Legislator Case Law & Legislation
527/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of contradictory reasoning regarding fee conditions in property dispute.

Case Number 527/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Crete's decision regarding legal fees in a property dispute. The appellant argued the lower court ignored his claim about fee conditions while accepting the respondent's claim about a conditional fee structure. The court found the lower court's reasoning consistent with the evidence and dismissed the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) KPolD; Art. 559(20) KPolD: An appeal based on contradictory or insufficient reasoning is rejected when the lower court's evaluation of evidence is clear and consistent, and when the appeal merely challenges the court's discretionary assessment of facts.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning insufficient reasoning legal fees conditional fee property dispute appeal grounds evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) KPolD
Art. 559(20) KPolD
Art. 561(1) KPolD
Art. 8(559) KPolD

Cited Case Law

AI generated
OL AP 861/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 527 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 527/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης: ....., , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μερκουλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 511/2006 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/1/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 28/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για τον αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Εκ τούτων παρέπεται, αφενός ότι η έλλειψη νόμιμης βάσης αποτελεί μορφή της εκ πλαγίου παράβασης του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου ότι η, κατά τα ανωτέρω, ελαττωματικού των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 861/1984 ΝοΒ 33/88). Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ο αναιρεσείων, δικηγόρος Ηρακλείου, άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης αγωγή, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει σ' αυτόν για τις υπηρεσίες που προσέφερε 880.000 ευρώ, με βάση την επικαλούμενη αυτόν σύμβαση και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει από το άνω ποσό 100.000 ευρώ.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε με την 325/2005 απόφασή του. Το Εφετείο Κρήτης, μετά από έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Η κοινότητα ..... άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την 551/1979 διεκδικητική αγωγή εναντίον του πατέρα της αναιρεσίβλητης ..... με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας και απόδοση των με αριθμούς ... και .... κληροτεμαχίων. Κατά τη διαδρομή της δίκης στον πρώτο βαθμό ο εναγόμενος απεβίωσε και στη θέση του (δικονομική) υπεισήλθαν η σύζυγός του .....

και η αναιρεσίβλητη θυγατέρα του, ως νόμιμοι κληρονόμοι του. Αυτές, στη συνέχεια, έδωσαν εντολή στον αναιρεσείοντα δικηγόρο να διεξαγάγει τη δίκη αυτή και συμφώνησαν ως αμοιβή τούτου ποσοστό 20% επί του καθενός επί των άνω δύο ακινήτων, ήτοι το 1/5 επί της κυριότητας αυτών, και ότι η αμοιβή αυτή θα οφείλεται μόνο αν κερδιθεί η δίκη και αμετάκλητα, δηλαδή με απόφαση του Αρείου Πάγου.

Η συμφωνία αυτή επαναλήφθηκε με την από 5.12.1994 έγγραφη σύμβαση εργολαβίας δίκης, με την οποία ορίστηκε περαιτέρω ότι στο ποσοστό 20% περιλαμβάνεται και κάθε εργασία που θ' απαιτηθεί να γίνει για την αποβολή της Κοινότητας .....και όλων των καταπατητών από τα διεκδικούμενα ακίνητα. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η Κοινότητα .....

μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής της, δυνάμει της 569/1994 απόφασης του Εφετείου, έπαυσε να διεκδικεί τα ανωτέρω ακίνητα, εξακολουθούσαν όμως να τα διεκδικούν διάφοροι άλλοι διεκδικητές. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης συμφωνίας (εργολαβίας δίκης), ο αναιρεσείων, εκτελώντας σχετική εντολή, άσκησε διεκδικητικές αγωγές κατά των άλλων διεκδικητών.

Έτσι, όσον αφορά το ... κληροτεμάχιο, η αγωγή έγινε αμετακλήτως δεκτή και μετά την τμηματική πώληση τούτου σε τρίτους καταβλήθηκε το 20% του τιμήματος στον αναιρεσείοντα. Σχετικώς με το .... κληροτεμάχιο, ο αναιρεσείων άσκησε την από 27.3.1995 διεκδικητική αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με την 176/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Έναντι δε ορισμένων από τους εναγόμενους η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, μετά την έκδοση των 222/2002 και 210/2005 αποφάσεων του Εφετείου Κρήτης και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα. Όσον αφορά την εναγόμενη ....... η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή με την 161/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία επικυρώθηκε με την 508/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Αναίρεση κατά της τελευταίας απόφασης δεν ασκήθηκε. Ο, από τους εναγόμενους, ..... δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της έφεσής του στις 19.2.2002, κατά της 176/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, και η έφεσή του απορρίφθηκε με την 563/2003 απόφαση του Εφετείου. Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης άσκησε (ο ....) αναίρεση, η οποία δεν έχει συζητηθεί.

Έτσι, αναφορικά με το κληροτεμάχιο .... δεν υπάρχει αμετάκλητη απόφαση ως προς όλους τους διεκδικητές. Στην προαναφερόμενη από 5.12.1994 σύμβαση εργολαβίας δίκης οριζόταν ότι η αμοιβή του ενάγοντος από ποσοστό 20% από το καθένα των δύο ακινήτων που διεκδικήθηκαν, ήτοι το 1/5 της κυριότητας αυτών, θα οφείλεται μόνο αν κερδιθεί η δίκη και αμετάκλητα, δηλαδή και με απόφαση του Αρείου Πάγου, σε περίπτωση δε που η δίκη κερδιθεί αμετάκλητα από την Κοινότητα ....., τότε ο αναιρεσείων ουδεμία αμοιβή θα δικαιούται.

Ενόψει δε ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία, σημειωτέον, μετά το θάνατο της μητέρας της ...... υπεισήλθε στη θέση της, σχετικά με τις υποχρεώσεις της από την πιο πάνω σύμβαση, σύμφωνα με ρητό όρο αυτής (σύμβασης), υποστηρίζει ότι για την αμοιβή του αναιρεσείοντος, αναφορικά με τη δίκη εναντίον των διαφόρων, εκτός της Κοινότητας ......., διεκδικητών του ...

κληροτεμαχίου, υπήρχε η ίδια ως άνω συμφωνία, δηλαδή θα οφείλεται αμοιβή μόνο εάν η δίκη εναντίον των καταπατητών του .... κληροτεμαχίου κερδιθεί αμετάκλητα με απόφαση του Αρείου Πάγου, το Εφετείο έκρινε ότι υπάρχει κενό ως προς τις βουλήσεις που δηλώθηκαν των διαδίκων, ως προς την ύπαρξη ή όχι της πιο πάνω συμφωνίας και ερμηνεύοντας τις βουλήσεις αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, έκρινε ότι έχει συμφωνηθεί ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος να οφείλεται στην περίπτωση που κερδιθούν αμετάκλητα οι δίκες που έχουν ανοιχθεί εναντίον των άλλων, εκτός της Κοινότητας .....

διεκδικητών των ... και .... κληροτεμαχίων. Στην κρίση αυτή, συνεχίζει το Εφετείο, κατέληξε από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει στην απόφασή του. Ειδικότερα στην έγγραφη σύμβαση εργολαβίας δίκης, οριζόταν ότι "στο ποσοστό 20% περιλαμβάνεται και κάθε εργασία που θ' απαιτηθεί να γίνει για την αποβολή της Κοινότητας ......

και όλων των καταπατητών εκ των διεκδικηθέντων ακινήτων". Εξ αυτού προκύπτει ότι η βούληση των διαδίκων ήταν να είναι ίδια τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης, σχετικά με τις δίκες που αφορούσαν την διεκδίκηση των άνω κληροτεμαχίων τόσο από την Κοινότητα της ......

όσο και από τους διάφορους διεκδικητές. Ενόψει δε του ότι για τη δίκη που προέκυψε από τη διεκδίκηση εκ μέρους της Κοινότητας ..... των ... και .... κληροτεμαχίων είχε δηλωθεί ρητώς η βούληση των διαδίκων ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος θα οφείλεται μόνο αν κερδιθεί η δίκη αμετακλήτως, το αυτό θα ισχύει, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, και για την αμοιβή του αναιρεσείοντος από τις δίκες που ανοίχθηκαν λόγω των διεκδικήσεων των κληροτεμαχίων εκ μέρους τρίτων διεκδικητών, δηλαδή ότι η βούληση των διαδίκων σχετικώς με την αμοιβή του αναιρεσείοντος, ήταν να οφείλεται αυτή εάν κερδιθούν αμετακλήτως οι δίκες που ανοίχθηκαν, λόγω της διεκδίκησης των ανωτέρω κληροτεμαχίων εκ μέρους διαφόρων διεκδικητών.

Εξάλλου, το ότι αυτή ήταν η βούληση των διαδίκων συνάγεται και από το γεγονός ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος για τις δίκες που έχουν διεξαχθεί και αφορούσαν τη διεκδίκηση του .... κληροτεμαχίου εκ μέρους των διαφόρων διεκδικητών καταβλήθηκε με την αμετάκλητη περάτωση των δικών αυτών. Αντίθετη κρίση δε συνάγεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Και ναι μεν η αναιρεσίβλητη και η μητέρα της ...... στον αναιρεσείοντα το ...... "πληρεξούσιο πώλησης ακινήτων" της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικ. Παναγιωτοπούλου, με το οποίο παρεχόταν σ' αυτόν η πληρεξουσιότητα "να πωλήσει, μεταβιβάσει, παραχωρήσει και παραδώσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, με οποιοδήποτε τίμημα και όρους σε οποιονδήποτε τρίτο, ακόμη και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση ........., το 1/5 εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου επί ακινήτων πρώην κληροτεμαχίων με αριθμούς ...και ....

περί των οποίων σχετική είναι η 569/1994 απόφαση του Εφετείου Κρήτης", πλην όμως, όπως προκύπτει από το ίδιο το προεκτιθέμενο περιεχόμενο του πληρεξουσίου, στο οποίο γίνεται αναφορά στην 569/1994 απόφαση του Εφετείου, χορηγήθηκε αυτό σ' εκτέλεση υποχρεώσεως που είχαν αναλάβει, από την προαναφερόμενη σύμβαση εργολαβίας δίκης, η αναιρεσίβλητη και η ήδη αποβιώσασα μητέρα της, μετά την αμετάκλητη περάτωση της δίκης που είχε διεξαχθεί μεταξύ αυτών και της Κοινότητας ....., λόγω μη άσκησης αναίρεσης εκ μέρους αυτής (Κοινότητας) κατά της άνω 569/1994 απόφασης και δεν είχε σχέση με τις δίκες που ανοίχθηκαν μετά τη διεκδίκηση των κληροτεμαχίων από διάφορους διεκδικητές.

Άλλωστε στο ίδιο πληρεξούσιο αναφέρεται ότι τα άνω κληροτεμάχια ήταν επίδικα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και δεν είχαν τελεσιδικήσει οι δίκες που είχαν ανοιχθεί εναντίον των διαφόρων διεκδικητών, περίπτωση στην οποία, εάν δηλαδή το πληρεξούσιο εχορηγείτο ενώ είχαν τελεσιδικήσει οι δίκες εναντίον των διαφόρων διεκδικητών, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος εξαρτάται από την τελεσιδικία των δικών εναντίον των καταπατητών και την αμετάκλητη περάτωση της δίκης εναντίον της Κοινότητας ......

Με βάση αυτά προκύπτει ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος για τις δίκες που έχουν διεξαχθεί σχετικά με το .... κληροτεμάχιο εναντίον των διαφόρων διεκδικητών τελούσε υπό την αίρεση της αμετάκλητης περάτωσης των δικών αυτών, οι οποίες (δίκες) δεν είχαν περατωθεί αμετακλήτως κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Έτσι η αίρεση αυτή δεν πληρώθηκε και η αξίωση του αναιρεσείοντος δε γεννήθηκε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος δικηγόρου, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αλλά, αντιθέτως, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και με ρητή προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, έκρινε ανελέγκτως ότι, με βάση τη συμφωνία, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση ότι θα περατωθούν αμετακλήτως επιτυχώς οι δίκες για καθένα από τα δύο επίδικα κληροτεμάχια μεταξύ της αναιρεσίβλητης και όλων των αντιδίκων της, διεκδικητών των άνω ακινήτων και ότι η συμφωνηθείσα αίρεση δεν πληρώθηκε, διότι δύο από τις ανωτέρω δίκες δεν περατώθηκαν αμετάκλητα.

Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του διαδίκου (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο). Αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο από το ένα μέρος δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι αυτός ζήτησε με την αγωγή του την αμοιβή που συμφωνήθηκε για την επιτυχή έκβαση της δίκης με την Κοινότητα ..... και από το άλλο μέρος έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι η αμοιβή του τελούσε και υπό δεύτερη αναβλητική αίρεση, δηλαδή της επιτυχούς και αμετάκλητης περάτωσης των δικών με τους άλλους διεκδικητές των επίδικων ακινήτων, τον οποίο (ισχυρισμό) η αναιρεσίβλητη δεν πρότεινε στο Πρωτοδικείο.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των προτάσεων της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου προκύπτει α) ως προς το πρώτο σκέλος του αναιρετικού τούτου λόγου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον άνω ισχυρισμό, πλην όμως δέχθηκε με βάση τις αποδείξεις ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος τελούσε υπό την αίρεση της επιτυχούς αμετάκλητης περάτωσης των δικών τόσο με την Κοινότητα ...., όσο και με τους άλλους καταπατητές των ακινήτων και β) ως προς το δεύτερο σκέλος ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε νομίμως ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος τελούσε υπό την άνω αναβλητική αίρεση, δηλαδή της επιτυχούς και αμετάκλητης περάτωσης των δικών που είχαν ανοιχθεί με όλους τους καταπατητές των ακινήτων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου του αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, όχι δε και όταν το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Διότι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, καθεαυτή, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, κατά τη δεύτερη από τις ανωτέρω διατάξεις. Ενόψει τούτων, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 4217/13.8.1996 πληρεξουσίου, με το να μη λάβει υπόψη τούτο στο σύνολό του, το οποίο εάν ελάμβανε υπόψη θα έκρινε ότι η αμοιβή του δεν τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της περάτωσης των δικών με όλους τους διεκδικητές των ακινήτων, πλην της Κοινότητας ...... είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με το λόγο αυτό πλήττεται το διαφορετικό συμπέρασμα του Εφετείου από την εκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.1.2007 αίτηση του ..... για αναίρεση της 511/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ