526/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Legislator headnote
AI generated526/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων. (ΚΠολΔ 576 παρ.2).
Full text
Απόφαση 526 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 526/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Σ., κατοίκου … , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κλεάνθη Βουλκίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. Μ., 2.Χ. Μ., 3.Ε. χήρας Ι. Μ., το γένος Ε. Τ., 4.Ε. Μ., 5.Σ. Μ., κατοίκων …, 6.Ε. Μ., κατοίκου … 7.Π. Μ., κατοίκου … , 8.Σ. Μ., κατοίκου … , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, που συνεκδικάσθηκε με τις από 31-5-2012 πρόσθετες παρεμβάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2013 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 258/2017 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2019 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις … και … εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Δ. Χ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της Προεδρεύουσας του Γ'Πολιτικού Τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου, και κλήση προς συζήτηση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους παραστάντες, κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιους δικηγόρους ,των 2ου, 3ου, 4ου,5ου και 8ου των αναιρεσιβλήτων Σουλτάνα Σίμητα και των 1ου, 6ης και 7ης των αναιρεσιβλήτων Συμεών Τριανταφυλλίδη, ως αντικλήτων αυτών (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ.2 ν.4335/2015, ΑΠ 395/2019, 643/2019, 472/2019).
Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων. (ΚΠολΔ 576 παρ.2).
2. Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη" .
Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016" .
Με την φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης (και της αναίρεσης), καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ένδικου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έτσι, η προσήλωση στην φραστική αυτή διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Συνεπώς, για τους άνω κυρίως λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται, επί της προθεσμίας των ένδικων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί, ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.
Επομένως, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση. Η δε με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου.
Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία "Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του" (Ολ ΑΠ 10/2018, ΑΠ 111/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι διάταξης ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 2/2001, 1/1999, ΑΠ 792/2015, 145/2014).
Μέσω του παραπάνω λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, και το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων (ΑΠ 664/2018, 498/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που προσκομίζει με επίκληση ο αναιρεσείων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Ά. Σ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την από 04-08-2010 διεκδικητική ακινήτου (οικοπέδου) αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σώρευε και αρνητική αναγνωριστική αγωγή δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου.
Το ανωτέρω δικαστήριο, με την 158/2013 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον ενάγοντα η από 12-07-2016 έφεση που συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θράκης στις 12-05-2017, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 258 /2017 απόφαση.
Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, διότι το Εφετείο έκρινε ότι αφού η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις13-09-2013 και δεν έλαβε χώρα επίδοση αυτής, ενώ η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 13-07-2016, η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της διετούς προθεσμίας για την άσκησή της, η οποία έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού το ένδικο μέσο ασκήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του ν.4335/2015 (1-1-2016).
Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην μείζονα πρόταση, η ένδικη έφεση ήταν εμπρόθεσμη, εφόσον ασκήθηκε εντός της, κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 13-09-2013, δεν επιδόθηκε από κάποιον διάδικο και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 13-07-2016 και με αριθμό43/13-07-2016.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα την έφεση αυτή, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμός 14 αναιρετική πλημμέλεια ήτοι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ενόψει αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 258/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα. ΚΑΙ
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ