Legislator Case Law & Legislation
526/2019 AI generated

526/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 526/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

526/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 526 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 526/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φιλοξενίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κυράτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4506/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2288/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015) και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2288/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η με αριθμ.

Καταθ. 1419/17.4.2015 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 4506/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσία η υπόθεση και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η με αριθμό κατάθεσης 38162/30.9.2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου περί επιδικάσεως αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 556 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της.

Στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 342/2015).

Νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατά την έκφραση του νόμου δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του οποίου επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Συνήθως τα δύο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ' αυτά, αδιάφορο ποιο από τα δύο, για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1438/ 2014).

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 246/2018, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/1010). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης " ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστηματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδειξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 360/ 2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την πληττόμενη υπ' αριθμ. 2288/2017 οριστική απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέβαλε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα "ως αέρα" το συνολικό ποσό των 35.000 ευρώ, εκδίδοντας σε διαταγή του τις με αριθμούς ...602-9 και ...603-7 τραπεζικές επιταγές αξίας 30.000 ευρώ και 5.000 ευρώ, πληρωτέες στην τράπεζα "..." στις 14-06-2007 και 01-03-2008 που εξοφλήθηκαν με την εμφάνισή τους προς πληρωμή στις 15-06-2007 και 07-03-2008, αντίστοιχα, από τον με αριθμό ...344 λογαριασμό του αναιρεσίβλητου στην παραπάνω τράπεζα.

Ότι το ποσόν αυτό κατεβλήθη από τον αναιρεσίβλητο ατύπως και χωρίς καμία νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση από μέρους του στον αναιρεσείοντα, ο οποίος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας πετρελαιοειδών και λιπαντικών με το διακριτικό τίτλο "...", απαίτησε την καταβολή του στον ίδιο προσωπικά, χωρίς φορολογική επιβάρυνση και χωρίς να καταχωρήσει τη λήψη του στα βιβλία της εταιρίας, προκειμένου να παραχωρήσει στον πρατηριούχο αναιρεσίβλητο, ο οποίος ανέκαθεν, επί οκτώ και πλέον έτη συνεργαζόταν με την ως άνω εταιρία, την εκμετάλλευση πρατηρίου υγρών καυσίμων της τελευταίας, που βρίσκεται στην ..., αποκλείοντας κάθε άλλο, ενδιαφερόμενο για την εκμετάλλευσή του, πρόσωπο.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο καταλήγοντας στην κρίση ότι ο αναιρεσείων κατάφερε με τον τρόπο αυτό να αποκομίσει πλουτισμό, χωρίς ο ίδιος να υποβληθεί σε ισάξια οικονομική θυσία, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή στο σύνολό της και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο.

το ποσόν των 35.000 ευρώ εντόκως από την 6.3.2008.

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αιτίας για την οποία ο αναιρεσιβλητος κατέβαλλε σ' αυτόν το ποσό αυτό.

Ο λόγος αυτός στον οποίο διαλαμβάνονται ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, αφενός απέρριψε ως αναπόδεικτους τους αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος σχετικά με την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και συγκεκριμένα ότι οι ως άνω επιταγές δόθηκαν σ' αυτόν χάριν εξοφλήσεως ισόποσου δανείου, το οποίο είχε χορηγήσει στον αναιρεσίβλητο λόγω της αμοιβαίας μεταξύ των εμπιστοσύνης που αναπτυχθηκε από τη μακρόχρονη συνεργασία τους, ενώ από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ίδιο έγγραφα, αλλά και όσα περιέχονται στις καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης υπαλλήλου του αναιρεσιβλήτου αποδεικνυόταν ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σύμβαση ατόκου δανείου και αφετέρου δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης (07-06-2007) είναι και ο χρόνος παράδοσης των επιταγών με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση σχετικά με την αληθή αιτία έκδοσης και παράδοσης αυτών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή οικεία νομική σκέψη αναφέρονται, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα), βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο με την κρίση α) ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεώθηκε από τον αναιρεσείοντα λόγω της υπερέχουσας θέσης του ως προέδρου και διευθύνοντος σύμβουλου της ... ΑΕ, να καταβάλει α' αυτόν το ποσό των 35.000 ευρώ, για να εξασφαλίσει τη συνεργασία του με την εταιρία αυτή στο πρατήριο υγρών καυσίμων στην ..., με την πληρωμή μεταχρονολογημένων επιταγών, πληρωτέων μετά την υπογραφή της σύμβασης, εξαιτίας της οποίας δόθηκαν και β) ότι δεν ασκεί επιρροή στην ένδικη περίπτωση το γεγονός της από μέρους του αναιρεσιβλήτου υπαίτιας καταγγελίας της εν λόγω δεκαετούς διάρκειας σύμβασης, 15 μόλις μήνες μετά την έναρξή της, χωρίς την απόσβεση τουλάχιστον του ποσού των 35.000 ευρώ, για την κατάρτιση της οποίας είχε καταβληθεί, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος όμως αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην εν αρχή οικεία νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς, από το παραπάνω περιεχόμενό του προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία του άρθρου 904 ΑΚ, στο οποίο το Εφετείο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν.

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2288/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ