Legislator Case Law & Legislation
526/2017 AI generated

526/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 526/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

526/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για σιωπηρή κατάργηση της μισθωτικής σύμβασης. Έτσι η εκούσια επιστροφή από το μισθωτή των κλειδιών του επιδίκου μισθίου, δηλαδή απόδοση της χρήσης τούτου στον εκμισθωτή και η εκ μέρους αυτού παραλαβή τους χωρίς καμιά επιφύλαξη ενέχει σιωπηρή κατάργηση της μισθωτικής συμβάσεως.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements subcontractor payment unfair contract terms clausula rebus sic stantibus forfeiture agreement unpaid licensing royalties
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 526 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 526/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Δ., 2) Ά. συζ. Γ. Π., κατοίκων ..., 3) Δ. Π. του Γ., 4) Λ. Τ. Π. του Γ. και 5) Ν. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Καββάγια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. χας Ε. Φ., 2) Χ. Φ. του Ε., 3) Χ. Φ. του Ε. και 4) Α. Φ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3859/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-4-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 1-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 7-4-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 158/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνο κατά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του, κατά το κεφάλαιο των τόκων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 158/2014, απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. Κ.Πολ.Δ.), επί εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά των τελευταίων, για την επιδίκαση καθυστερουμένων μισθωμάτων, την οποία (έφεση) δέχθηκε κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την αγωγή.

Επειδή η οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο και η απόδοση αυτού, προς το σκοπό να λυθεί η μίσθωση, στον εκμισθωτή, ο οποίος δεν αρνείται την παραλαβή του, συνεπάγεται την άμεση λύση της μίσθωσης. Η απόδειξη της λύσης της μίσθωσης, που επέρχεται με τον τρόπο αυτό, συντελείται με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, διότι η λύση αυτή της μίσθωσης δεν απορρέει από τη συμφωνία των μερών, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Π.Δ. 34/1995, κατά την οποία η μίσθωση μπορεί να λυθεί με νεώτερη συμφωνία, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για σιωπηρή κατάργηση της μισθωτικής σύμβασης. Έτσι η εκούσια επιστροφή από το μισθωτή των κλειδιών του επιδίκου μισθίου, δηλαδή απόδοση της χρήσης τούτου στον εκμισθωτή και η εκ μέρους αυτού παραλαβή τους χωρίς καμιά επιφύλαξη ενέχει σιωπηρή κατάργηση της μισθωτικής συμβάσεως.

Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή του, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά ως προς τον τρόπο λύσεως των ενδίκων μισθωτικών συμβάσεων: "...εφόσον οι μισθωτές εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν το μίσθιο χωρίς ο αρχικός (ανέκαθεν) εκμισθωτής (Γ.

Π.) να εναντιώνεται, αντίθετα ελάμβανε τα μισθώματα, μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και η λήξη της ήταν δυνατή με καταγγελία κατά τα άρθρα 608-609 ΑΚ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Επίσης ήταν δυνατή και σιωπηρή λύση της μισθώσεως που μπορούσε να επέλθει με την οικειοθελή αποχώρηση των εναγομένων από το μίσθιο και την ανεπιφύλακτη παραλαβή των κλειδιών από τους ενάγοντες.

Όμως ούτε αυτό είχε συμβεί, δηλαδή η σιωπηρή, διαρκούσης της συμβάσεως μισθώσεως, λύση αυτής. Εν κατακλείδι οι εναγόμενοι δεν κατήγγειλαν ούτε εγγράφως ούτε σιωπηρώς (με παράδοση των κλειδιών) τη μίσθωση του υπ' αριθμ. -5- μισθίου, ούτε των υπολοίπων (υπ' αριθμ. 2, 3 και 4) μισθίων και παρέμειναν στη χρήση αυτών μέχρι τη μεταστέγασή τους σε άλλο μίσθιο χώρο τον Ιούνιο του 2010".

Στη συνέχεια διαλαμβάνει τα εξής: "Οι εναγόμενοι μετά την μετεγκατάσταση της επιχείρησής τους στο νέο μίσθιο χώρο, που είχε ολοκληρωθεί μέχρι τις 15-6-2010, παρέδωσαν στους ενάγοντες τα κλειδιά των επιδίκων μίσθιων καταστημάτων, οι οποίοι και τα παρέλαβαν ανεπιφύλακτα, επελθούσης έτσι της λύσης της μίσθωσης όλων ανεξαιρέτως των μισθίων".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της λύσης των μισθωτικών συμβάσεων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Η ανωτέρω αιτιολογία δεν ενέχει αντίφαση, αλλά καταλήγει σαφώς και ευκρινώς ότι η λύση των συμβάσεων επήλθε με την παράδοση των κλειδιών των καταστημάτων στους μισθωτές, οι οποίοι και τα παρέλαβαν ανεπιφύλακτα.

Έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και άρα είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ανεκτικότητα που επέδειξαν οι αναιρεσείοντες στην καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων από μέρους των αναιρεσιβλήτων μισθωτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 8 και 20 Κ.Πολ.Δ. πλήττει την ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς το ύψος του οφειλομένου μισθώματος του υπ' αριθμ. 5 μισθίου, καταστήματος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/03), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι οι αναιρεσίβλητοι - μισθωτές κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την καταβολή των μισθωμάτων του υπ' αριθμ. 5 μισθίου ακινήτου και συνεπώς ενόψει του ότι από την έλλειψη της υπερημερίας τους είχε εξαρτηθεί η μείωση του μισθώματος αυτού, δεν ίσχυε το μειωμένο συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα των 1.576,50 ευρώ, αλλά το μεγαλύτερο, που αρχικώς είχε συμφωνηθεί, με βάση το οποίο και έπρεπε να γίνει ο υπολογισμός της σχετικής αγωγικής αξίωσης (καθυστερούμενα μισθώματα) αν είχε ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός και όχι με το μειωμένο μίσθωμα, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες - εκμισθωτές επέδειξαν ανεκτικότητα στην καθυστερημένη καταβολή των μισθωμάτων του παραπάνω μισθίου ακινήτου και συνεπώς εμμέσως πλην σαφώς έλαβε υπόψη και απέρριψε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί υπερημερίας και τη συναρτώμενη με την έλλειψη αυτής μείωση του μισθώματος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά ένα μέρος, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες 1) από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς τον τρόπο και το χρόνο λύσης των επιδίκων μισθωτικών συμβάσεων δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων, που περιλαμβανόταν στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο δικαστήριο της ουσίας και 2) από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα, δεχόμενο ότι οι ένδικες μισθωτικές συμβάσεις λύθηκαν την 15-6-2010, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο στην παραπάνω παραδοχή κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι δεν καταλείπεται αμφιβολία, σε συνδυασμό και με τις παραδοχές ως προς το ίδιο ουσιώδες ζήτημα της προσβαλλομένης απόφασης, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία γι' αυτήν ή χωριστή αξιολόγηση, και δεν κατέληξε στην ίδια παραδοχή χωρίς απόδειξη.

Συνεπώς ο λόγος αυτός ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις είναι αβάσιμος.

Επειδή ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν ιδρύεται σε όσες διαδικασίες το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως και στην προκείμενη ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 650 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015 και έχει εφαρμογή ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης (31-7-2014), οπότε και κρίνει ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου δευτέρου του άρθρου 1 του ως άνω Ν. 4335/ 2015.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Τέτοια εσφαλμένη εφαρμογή νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως απόφασης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ., με το άρθρο 5 του Ν. 2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του.

Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας. Με το υπόλοιπο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 12 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος 1) ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ. 12 καθ' όσον στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών κατά την οποία εκδικάσθηκε η υπόθεση, ισχύει ο γενικός κανόνας του ως άνω άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. κατά τον οποίο το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα και 2) ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ. 13 λόγω αοριστίας, αφού εκτός από την αριθμητική επίκληση της σχετικής αναιρετικής πλημμέλειας δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το σφάλμα του Εφετείου υπό την εκδοχή ότι οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα και σε σχέση με ποιόν ισχυρισμό των αναιρεσειόντων.

Επειδή κατά το άρθρο 480 ΑΚ αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος. Έτσι η παροχή του μισθώματος είναι διαιρετή τόσο ενεργητικώς, όσο και παθητικώς.

Αυτό σημαίνει ότι αν υπάρχουν περισσότεροι μισθωτές ή και περισσότεροι εκμισθωτές, ο καθένας μισθωτής, αν δεν έχει συμφωνηθεί ενοχή εις ολόκληρον, υποχρεούται να καταβάλει την αναλογία του και κάθε εκμισθωτής μπορεί να απαιτήσει από το μισθωτή την αναλογία του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το αίτημα της αγωγής, για καταδίκη του καθενός των εναγομένων μισθωτών εις ολόκληρον στην καταβολή του αιτουμένου ποσού οφειλομένων μισθωμάτων, δεν είναι νόμιμο, διότι η παροχή του μισθώματος ως χρηματική είναι διαιρετή.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της κρινόμενης αγωγής προκύπτει, ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι έχει συμφωνηθεί ενοχή εις ολόκληρον. Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και άρα ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής αυτής διάταξης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε', που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε' του Ν. 4055/ 1912, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-4-2014 αίτηση των Γ., Ά., Δ., Λ. Τ. και Ν. Π. περί αναιρέσεως της 158/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ