Supreme Court dismisses appeal arguing Article 945 CPD applies instead of Article 947 for administrative penalty enforcement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a company and individual against a second-instance court decision imposing fines and detention on a shop owner. The appellants argued that Article 945 of the Code of Civil Procedure, which allows creditors to perform acts at the debtor's expense, should have applied to the court's order to restore a lawn, rather than Article 947 regarding personal penalties. The court held that the appellants' claims were merely legal arguments rather than new facts, and the lower court correctly applied Article 947 because the primary obligation to restore the lawn was already established by a prior final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 945 and 947 of the Code of Civil Procedure; The court distinguishes between legal arguments regarding the interpretation of enforcement articles and new material facts, ruling that an appeal challenging the application of Article 947 is inadmissible if the underlying obligation stems from a prior final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 527 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 527/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γκόρτσο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Γιαμπουράνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23/6/2004, 18/11/2005 και 3/1/2007 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 17/1/2005 προσεπίκληση και την από 26/3/2005 παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1891/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5147/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/6/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 31/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/6/2012 αίτησης της εταιρείας "Κ. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και του Κ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5147/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο κεφάλαιο δεύτερο του ογδόου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα με τα άρθρα 941 έως 952 αυτού καθορίζονται τα μέσα, με τα οποία γίνεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του οφειλέτη, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση του δανειστή. Ειδικότερα στο άρθρο 945 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι "αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να ενεργήσει πράξη, που μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, ο δανειστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνες του οφειλέτη.
Το δικαστήριο, καταδικάζοντας τον οφειλέτη στην πράξη της παρ. 1, μπορεί, αν το ζητήσει ο δανειστής, να τον καταδικάσει ταυτόχρονα να προκαταβάλει το ποσό της δαπάνης, για να επιχειρηθεί η πράξη από τον δανειστή, υπό τον όρο ότι ο οφειλέτης δε θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του, να ενεργήσει την πράξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 946 του ίδιου Κώδικα, "αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη, που δε μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη κα στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως 50.000 ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος".
Τέλος, κατά το άρθρο 947 ,παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., "όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο.
Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στη προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση, δικάζει κατά την διαδικασία των άρθρων 670- 676". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: α) Στην περίπτωση, κατά την οποία η υποχρέωση του οφειλέτη συνίσταται στη ενέργεια πράξεως, που μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, τότε, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του αυτή, μπορεί ο δανειστής να προβεί ο ίδιος να ενεργήσει την πράξη, με δαπάνες του οφειλέτη, β) αν η υποχρέωση του οφειλέτη συνίσταται στην επιχείρηση πράξεως, που δε μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο, αλλά μόνο από τον ίδιο ή στην ανοχή ή στην παράλειψη πράξεως, τότε και για την περίπτωση που ο οφειλέτης δε συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του, τότε, στη μεν περίπτωση του άρθρου 946, το δικαστήριο καταδικάζει τον οφειλέτη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, στη δε περίπτωση του άρθρου 947, απειλεί κατ' αυτού, για κάθε παράβαση, χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση (αναπληρωματική εκτέλεση).
Στην τελευταία περίπτωση, η βεβαίωση της παράβασης γίνεται με νέα δικαστική απόφαση, με την οποία και καταδικάζεται ο οφειλέτης σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση. Το δικαστήριο, στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στο να διαπιστώσει αν συντρέχει η περίπτωση της απαγγελίας ή μη της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης, δηλαδή εάν ο οφειλέτης εκπλήρωσε ή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, όπως διατάχθηκε με τη σχετική δικαστική απόφαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559, αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα, δηλαδή οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που ανάγονται δηλαδή στην ορθή ερμηνεία εφαρμοστέου νόμου ή στην αντισυνταγματικότητα αυτού ή οι νομικοί ισχυρισμοί. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ. Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου".
Στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ., που ρυθμίζουν τα σχετικά με την αναγκαστική εκτέλεση των άρθρων 941 επ' αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, μετά από αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3375/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, στη συνέχεια, κατέστη τελεσίδικη, με την οποία υποχρεώθηκε ο εκ των εναγομένων Σ.
Ρ., α) να παύσει να επιτρέπει την παρά του Κ. Π. χρήση ως εστιατορίου του στο σκεπτικό της απόφασης περιγραφομένου καταστήματος, β) να παύσει να επιτρέπει την υπό του μισθωτή του καταστήματος χρησιμοποίηση "πλέον του από τον κανονισμό προβλεπομένου ακαλύπτου χώρου αυτού" και γ) να επαναφέρει στην προτέρα κατάσταση τον επ' αυτού υπάρχοντα χλοοτάπητα.
Επίσης, με την ίδια απόφαση απειλήθηκε χρηματική ποινή διακοσίων (200) ευρώ και προσωπική κράτηση, διαρκείας μέχρι είκοσι (20) ημερών, για κάθε παραβίαση των ως άνω διατάξεων. Στη συνέχεια, οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν τις ένδικες αγωγές τους, με τις οποίες ζητούσαν να βεβαιωθεί η εκ μέρους των εναγομένων παράβαση των διατάξεων της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν από την αιτία αυτή στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά και να απαγγελθεί εναντίον των εναγομένων προσωπική κράτηση, για την ανωτέρω αιτία.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1891/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία (μεταξύ άλλων διατάξεων αυτής)βεβαιώθηκε η εκ μέρους των εναγομένων (μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείοντες, ως ειδικοί διάδοχοι του αρχικά εναγομένου) παράβαση των διατάξεων της ως άνω υπ' αριθμ. 3375/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίσθηκε ότι οφείλουν, από την αιτία αυτή, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση (και) εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγιναν δεκτές, κατά ένα μέρος οι ένδικες αγωγές και αναγνωρίσθηκε ότι η (τότε) εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία οφείλει, λόγω παράβασης των διατάξεων της υπ' αριθμ.3375/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να καταβάλει στους ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητους) τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά και βεβαιώθηκε η εκ μέρους αυτής παράβαση των διατάξεων της εν λόγω απόφασης.
Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου, ασκήθηκε η ένδικη αίτηση, με την οποία αποδίδεται σ' αυτή η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν από αυτούς και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα (ισχυρίζονται) ότι, με τις έγγραφες προτάσεις τους, που υπέβαλαν σ' αυτό, πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι "η αρχική διαπιστωτική της παράβασης του κανονισμού υπ' αριθμ. 3375/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την τρίτη της διάταξη, υποχρέωσε τον τότε κύριο του επιδίκου καταστήματος και μετέπειτα δικαιοπάροχό τους Σ.
Ρ. να επαναφέρει στην προτέρα κατάσταση τον επί του ακαλύπτου χώρου υπάρχοντα χλοοτάπητα. Ότι με τη διάταξη αυτή, συνεπώς, υποχρέωσε το δικαστήριο σε ενέργεια ολικής πράξης, η οποία μπορούσε να γίνει και από άλλον και ειδικότερα από τους ενάγοντες, σύμφωνα με το άρθρο 945 Κ.Πολ.Δικ. και ότι, συνεπώς, δεν έπρεπε να απειληθεί εναντίον του εναγομένου χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, πράγμα το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., την οποία το εφετείο εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, αλλά (ήταν εφαρμοστέα) η διάταξη του άρθρου 945 Κ.Πολ.Δικ.
και ότι, επί του ισχυρισμού αυτού δεν απάντησε το Εφετείο. Η αναίρεση, κατά τον μοναδικό, ως άνω, λόγο της, είναι απορριπτέα, διότι: α) τα ως άνω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, αλλά νομικά επιχειρήματα, που ανάγονται στην ορθή ερμηνεία του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, β)τέτοιο "παράπονο" δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της έφεσης, γ) διότι, με τον λόγο αυτό ουσιαστικά πλήττεται όχι η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αλλά η υπ' αριθμ. 3375/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον μόνο με την απόφαση αυτή ερευνήθηκαν οι προϋποθέσεις (ουσιαστικές και νομικές) της συνδρομής του με την (αρχική) αγωγή επικαλούμενου δικαιώματος των εναγόντων, ήτοι δηλαδή αν συντρέχουν οι από το νόμο προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ώστε να ληφθούν τα σε βάρος των εναγομένων επιδιωκόμενα μέτρα, ενώ το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, περιορίσθηκε στην έρευνα και μόνο της συνδρομής των προϋποθέσεων απαγγελίας κατά των εναγομένων προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, ήτοι εάν αυτοί παρέβησαν τις διατάξεις της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δ) σε κάθε περίπτωση, με την ως άνω, υπ' αριθμ. 3375/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεώθηκε, επίσης ο (αρχικά) εναγόμενος (εκτός από του να επαναφέρει στην προηγούμενη κατάσταση τον χλοοτάπητα), 1) να παύσει (ο εναγόμενος) να επιτρέπει τη χρήση του καταστήματος, ως εστιατορίου και 2) να παύσει να επιτρέπει τη χρήση κοινόχρηστου χώρου, πλέον του επιτρεπομένου από τον κανονισμό και συνεπώς, ορθά εφαρμόσθηκε το άρθρο 947 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον, με τα άνω δεδομένα, πληρούται το πραγματικό αυτού.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/6/2012 αίτηση της εταιρίας "Κ. Χ. και Σια ΟΕ" και του Κ. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5147/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ