013, καθώς και κλήσεως προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση.
Κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε, ούτε υπέβαλε δήλωση από το άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ στο ακροατήριο, η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη με αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφ' όσον το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε ούτε στην παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ (ΑΠ 1351/09).
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4657/09 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της από 4/12/08 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η 10.682/07 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την από 20/2/07 ανακοπή της αναιρεσείουσας, για ακύρωση του προσβαλλόμενου με αυτήν πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσεως δημόσιου κτήματος, είχε δεχτεί την ανακοπή και είχε ακυρώσει το εν λόγω πρωτόκολλο.
Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί της ανωτέρω ανακοπής, δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και μεταρρύθμισε το ως άνω πρωτόκολλο, ως προς το ύψος της αποζημίωσης χρήσεως. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 115 του π.δ. της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4266/ 1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/ 1951 και 5 παρ. 4 α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου η αποζημίωση ορίζεται "κατά κρίσιν αγαθού ανδρός" με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην παράγραφο αυτή. Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο συνίσταται στην ωφέλεια την οποία εκείνος που καρπούται ή κάνει αυθαίρετα χρήση του δημοσίου κτήματος αδικαιολογήτως αποκόμισε, ήτοι ό,τι θα κατέβαλλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο, ως αντάλλαγμα, αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα.
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί από την απόφαση να καθίσταται βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατόπιν αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κηρύχτηκε και συντελέστηκε υπέρ της αρχαιολογικής Υπηρεσίας και σε βάρος ιδιοκτησιών των Β.
Ν. και Ε. Ρ. και εγκρίθηκε με το από 27-11-1917 β.δ. και δυνάμει των υπ' αριθμούς .../1919 και .../1919 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζαχαρόπουλου περιήλθε στην κυριότητα της πρώτης εδαφική έκταση (γήπεδο) 2.077,83 τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων... ή 1.168,78 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή Κουκάκι του Δήμου Αθηναίων, ......
και απεικονίζεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α στο ... από 11-12- 1936 του μηχανικού Κ. Κ., το οποίο έχει αντιγράψει στις 9-1-1951 ο διευθυντής της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτιρίων του Υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδομήσεως, φωτοαντίγραφο του οποίου προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, με την παρατήρηση ότι στο ανωτέρω από 9-1-1951 αντίγραφο του άνω από 11-12-1936 διαγράμματος εμφανίζονται και καταγράφονται οι διαστάσεις των πλευρών που καθορίζουν τα όρια του ανωτέρω γηπέδου, ενώ πλέον του άνω διαγράμματος εμφανίζεται ένα γενικό "υπόμνημα" που αναφέρει "Έκτασις υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α = 1.168,78 τ.μ.".
Επίσης, στο παραπάνω από 9-1-1951 αντίγραφο του διαγράμματος Κ., εμφανίζεται και ένα δεύτερο αναλυτικό υπόμνημα το οποίο αρχίζει με τις λέξεις και στοιχεία "Το παρόν γήπεδον ΑΒΕΔΕΖΘΑ..." και στο οποίο γίνεται διανομή του ανωτέρω γηπέδου σε τέσσερα οικόπεδα, εκ των οποίων τα δύο με πρόσοψη επί της οδού ... εμφανίζονται, με περιμετρικά στοιχεία Α-Ι-ΙΙ- ΙΙΙ-Β-Α και I-II-IV-Η-Θ-Ι αντίστοιχα, να έχουν συνολική έκταση 916,35 πττ ή 515,45 τ.μ., ήτοι 272,15 και 243,30 τ.μ.
αντίστοιχα και ότι το πρωτότυπο του άνω από 11-12-1936 διαγράμματος δεν ανευρέθηκε στα αρχεία της αρμόδιας υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών........ Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μνεία ότι στο προαναφερόμενο αντίγραφο και για την ανάλυση της άνω κατανομής του "γηπέδου" σε 4 οικόπεδα αναγράφονται ως περιμετρικά στοιχεία τα 4 στοιχεία I-II-III-IV τα οποία δεν εμφανίζονται στο άνω γενικό υπόμνημα, και ότι, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των ανωτέρω δύο υπομνημάτων το προαναφερόμενο αναλυτικό υπόμνημα δεν έχει καταγραφεί στο χρόνο και με τα μέσα που πραγματοποιήθηκε το άνω γενικό υπόμνημα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αμφιβολίες αν το ανωτέρω αναλυτικό υπόμνημα έχει τον ίδιο συντάκτη του γενικού υπομνήματος.
Το παραπάνω γήπεδο περιήλθε, με παράδοσή του από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, όταν η περιοχή στην οποία βρίσκεται εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο και τούτο (γήπεδο) χαρακτηρίσθηκε ως οικόπεδο και την 8-1-1951 καταγράφηκε στα βιβλία των δημοσίων κτημάτων ως δημόσιο αστικό οικόπεδο με αριθμό ΑΒΚ 390.
Με την υπ' αριθμό 929/9-5-1955 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε κατόπιν της από 24-1 1-1954 αίτησης του παρακάτω αναφερόμενου οικοδομικού συνεταιρισμού και στα πλαίσια του ν. δτος 2936/1954 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί στεγάσεως αναπήρων και θυμάτων πολέμου ισχυούσης νομοθεσίας" εγκρίθηκε μεταξύ των άλλων και η παραχώρηση στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Αναπήρων Αξιωματικών "Το Αλβανικόν Έπος" εδαφικού τμήματος από 930 τετραγωνικούς τεκτονικούς πήχεις (τππ) περίπου, ήτοι 523,13 τ.μ.
περίπου (ήτοι 930X0,5625) του ευρισκομένου στο Δήμο Αθηναίων (πλησίον της Ακροπόλεως) ως άνω υπ' αριθμό ΒΚ 390 δημόσιου κτήματος - γηπέδου του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο (παραχωρούμενο τμήμα) έχει πρόσοψη στην οδό ..., προκειμένου να καλυφθούν οι στεγαστικές ανάγκες δύο μελών του άνω συνεταιρισμού...... Με βάση την ανωτέρω Υπουργική Πράξη και τις διατάξεις του από 11-11-1929 δτος "Περί Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων" κλπ, εκδόθηκε το από 28-6-1955 Β.
Δγμα......., με το οποίο εγκρίθηκε
η απ' ευθείας και άνευ δημοπρασίας εκποίηση στον προαναφερόμενο οικοδομικό συνεταιρισμό "...του εξ 916,35 τ.π. τμήματος του υπ' αριθ. Β.Κ. 390 οικοπέδου (Αθηνών) κειμένου παρά την Ακρόπολιν και επί των οδών … και ... 56 και έχοντος πρόσοψιν επί της οδού ταύτης, ως τούτο εικονίζεται εν τω από 11- 12-1936 διαγράμματι του μηχανικού Κ. υπό στοιχεία Α-Ι-ΙΙ-Η'-Β-Α- (483,82 τππ) και
ΙΙ-Ι-Η-Θ-Ι (432,52 τππ) αντί τιμήματος εκατόν εξήκοντα πέντε χιλιάδων". Το παραπάνω Β. Δγμα είναι το πρώτο έγγραφο στοιχείο στο οποίο αναφέρεται "το από 11-12-1936 διάγραμμα του μηχανικού Κ.", χωρίς να γίνεται ωστόσο αναφορά υπομνημάτων ή άλλων στοιχείων του διαγράμματος. Η χρησιμοποίηση όμως του στοιχείου Η' ως περιμετρικού στοιχείου ενός εκ των δύο ως άνω παραχωρηθέντων στον άνω συνεταιρισμό οικοπέδων και η αναφορά της παραχωρούμενης στο συνεταιρισμό συνολικής εδαφικής έκτασης των 916,35 ττπ, σηματοδοτεί ότι για τη σύνταξη αυτού (β.
δτος) έγινε χρήση όχι του από 9-1-1951 αντιγράφου του διαγράμματος Ν., αλλά αντιγράφου του τελευταίου που εκπόνησε για το σκοπό αυτό, δηλαδή την έκδοση του άνω Β. δτος, ο μηχανικός της Δνσης Ε3 του Υπουργείου Δημοσίων Έργων Ν. Λ., χωρίς να προκύπτει ο χρόνος της προαναφερόμενης σύνταξης του αντιγράφου αυτού, που πραγματοποιήθηκε σε "ριζόχαρτο" και με μολύβι και φωτοαντίγραφο του οποίου προσκομίζεται.
Στο τελευταίο αντίγραφο του διαγράμματος Κ., δηλαδή αυτό που φέρεται να έχει συνταχθεί από το Ν. Λ., εμφανίζεται α) και το εμφανιζόμενο στο από 9-1-1951 αντίγραφο αναλυτικό υπόμνημα, που αρχίζει όμως με τις λέξεις και τα στοιχεία "Το παρόν οικόπεδο ΑΒΕΔΕΖΘΑ..." και όχι με τις λέξεις και στοιχεία "Το παρόν γήπεδον ΑΒΕΔΕΖΘΑ...", που εμφανίζεται το ανωτέρω αναλυτικό υπόμνημα του από 9-1-1951 αντιγράφου β) ένα άλλο (τρίτο) αναλυτικό υπόμνημα, στο οποίο αναφέρεται ότι τα εμφανιζόμενα δύο με στοιχεία Α- Β-Η'-Η Θ-Α και ΕΓ-Γ-Δ-Ε-Ζ-Ε1-Η' εδαφικά τμήματα του συνολικής επιφάνειας 1.168.78 τ.μ, ή 2.077,82 τππ με αριθμό 390 δημόσιου κτήματος, το πρώτο των οποίων φέρεται να παραχωρείται στον άνω συνεταιρισμό, ενώ το δεύτερο παραμένει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, έχουν επιφάνεια 603,46 τ.μ.
ή 1.072,81 ττπ το πρώτο και 565,32 τ.μ. ή 1005,01 ττπ το δεύτερο, αν και στο προαναφερόμενο με στοιχείο α υπόμνημα του ίδιου διαγράμματος αναφέρεται ότι το πρώτο από τα άνω εδαφικά τμήματα, αποτελούμενο από 2 οικόπεδα με στοιχεία Α-ΙΙ-ΙΙΙ-Β-Α-Ι και
ΙΙΙ-Η-Θ-Ι αντίστοιχα και επιφάνεια 272,15 τ.μ. ή 483,82 ττπ και 243,30 ή 432,53 ττπ αντίστοιχα, έχει συνολική επιφάνεια 916,35 τππ ή 515,45 τ.μ. και άρα ότι το απομένον στο Ελληνικό Δημόσιο κτήμα με αριθμό 390 έχει επιφάνεια 653,33 τ.μ. (ήτοι 1 168,78 - 515,45) ή 1.161,47 ττπ (ήτοι 2077,82 - 916,35). Τέλος, με την υπ' αριθμό .../12-7-1955 Πράξη (δήλωση - παραχωρητήριο) του Υπουργείου Οικονομικών εκποιήθηκε στον προαναφερόμενο οικοδομικό συνεταιρισμό και παραχωρήθηκε στον τελευταίο κατά κυριότητα νομή και κατοχή μεταξύ άλλων και "...Τμήμα του υπ' αριθ.
ΒΚ 390 οικοπέδου εκτάσεως 916,35 τ.τ.π. κειμένου παρά την Ακρόπολιν και επί των οδών … και ... 56 και έχοντος πρόσοψιν επί της οδού ταύτης, ως τούτο εικονίζεται εν τώ από 11-12-1936 διαγράμματι του μηχανικού Κ. υπό στοιχεία Α-Ι-ΙΙ-Η'-Β-Α (483,82 ΤΤΠ) και Ι-ΙΙ-Η-Θ-Ι- (432,53 ΤΤΠ) αντί τιμήματος δραχμών εκατόν εξήκοντα πέντε χιλιάδων (165.000) καλύπτον τα ανάγκας δύο μελών του Συνεταιρισμού".
Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω στοιχείων και κυρίως από το γεγονός ότι σε όλα τα έγγραφα στοιχεία και κυρίως στο προαναφερόμενο με αριθμό .../1955 παραχωρητήριο αναφέρεται ότι το Δημόσιο εκποιεί και παραχωρεί στον ανωτέρω συνεταιρισμό τμήμα του υπ' αριθμό ΒΚ 390 δημόσιου οικοπέδου έχοντος επιφάνεια (του παραχωρούμενου τμήματος) 916,35 ττπ ή 515,45 τ.μ., αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), από τα οποία συνάγεται ότι η αξία των οικοπέδων εξαρτάται σε μεγάλο μέγεθος και από την επιφάνεια αυτών, πιθανολογείται ότι το Δημόσιο παραχώρησε στο συνεταιρισμό συνολική έκταση 515,45 τ.μ., ότι η έκταση αυτή περιγράφεται με ικανοποιητική σαφήνεια στην περιεχόμενη στο άνω παραχωρητήριο δήλωση και δικαιοπραξία και ότι η απομένουσα μετά την άνω παραχώρηση στο Ελληνικό Δημόσιο εδαφική έκταση ανέρχεται σε 653,33 τ.μ., η οποία κατά νεώτερη καταμέτρηση είναι 646,69 τ.μ. (βλ.
υπ' αριθμό 163/Τεχν/3 1-3-2006 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών), με αποτέλεσμα να μη απαιτείται η αρωγή των αρχών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. για την ερμηνεία της, ανεξάρτητα: α) από την αντιφατικότητα που διακρίνει το φερόμενο ως αντίγραφο του από 11-12-1936 διαγράμματος, το οποίο (αντίγραφο) φέρεται να έχει συντάξει ο Ν.
Λ., δεδομένου ότι και σ' αυτό φαίνεται να συμπίπτουν οι διαστάσεις των πλευρών του παραχωρηθέντος τμήματος με αυτές που εμφανίζονται και στο από 9-1-1951 αντίγραφο του από 11-12-1936 σχεδιαγράμματος, το οποίο (αντίγραφο) έχει συντάξει ο προαναφερόμενος Δ/ντης Δημοσίων Κτιρίων του Υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδόμησης, β) από την παραπομπή του άνω παραχωρητηρίου στο από 11-12-1936 διάγραμμα του μηχανικού Κ., αν και ο φερόμενος ως χρόνος σύνταξης αυτού δεν συνδέεται με την όλη προαναφερόμενη διαδικασία της ένδικης παραχώρησης, δεδομένου ότι η τελευταία άρχισε πολύ αργότερα, δηλαδή με την από 24-11-1954 αίτηση του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού και συνεπώς κατά το φερόμενο χρόνο σύνταξης αυτού δεν υπήρχε ανάγκη διαίρεσης του δημόσιου σε 4 οικόπεδα, η περιγραφή των οποίων συμπίπτει με το αντίγραφο του από 11-12-1936 διαγράμματος, το οποίο (αντίγραφο) φέρεται να έχει συντάξει ο Ν.
Λ. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ο άνω συνεταιρισμός προκειμένου να υλοποιήσει όσα το παραχωρητήριο προέβλεπε, με τα υπ' αριθμούς .../19- 11-1955 και .../23-1 1-1955 συμβόλαια του συμβ/φου Αθηνών Γ. Χατζή, επώλησε σε δύο μέλη του, ήτοι αντίστοιχα στους Ν. Ζ. (πατέρα της εφεσίβλητης) και Γ.
Γ., τα προαναφερόμενα δύο οικόπεδα, τα έχοντα πρόσοψη στην οδό .... Ειδικότερα με το πρώτο συμβόλαιο φέρεται να πωλείται στο Ν. Ζ. το πρώτο από τα εμφανιζόμενα στα άνω έγγραφα στοιχεία οικόπεδα, επιφάνειας όμως όχι 483,82 ττπ ή 272,15 τ.μ. αλλά οικόπεδο επιφάνειας 539,08 ττπ ή 303,23 τ.μ., ενώ με το δεύτερο συμβόλαιο φέρεται να πωλείται στο Γ.
Γ. το δεύτερο από τα εμφανιζόμενα στα άνω έγγραφα στοιχεία οικόπεδα, επιφάνειας όμως όχι 432,53 ττπ ή 243,30 τ.μ. αλλά οικόπεδο επιφάνειας 507,25 ττπ ή 285,33 τ.μ. (στο συμβόλαιο από παραδρομή αναφέρεται και μάλιστα ολογράφως ως οικόπεδο επιφάνειας 539,08 ττπ). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο συνεταιρισμός πώλησε συνολική έκταση 546,53 τ.μ., αν και γίνεται αναφορά ότι οι συμβαλλόμενοι δέχονται πως τα προαναφερόμενα οικόπεδα περιήλθαν στον οικοδομικό συνεταιρισμό με το υπ' αριθμό .../12-7-1995 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών (βλ.
τρίτη σελίδα των άνω συμβολαίων κατά τα οποία "...περιελθόν εις τον άνω Συνεταιρισμόν εξ αγορά παρά του Ελληνικού Δημοσίου, μετ' άλλων ακινήτων κτημάτων, δυνάμει του υπ' αριθ. .../12-7-1955 του Υπουργείου Οικονομικών..."). Ωστόσο, η περιγραφή των άνω δύο πωληθέντων οικοπέδων στα ανωτέρω συμβόλαια, αν και αυτά (οικόπεδα) ανάγονται και έχουν ως πηγή τους τη συνολική έκταση των 515,45 τ.μ.
που παραχωρήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στον άνω συνεταιρισμό, δεν γίνεται με αναφορά στο προαναφερόμενο αντίγραφο του από 11- 12-1936 διαγράμματος του μηχανικού Κ., το οποίο (αντίγραφο) φέρεται να έχει συντάξει ο μηχανικός Ν. Λ. και στο οποίο, όπως προκύπτει από όλα τα ανωτέρω πιθανολογηθέντα πραγματικά περιστατικά φαίνεται να αναφέρεται το άνω παραχωρητήριο, αλλά με αναφορά στο προσκομιζόμενο σε αντίγραφο από 4-10-1955 υπό κλίμακα 1:100 σχεδιάγραμμα του πολιτικού Δ.
Σ., το οποίο εμφανίζει ότι και τα δύο ως άνω οικόπεδα καλύπτουν συνολική επιφάνεια 588,56 τ.μ. ή 1046,35 ττπ. Από τα παραπάνω περιστατικά το Δικαστήριο τούτο πιθανολογεί ότι οι προαναφερόμενοι αγοραστές έγιναν πραγματικά κύριοι με παράγωγο τρόπο ο καθένας των άνω οικοπέδων, με την έκταση όμως που περιγράφεται στο άνω παραχωρητήριο, ήτοι ο πρώτος σε έκταση 272,15 τ.μ.
και ο δεύτερος σε έκταση 243,30, δηλαδή συνολικά σε έκταση 515,45 τ.μ., η οποία μεταβιβάστηκε στον πωλητή συνεταιρισμό, που δεν κατέστη κύριος της επί πλεόν αυτής (δηλαδή των 515,35 τ.μ.) έκτασης, ώστε να δύναται να την πωλήσει στους άνω αγοραστές, οι οποίοι με τη σειρά τους δεν απέκτησαν, όπως και οι διάδοχοι τους, μεγαλύτερη των 515,35 τ.μ.
συνολική έκταση, σύμφωνα με το άρθρο 1033 του Α.Κ. ...... Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, μετά από πληροφορίες των υπηρεσιών της, που συγκεντρώθηκαν λόγω καταγγελιών των κατοίκων της περιοχής ότι επιχειρείται να καταπατηθεί το ανωτέρω απομείναν στο Ελληνικό Δημόσιο οικόπεδο έκτασης 646,69 τ.μ., διέταξε τη διεξαγωγή ελέγχου, την οποία πραγματοποίησε ο Α.
Κ., ο οποίος αφού επισκέφθηκε τα άνω οικόπεδα και διαπίστωσε ότι έγινε προσπάθεια καταπάτησης του άνω δημοσίου κτήματος από "αγνώστους" με την τοποθέτηση περίφραξης από συρματόπλεγμα την οποία όμως είχαν αφαιρέσει οι περίοικοι, συνέταξε την προσκομιζόμενη σε αντίγραφο από 5-4-2006 έκθεση, με την οποία συμπεραίνει ότι ο συνεταιρισμός επώλησε στους άνω αγοραστές έκταση μεγαλύτερη από εκείνη που απέκτησε σε βάρος της εναπομείνασας έκτασης του ένδικου δημοσίου κτήματος και πρότεινε να ειδοποιηθούν οι προαναφερόμενοι πωλητές να μεταφέρουν τις περιφράξεις των ιδιοκτησιών τους στα όρια που καθορίζονται στο από το μήνα Μάρτιο προσκομιζόμενο σε αντίγραφο τοπογραφικό διάγραμμα των υπαλλήλων της υπηρεσίας Χ.
Α. και Σ. Μ., άλλως να ληφθούν όλα τα προβλεπόμενα από τις κείμενες διατάξεις μέτρα προστασίας. Ακολούθησε ενημέρωση της εφεσίβλητης με το υπ' αριθμό 963/7-4-2006 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας, που κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη στις 10-4-2006 ..... και κατόπιν αλληλογραφίας της παραπάνω υπηρεσίας με την εφεσίβλητη, η οποία, με το προσκομιζόμενο σε αντίγραφο από 30-6-2006 υπόμνημά της, χωρίς να αρνείται ότι η προαναφερόμενη περίφραξη έγινε από την ίδια, υποστηρίζει ότι το συνολικό εμβαδόν της παραχωρηθείσας στον πωλητή συνεταιρισμό εδαφικής έκτασης ανέρχεται σε 603,46 τ.μ.
και όχι σε 515,45 τ.μ., εκδόθηκε από την άνω υπηρεσία το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση ανακοπή πρωτόκολλο, με το οποίο καθορίσθηκε ότι για την αυθαίρετη υπό της εφεσίβλητης χρήση του τμήματος του ενδίκου δημόσιου κτήματος εμβαδού 56,42 τ.μ,, το οποίο βρίσκεται εντός της αναπομείνασας στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου εδαφικής έκτασης των 646,69 τ.μ.
και πέραν της βόρειας πλευράς του πρώτου από τα προαναφερόμενα οικόπεδα, που αποτελούν τη συνολική έκταση των 515,45 τ.μ. που μεταβιβάστηκε στον άνω συνεταιρισμό με το προαναφερόμενο παραχωρητήριο ..... η κατά το από 1-1-2002 έως 31-12-2006 χρονικό διάστημα οφειλόμενη αποζημίωση, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 18-1-2007 έκθεση ελέγχου ....
ανέρχεται στο ποσό των 16.256,16 ευρώ..... Με βάση τα ανωτέρω πιθανολογηθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2006 το προαναφερόμενο εδαφικό τμήμα επιφάνειας 56,42 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως τμήμα του υπ' αριθμό ΒΚ 390 δημόσιου κτήματος, που αποκτήθηκε με τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο και δεν απωλέσθηκε, είτε με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με την παραχώρηση στον άνω οικοδομικό συνεταιρισμό, που έγινε με το υπ' αριθμό .../12-7-1955 παραχωρητήριο, τμήματος αυτού έκτασης 515,45 τ.μ.
και τα προαναφερόμενα συμβόλαια και τα επικαλούμενα από την εφεσίβλητη ως τίτλους κυριότητας συμβολαιογραφικά έγγραφα, ...... είτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία...". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε τον 2ο λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή είχε ισχυριστεί ότι το επίμαχο εδαφικό τμήμα ανήκε σ' αυτήν κατά κυριότητα νομή και κατοχή, κατά τα επικαλούμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης ανακοπής της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται στην απόφασή του, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν είτε ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για τη συναγωγή του απορριπτικού αποδεικτικού του πορίσματος και το από 29/5/07 διάγραμμα, καθώς και τη σχετική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Β., που είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της και προσκομίσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αναιρεσείουσα, προς στοιχειοθέτηση λυσιτελών ισχυρισμών της που στοιχειοθετούσαν τον παραπάνω λόγο της ανακοπής της, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι ενώ κατά την ανάλυση των αποδείξεων, κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων διαγραμμάτων και τεχνικών στοιχείων στα οποία στήριξε την απορριπτική του κρίση, δεν κάνει καμία αναφορά στα παραπάνω έγγραφα.
Συνεπώς, ο 1ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται, με την επίκληση της ανωτέρω παραλείψεως, στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων και κατά παραδοχή του πιο πάνω λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4657/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ