Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting invalid notice of appeal and correcting lower court's reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a debt collection dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly reject an invalid notice of appeal and misapplied procedural rules concerning enforcement notices. The court ruled that the notice of appeal was legally flawed and the lower court's rejection was substantively correct, merely requiring a correction of its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArt. 80 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 § 2, Art. 924 of the Code of Civil Procedure; Art. 578 of the Code of Civil Procedure: A third party may intervene to support a litigant only if they have a legal interest protected by the intervention, and a notice of appeal containing procedural defects or lacking required elements is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 526 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 526/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Χουσέα. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο. Της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσιβλήτου και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3697/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 388/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013, Α.Π. 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου.
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.
γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 ν. 5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την 18-6-2021, δηλαδή πριν από την 30-12-2023, "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.
Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω ν. 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης." Στην προκείμενη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 8-1-2024 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στον αναιρεσείοντα και την αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες …./17-1-2024 και …./17-1-2024, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Σ.
Π. και Χ. Κ., άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρία", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "G. I.
F. D. A. C.", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας ως προς την επίδικη απαίτηση, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη κατ' άρθρο 325 περ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως κατ' άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη από 14-4-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 388/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 22-7-2013 ανακοπή του ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να ακυρωθεί η …./2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης-αναιρεσίβλητη τράπεζα 72.379,26 ευρώ νομιμοτόκως για απαίτηση από στεγαστικό δάνειο, καθώς και η από 8-7-2013 επιταγή προς εκτέλεση, που της κοινοποίησε η αναιρεσίβλητη κάτω από αντίγραφο απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, επικαλούμενος ακυρότητα λόγω α) παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975, β) αοριστίας της επιταγής προς εκτέλεση, επειδή αυτή δεν περιλαμβάνει περίληψη του δανειστικού συμβολαίου, από την οποία να προκύπτουν τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης και της παθητικής νομιμοποίησης του ιδίου και οι ουσιώδεις όροι του δανείου, με σύντομη μνεία του οφειλόμενου ποσού, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923, και δεν περιέχει ακριβή καθορισμό της απαίτησης κατ' άρθρο 924 ΚΠολΔ, και γ) καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης κατ' άρθρα 281 Α.Κ. και 116 ΚΠολΔ. Η ανακοπή έγινε δεκτή ως προς τον πρώτο λόγο της με την 3697/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και την επιταγή.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 388/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάστηκε η ανακοπή και απορρίφθηκε στο σύνολό της.
Με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π. 631/2020, Α.Π. 1443/2017).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1166/2020). Επίσης, κατά το άρθρο 632 § 6 ΚΠολΔ, με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 3 του ν. 128/1975, "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 Α.Κ., δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.
Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 § 3 ν. 128/1975 δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του, αλλά ούτε και την απαγόρευση μετακύλισής του.
Αλλά ούτε από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου προκύπτει λόγος αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι την εισφορά πρέπει να επιβαρυνθούν τελικά τα πιστωτικά ιδρύματα.
Ήδη δε τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, επομένως υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή εκ των πραγμάτων, δεδομένου ότι, αφού οι Τράπεζες μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα τα επιτόκια των χορηγήσεων, μπορούν και να υπολογίζουν το ποσοστό της εισφοράς στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.
Αλλά και αν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς είχε, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 Α.Κ., ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από το ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο επιτοκίου.
Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της θεσπιζόμενης με αυτόν εισφοράς. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά τη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι τη σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων-δανειοληπτών.
Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θεσπίσεως ανωτάτου ορίου επιτοκίου. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανειακής σύμβασης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη, είναι νόμιμος, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 § 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 Α.Κ., ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο καλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό, ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό του, λογίζεται κατά το άρθρο 293 § 1 εδ.
α' Α.Κ. ως τόκος και συνεπώς νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται με τους λοιπούς καθυστερούμενους τόκους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (Α.Π. 695/2023, Α.Π. 123/2023, Α.Π. 1369/2022, Α.Π. 669/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η …./2013 διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, επειδή στο ποσό, που επιδικάζεται εις βάρος του με αυτήν για το κεφάλαιο της δανειακής απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, περιλαμβάνονται και ποσά, που προέρχονται από παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, η μετακύλιση της οποίας εις βάρος του είχε συμφωνηθεί με τη δανειακή σύμβαση.
Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό αφενός ως αόριστο (αιτιολογία που προσβάλλει ο αναιρεσείων με τον τρίτο αναιρετικό λόγο), και αφετέρου ως μη νόμιμο, με το σκεπτικό ότι ο ανατοκισμός είναι νόμιμος, επειδή η εισφορά του ν. 128/1975 αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 § 3 του ν. 128/1975, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεδομένου ότι, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει τη μετακύλιση της εισφοράς στον αναιρεσείοντα, η εισφορά αυτή αποτέλεσε μέρος του πραγματικού επιτοκίου του δανείου και κατά συνέπεια επιτρεπτώς ανατοκίστηκε από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 1 § 3 του ν. 128/1975 κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 281/2023), που έχουν ως αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (A.Π. 1185/2021, A.Π. 363/2021), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1349/2022, Α.Π. 136/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο παραπονείτο για παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975.
Όπως προαναφέρθηκε, όμως, ο λόγος αυτός απορρίφθηκε από το Εφετείο με διπλή αιτιολογία, αφενός ως αόριστος και αφετέρου ως μη νόμιμος. Εφόσον δε κρίθηκε ως αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσέβαλε τη δεύτερη αιτιολογία, δηλαδή την απόρριψη του λόγου αυτού της ανακοπής ως μη νόμιμου, η δεύτερη αυτή αιτιολογία του Εφετείου αρκεί για να στηρίξει την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής και ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται η πρώτη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 267/2021).
Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016).
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Α.Π. 267/2021, Α.Π. 311/2020, Α.Π. 333/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης με την έκδοση της …./2013 διαταγής πληρωμής είναι καταχρηστική, επειδή αυτή με την προηγούμενη συμπεριφορά της του είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της, δεδομένου ότι, πριν προβεί στην ανωτέρω ενέργεια, με τέσσερεις επιστολές, που του απέστειλε μεταξύ 6-9-2011 και 15-5-2013, πρότεινε σε αυτόν διαπραγματεύσεις για την προσχώρησή του σε προγράμματα αποπληρωμής του δανείου με ευνοϊκούς όρους (μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής, μειωμένες δόσεις, προνομιακό επιτόκιο και περίοδο χάριτος), πλην όμως τελικά αρνήθηκε να τον υπαγάγει σε τέτοιο πρόγραμμα, ούτε αποδέχτηκε πρόταση διακανονισμού του αναιρεσείοντος, που περιλάμβανε την ενοποίηση όλων των δανείων του, τη διαγραφή ποσοστού 25% του συνολικού χρέους και την αποπληρωμή του υπολοίπου σε μηνιαίες δόσεις των 600 ευρώ.
Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι, ενόψει της μη εξυπηρέτησης του δανείου από τον αναιρεσείοντα, η επιλογή του πρόσφορου τρόπου είσπραξης της οφειλής ανήκε στην αναιρεσίβλητη, σε συνδυασμό με το ότι δεν γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα περιστατικών σχετικά με τον πρόσκαιρο χαρακτήρα των οικονομικών του δυσχερειών και τη δυνατότητα μελλοντικής οικονομικής του ανόρθωσης, ώστε να καταστεί δυνατή η εξόφληση του δανείου με παράταση του χρόνου αποπληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση του ως άνω λόγου ανακοπής, αληθινά υποτιθέμενα, δεν αρκούν να στηρίξουν την κρίση ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης αντιτίθεται στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι, ειδικότερα, α) μόνο το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη δεν προσέφυγε άμεσα στη διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης του χρέους με την έκδοση διαταγής πληρωμής, αλλά απηύθυνε επανειλημμένες προσκλήσεις προς τον αναιρεσείοντα για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης, παρέχοντας έτσι σ' αυτόν επαρκή χρόνο για την αναζήτηση κατάλληλου τρόπου προς τακτοποίηση της οφειλής του, δεν αρκεί για να δημιουργήσει στον αναιρεσείοντα την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της, β) η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι απόρροια του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας ελεύθερα κατ' αρχήν αυτή αποφασίζει, χωρίς να έχει νόμιμη υποχρέωση να προτείνει στον οφειλέτη λύση με όρους ασύμφορους για την ίδια, ή να δεχτεί τυχόν ζημιογόνα γι' αυτήν πρότασή του, γ) η μη άσκηση του δικαιώματός της συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες για την αναιρεσίβλητη, συνιστάμενες στη ματαίωση της ικανοποίησης της ως άνω σημαντικού ύψους απαίτησής της, ενώ εξάλλου δεν τίθεται ζήτημα, κατά τα προαναφερθέντα, ανεπίτρεπτης επιδίωξης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της είσπραξης απαίτησης από παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων προκειμένου να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικότητας.
Επομένως, το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για να κρίνει νόμιμο τον προβληθέντα ως άνω λόγο ανακοπής και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, καθ' όσον με αυτόν προβάλλεται επιπλέον παραβίαση του άρθρου 116 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή η διάταξη αυτή είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 459/2023, Α.Π. 1675/2022, Α.Π. 1331/2019).
Κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), πρώην άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Σ.Ε.Κ.) και παλαιότερα άρθρο 177 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Σ.Ε.Ο.Κ.), τα δικαστήρια των κρατών μελών, στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σε αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα με προδικαστική απόφασή τους στο Δικαστήριο της Ένωσης για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση τους θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Καθιερώνεται έτσι με το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης.
Η πρωτοβουλία για την παραπομπή του προδικαστικού ερωτήματος δεν ανήκει στα διάδικα μέρη, αλλά μόνο στο δικαστήριο του Κράτους-μέλους και η απάντηση στο ζήτημα αν υφίσταται ανάγκη απόφασης του Δ.Ε.Κ., ως προϋπόθεση της ανωτέρω παραπομπής, ανήκει αποκλειστικά στην κρίση των εθνικών δικαστηρίων (Ολ.Α.Π. 16/2013, Ολ.Α.Π. 19/1999, Α.Π. 139/2022).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 757/2015), όχι, όμως, και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή, κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι, ιδίως, εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως, και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και, γενικά, εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους πράγματα, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 1119/2021, ΑΠ 651/2013.
ΑΠ 631/2010). Ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα, με το οποίο ζητείτο να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια (Α.Π. 696/2021, Α.Π. 2363/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αίτημα, που αυτός υπέβαλε ενώπιόν του με τις προτάσεις του, περί παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης του ζητήματος αν, κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Οδηγίας 93/13, καθιερώνεται δικονομικός κανόνας που επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά τη διαδικασία για έκδοση διαταγής πληρωμής τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας που συνήφθη μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή.
Ο λόγος αυτός, κατά μέρος που στηρίζεται στον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι το αίτημα περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, εφόσον δε ήθελε γίνει δεκτό ότι με αυτόν προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήκε στην ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου και συνεπώς η επικαλούμενη μη λήψη υπόψη του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 2 § 1 ν. 2251/1994 "Προστασία των καταναλωτών", που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, "όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους", ενώ κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το ν. 3587/2007, "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται." Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 4 περ.
α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το ν. 3587/2007 και πριν από την αντικατάστασή της με το ν. 4512/2018, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνο του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (Α.Π. 1138/2020, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 828/2018).
Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των Γ.Ο.Σ. τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές, εφόσον από την ευρεία διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 § 4 περ.
α' ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.
Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών (Α.Π. 1395/2021, Α.Π. 1138/2020, Α.Π. 368/2019).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 2 ν. 2251/1994, σαφώς προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα γενικού όρου συναλλαγών, που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού προϋποθέτει ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, ιδίως όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή του ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του.
Επίσης, ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη, εκτός των άλλων, και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Κατά συνέπεια, η ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, καθώς και οι ειδικές συνθήκες κατά τη σύναψη της σύμβασης, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά ανάγονται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο καταναλωτής βαρύνεται να επικαλεσθεί κατά τρόπο δικονομικά παραδεκτό και να αποδείξει (Α.Π. 441/2023).
Ενόψει των ανωτέρω, είναι αβάσιμο το αίτημα, που υποβάλλει ο αναιρεσείων με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, να ανασταλεί η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να απευθυνθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δ.Ε.Ε. σχετικά με το εάν, κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Οδηγίας 93/13, καθιερώνεται δικονομικός κανόνας που επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά τη διαδικασία για έκδοση διαταγής πληρωμής, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας που συνήφθη μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή.
Από το άρθρο 57 § 2 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 50 και 40 § 2 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" και τα συμπληρωματικά εφαρμοζόμενα άρθρα 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επιδιδόμενη στον οφειλέτη επιταγή της τράπεζας πρέπει να περιέχει: α) περίληψη του δανειστικού συμβολαίου, στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 50, αναφέρονται οι όροι υπό τους οποίους παρέχεται το δάνειο και η παραχώρηση της υποθήκης, β) περιγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου και γ) σύντομη μνεία του οφειλόμενου ποσού.
Από την περίληψη του δανειστικού συμβολαίου πρέπει να προκύπτουν με σαφήνεια τα στοιχεία της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης της επισπεύδουσας και του διωκόμενου οφειλέτη και οι ουσιώδεις όροι του δανείου, ιδίως το ποσό, η διάρκεια, το επιτόκιο, το ποσοστό της τυχόν προμήθειας, οι τυχόν τοκοχρεολυτικές δόσεις ή άλλος τρόπος εξόφλησης.
Αν η επιταγή αφορά οφειλές από περισσότερες δανειακές συμβάσεις, πρέπει να προκύπτουν τα στοιχεία αυτά χωριστά για κάθε μία. Η περίληψη πρέπει να είναι τόσο ορισμένη ώστε ο καθ' ου να είναι σε θέση να παρακολουθήσει τα περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται, κατά την επιταγή, η οφειλή του, προκειμένου να τα ελέγξει και να προβάλει την τυχόν άμυνά του.
Ως σύντομη μνεία του οφειλόμενου ποσού νοείται η κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα σαφής και ορισμένη έκθεση, με εξειδίκευση και χαρακτηρισμό των σχετικών κονδυλίων, όπως είδος εξόδων, είδος τόκων σε συσχετισμό με το κεφάλαιο, χρονική περίοδο και επιτόκιο. Πάντως, όταν η οφειλή προέρχεται από δανειακή σύμβαση, δεν απαιτείται παράθεση της κίνησης του λογαριασμού, δεδομένου ότι το άρθρο 47 § 2 του ως άνω ν.δ/τος, που προβλέπει το στοιχείο αυτό, εφαρμόζεται μόνο όταν πρόκειται για πίστωση, με ανοιχτό λογαριασμό (Α.Π. 1343/2022, Α.Π. 482/2003, Α.Π. 72/1995).
Η εκτέλεση με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος προϋποθέτει εξασφάλιση του δανείου ή της πίστωσης με παραχώρηση υποθήκης με συμβολαιογραφικό έγγραφο και γίνεται επί του ακινήτου, επί του οποίου έχει εγγραφεί η υποθήκη. Σε αντίθεση με την εκτέλεση που διενεργείται με βάση τις κοινές διατάξεις, τίτλος εκτελεστός είναι εν προκειμένω η δανειακή ή πιστωτική σύμβαση σε συνδυασμό με την πράξη παραχώρησης υποθήκης.
Η επιταγή, η οποία στην εκτέλεση με τον τρόπο αυτό επέχει και θέση κατασχετηρίου, αφού εγγράφεται στο βιβλίο κατασχέσεων και η εγγραφή της επέχει θέση αναγκαστικής κατάσχεσης (Α.Π. 909/2006), πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που εξειδικεύουν την επισπευδόμενη απαίτηση, δηλαδή, στην περίπτωση του δανείου, περίληψη του δανειστικού εγγράφου, με τους όρους του δανείου και την παραχώρηση υποθήκης, περιγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου και μνεία του οφειλόμενου ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.
Τα εν λόγω στοιχεία εξειδικεύουν τη δανειακή απαίτηση και το ενυπόθηκο ακίνητο, επί του οποίου θα επιβληθεί η κατάσχεση και θα εξακολουθήσει η εκτέλεση, και παρέχουν τη δυνατότητα στον οφειλέτη ή να συμμορφωθεί με την επιταγή, καταβάλλοντας την οφειλή του, ή να αντιτάξει την άμυνά του, γνωρίζοντας σε κάθε περίπτωση την ταυτότητα και το ύψος του χρέους, καθώς και το ενυπόθηκο ακίνητο, επί του οποίου επίκειται η εκτέλεση.
Ανεξάρτητα από τις διατάξεις αυτές, η τράπεζα μπορεί σε κάθε περίπτωση να επισπεύσει την εκτέλεση με βάση τις κοινές διατάξεις, λαμβάνοντας δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής και κοινοποιώντας στον οφειλέτη αντίγραφο απογράφου του τίτλου αυτού με επιταγή προς πληρωμή βάσει των διατάξεων του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από το άρθρο 924 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ' αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.
Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και εναπόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων (Α.Π. 244/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής του και δεν κήρυξε άκυρη την επιταγή προς εκτέλεση, η οποία αφενός δεν περιέχει τα στοιχεία, που απαιτούνται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923, δηλαδή περίληψη του δανειστικού συμβολαίου, από την οποία να προκύπτουν τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης και της παθητικής νομιμοποίησης του ιδίου και οι ουσιώδεις όροι του δανείου, με σύντομη μνεία του οφειλόμενου ποσού, και αφετέρου δεν περιέχει ακριβή καθορισμό της απαίτησης κατ' άρθρο 924 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αδυνατεί να αμυνθεί έναντι του ενδεχόμενου μη νομίμων χρεώσεων και να υφίσταται δικονομική βλάβη.
Ωστόσο, από τα αναφερόμενα στην ανακοπή του αναιρεσείοντος, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς εκτιμάται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, δεν προκύπτει ότι η επισπευδόμενη εις βάρος του εκτέλεση γίνεται κατά τις διατάξεις του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, αφού δεν αναφέρεται προεχόντως ότι για την εξασφάλιση του δανείου έχει παραχωρηθεί υποθήκη με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Αντιθέτως, από τα περιστατικά, που περιλαμβάνονται στην ανακοπή, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη επισπεύδει εις βάρος του αναιρεσείοντος εκτέλεση για τη δανειακή της απαίτηση με βάση τις κοινές διατάξεις, όπως έχει σε κάθε περίπτωση δικαίωμα να πράξει, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι έλαβε διαταγή πληρωμής και προέβη σε έναρξη της εκτέλεσης με κοινοποίηση επιταγής κάτω από αντίγραφο απογράφου εκτελεστού αυτής.
Εφόσον από τα αναφερόμενα στην ανακοπή προκύπτει ότι η εκτέλεση δεν επισπεύδεται βάσει των διατάξεων του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, δεν έχουν εφαρμογή οι ειδικότερες ρυθμίσεις αυτού και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα λόγω μη τήρησης των ανωτέρω διατάξεων, δεν είναι νόμιμος.
Επίσης, όπως προκύπτει από την ανακοπτόμενη από 8-7-2013 επιταγή προς πληρωμή της αναιρεσίβλητης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο (Α.Π. 72/1995), με αυτήν εξειδικεύεται η οφειλή κατά κεφάλαιο (72.379,26 ευρώ), τόκους (υπολογιζόμενους επί του κεφαλαίου από 25-7-2012 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό) και έξοδα (1.700 ευρώ για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα, 6 ευρώ για έξοδα λήψης απογράφου και αντιγράφου και τέλη απογράφου, 200 ευρώ για σύνταξη και χαρτοσήμανση της επιταγής και 60 ευρώ για κοινοποίηση της επιταγής), ενώ η αιτία της απαίτησης, και συγκεκριμένα η …./16-5-2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου, προκύπτει από το αντίγραφο της διαταγής πληρωμής, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, επομένως η τελευταία περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τη διάταξη του άρθρου 924 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, επομένως, το οποίο απέρριψε τον παραπάνω λόγο της ανακοπής στο σύνολό του ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι η επιταγή περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται από τις διατάξεις του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και του άρθρου 924 ΚΠολΔ, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και είναι αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως.
Ωστόσο, καθ' όσον αφορά την απόρριψη από το Εφετείο του πρώτου σκέλους του λόγου αυτού της ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμου, ενώ αυτό ήταν μη νόμιμο κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να αντικατασταθεί η εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την προδιαληφθείσα ορθή, χωρίς να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής συνιστά καταχρηστική ένσταση και συνεπώς η απόρριψή του για διαφορετική αιτία, έστω και αν η αιτία αυτή ανήκει σε διαφορετική βαθμίδα δικονομικής αξιολόγησης, δεν δημιουργεί διαφορά στην έκταση του δεδικασμένου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και της προσθέτως παρεμβαίνουσας όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 182 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2022 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της 388/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ