Legislator Case Law & Legislation
527/2012 AI generated

527/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 527/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου καθώς και των από 24-2-2006 και 23-5-2006 αγωγών άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1681/2007 μη οριστική και 2703/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4115/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-4-2011 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

527/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 527 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 527/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ - GENERAL UNION Α.Ε.Γ.Α.", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Πλατή-Γρατσία, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Γούναρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου καθώς και των από 24-2-2006 και 23-5-2006 αγωγών άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1681/2007 μη οριστική και 2703/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4115/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-4-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 10-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη απιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ύστερα από αξιολόγηση όλων των αποδείξεων, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι: Την 24-8-2005 και περί ώρα 06.50' ο πρώτος ενάγων στην από 24-2-2006 αγωγή ξηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΕΙΧ αυτοκίνητο κυριότητας του, ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία General Union-δεύτερη εναγόμενη στη παρεμπίπτουσα αγωγή στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της οποίας υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο, ως ειδικός διάδοχος αυτής, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της με την υπ' αριθμόν 156/21-9-2009 απόφαση της Ε.Π.Ε.ΙΑ. (ΦΕΚ 2028 τεύχος Β/21-9-2009), επί της Εθνικής οδού Ιωαννίνων - Αντιρρίου με κατεύθυνση προς Αντίρριο, ευρισκόμενος στο 105° χιλιόμετρο αυτής με συνεπιβάτες τον δεύτερο ενάγοντα στη θέση του συνοδηγού, και τη σύζυγο του πρώτου ενάγοντος Μ.

Ν. και τα δύο ανήλικα τέκνα τους στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου, ο δε πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΔΧΦ φορτηγό, κυριότητας του δεύτερου εναγόμενου και ασφαλισμένο στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία Ιντερσαλόνικα ΑΕΓΑ επί της αυτής οδού και με αντίθετη κατεύθυνση. Η ανωτέρω εθνική οδός έχει συνολικό πλάτος 7,10 μέτρα και μια λωρίδα κυκλοφορίας για έκαστο ρεύμα, δηλαδή εκάστη λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,55 μέτρα, πέραν δε εκάστης λωρίδας κυκλοφορίας υφίσταται ασφάλτινο έρεισμα πλάτους ενός μέτρου (βλ.

πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος). Η διαγράμμιση της οδού αυτής στο προαναφερθέν σημείο είναι συνεχής γραμμή ως προς την πορεία του φορτηγού και διακεκομμένη ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, η οδός είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιορίζεται, για τους κινούμενους στην εθνική οδό (βλ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, στην οποία αναγράφεται και το πλάτος του ασφάλτινου ερείσματος).

Επίσης αποδείχθηκε ότι αντίθετα με τα εκτιθέμενα στην από 24-2-2006 αγωγή όσο και στην αντίστοιχη έφεση ουδέν αυτοκίνητο προπορευόταν του φορτηγού, ούτε το τελευταίο εισήλθε' στο αντίθετο ρεύμα για να διενεργήσει προσπέραση. Επ' αυτού σαφής είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος, η ανωμοτί εξέταση του οδηγού του φορτηγού, ακόμη και η ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος Α.

Ζ., στις οποίες ουδεμία μνεία γίνεται για προπορευόμενο του φορτηγού όχημα και για τη διενέργεια προσπέρασης από το τελευταίο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ταχύτητα του φορτηγού ήταν κάτω του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, δηλαδή κάτω των 80 χιλ. ωριαίως. Αντίθετα ο ενάγων Α. Ν. από αμέλεια του συνισταμένη στην έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή ούτε είχε έλεγχο του οχήματος του και οδηγούσε με ταχύτητα ανώτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου στο σημείο αυτό (100 χιλ.

ωριαίως) και συγκεκριμένα οδηγούσε με ταχύτητα άνω των 120 χιλ. ωριαίως. Ενδεικτική της ταχύτητάς του είναι η προανακριτική ένορκη κατάθεση του ενάγοντος Α. Ζ., ο οποίος ανέφερε ότι "η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν περίπου 100 χιλ. ωριαίως" και η ανωμοτί εξέταση του εναγόμενου οδηγού "η ταχύτητά του ήταν πολύ μεγάλη".

Συνεπεία της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος Α. Ν. το αυτοκίνητο του, ενώ ευρίσκετο σε απόσταση 60 μέτρων από το αντιθέτως και κανονικά στο ρεύμα πορείας του κινούμενο φορτηγό, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας διαγωνίως, το διέσχισε όλο διανύοντας περίπου 10 μέτρα, προσέκρουσε στην πέραν του ασφάλτινου ερείσματος μεταλλική μπάρα, εσύρθη σε μήκος 15,30 μέτρων πάνω, στη μεταλλική μπάρα, και ακολούθως περιστρεφόμενο σταθερά στο αντίθετο ρεύμα πορείας, προσέκρουσε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού, με το οπίσθιο δεξιό τμήμα του σε σημείο ευρισκόμενο 0,20 μέτρα εντός του ρεύματος πορείας προς Αντίρριο, και ακολούθως περιστρεφόμενο προσέκρουσε στη μεταλλική μπάρα που ευρίσκεται στο δικό του ρεύμα πορείας, πέραν του ασφάλτινου ερείσματος.

Το γεγονός ότι το σημείο συγκρούσεως ευρίσκεται 20 εκατοστά εντός του ανωτέρω ρεύματος πορείας οφείλεται στο ότι ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού, μόλις είδε το ανωτέρω αυτοκίνητο να εισέρχεται στο δικό του ρεύμα πορείας, να προσκρούει στη μπάρα και ακολούθως να κινείται ανεξέλεγκτα περιστρεφόμενο, έκανε αποφευκτικό ελιγμό στα 25 - 30 περίπου μέτρα που διήνυσε μέχρι τη σύγκρουση στρίβοντας αριστερά το φορτηγό του, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Λόγω της συγκρούσεως αυτής τραυματίσθηκε θανάσιμα η συνεπιβάτης Μ. Ν. και τραυματίσθηκαν τα τέκνα αυτής και του πρώτου ενάγοντος. Η προαναφερθείσα κίνηση του αυτοκινήτου και οι διαδοχικές του συγκρούσεις με μεταλλική μπάρα, ακολούθως με το φορτηγό και τελικώς με μεταλλική μπάρα αποδεικνύεται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις ανωμοτί εξετάσεις αμφοτέρων των διαδίκων στις περιεχόμενες στα υπ' αριθμόν 1681/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το δε σημείο συγκρούσεως (20 εκατοστά εντός του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου) και η διανυθείσα απόσταση από το αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα πορείας αποδεικνύεται από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος.

Ο ίδιος ο ενάγων Α. Ν. εξεταζόμενος προανακριτικά αναφέρει μόνο ότι συγκρούσθηκε αρχικά με το φορτηγό και ακολούθως με τη μεταλλική μπάρα δεξιά, και παραλείπει πλήρως να αναφέρει την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα του φορτηγού. Επίσης ο ενάγων Α. Ζ. προανακριτικά καταθέτει ότι το φορτηγό εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα μισό με ένα μέτρο, και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταθέτει ότι αυτό εισήλθε ένα με ένα και μισό μέτρο.

Αντιστοίχως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο λόγος που εισήλθε το αυτοκίνητο ευρισκόμενο σε απόσταση 60 μέτρων από το φορτηγό στο αντίθετο ρεύμα καθ' ολοκληρίαν είναι ότι το φορτηγό είχε προηγουμένως εισέλθει στο δικό του ρεύμα πορείας. Με τα περιστατικά αυτά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού Α.

Ν.. Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο ενάγων Α. Ν. σε ποσοστό 40% και ο οδηγός του φορτηγού σε ποσοστό 60% εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος των εφέσεων των εκκαλούντων Β. Κ., Ν. Σ. και Ιντερσαλόνικα ΑΕΓΑ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, οι δε από 20-11-2009 αντεφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της GENERAL UNION, δέχθηκε εν μέρει την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή του και υποχρέωσε την GENERAL UNION να καταβάλει το σε αυτή αναφερόμενο ποσό (8.769,15 ευρώ). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος, στην έλλειψη υπαιτιότητας του Νικολάου Σ. (οδηγού του ...

ΔΧΦ αυτοκινήτου) και στην ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του Α. Ν. του Ν. (οδηγού του ... ΕΙΧ αυτοκινήτου). Το Εφετείο, συγκεκριμένα, περιλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του λεπτομερείς αναφορές στους λόγους που καταφάσκουν την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου, αφού διαλαμβάνει σ' αυτές ότι το εν λόγο αυτοκίνητο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας διαγωνίως, το διέσχισε όλο, διανύοντας περίπου 10 μέτρα, προσέκρουσε στην πέραν του ασφάλτινου ερείσματος μεταλλική μπάρα, εσύρθη σε μήκος 15,30 μέτρων πάνω στη μεταλλική μπάρα και ακολούθως, περιστρεφόμενο σταθερά στο αντίθετο ρεύμα πορείας, προσέκρουσε στον εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού, με το οπίσθιο δεξιό τμήμα του σε σημείο ευρισκόμενο 0,20 μέτρα εντός του ρεύματος πορείας προς Αντίρριο και ακολούθως, περιστρεφόμενο προσέκρουσε στη μεταλλική μπάρα που ευρίσκεται στο δικό του ρεύμα πορείας πέραν του ασφάλτινου ερείσματος, παρά την τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό ελιγμό του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου προς τα αριστερά.

Έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν.

προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.

Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ταχογράφο του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου που προσκόμισε με επίκληση το αναιρεσείον και από το οποίο αποδεικνύεται ότι η ταχύτητά του ήταν 89 χλμ ωριαίως. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το παραπάνω έγγραφο (που δεν ασκεί όμως ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεδομένης της αιφνίδιας και διαγώνιας εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας). Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικαστεί το αναιρεσείον, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2011 αίτηση για αναίρεση της 4115/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ