526/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 526 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated526/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 526 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 526 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 526/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στην…, τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και με δ.τ. "...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά, ο οποίος ανακάλεσε την από 19/11/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Λ., 3) Δ. Ξ. του Κ., 4) Κ. Π. του Ε., 5)Β. Π. του Ε., 6)Α. Π. του Ν., 7)Ν. Π. του Δ., 8)Σ. Π. του Δ., 9)Π. Π. του Ε., κατοίκων ..., 10)Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., 11)Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., 12) Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 13)Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 14)Λ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 15)Γ. Π. του Λ., 16)Κ. Π. του Χ., κατοίκων ..., 17)Π. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., 18)Ε. Σ. του Σ., 19)Χ. Σ. του Γ., 20) Α. Σ. του Α., 21)Α. Τ. του Κ., κατοίκων ..., 22)Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 23)Ι. Τ. του Θ., 24)Α. Τ. του Α., 25) Γ. Τ. του Β., 26) Ά. Φ. του Ι., 27) Α. Φ. του Γ., 28) Η. Χ. του Ν., 29) Ν. Ψ. του Β., κατοίκων ..., 30) Ν. Ψ. του Χ., κατοίκου ..., 31) Δ. Π. του Κ., κατοίκου .... Οι 2ος, 3ος, 7ος, 9ος, 11ος, 12ος, 17ο; 18ος και 30ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ταρσίτσα Καλλιμπάκα - Κυπαρισσίδου, που κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21945/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2346/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8/4/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 10/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3, εδάφιο δεύτερο, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Νόμου 4139/2013 και ισχύει από τις 20-3-2013 "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της υποθέσεως έγινε με επιμέλεια όλων των τριάντα ενός ( 31 ) αναιρεσιβλήτων, όπως αυτό προκύπτει από την με ημερομηνία 31-7-2015 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π., που υπάρχει στην πρώτη σελίδα του επικυρωμένου ακριβούς αντιγράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και το οποίο προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα. Κατά την συζήτηση δε της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκαν οι εκ των αναιρεσιβλήτων 1ος, 4ος, 5ος, 6ος, 8ος 10ος, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος, 19ος, 20ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 25ος 26ος, 27ος, 28ος, 29ος και 31ος. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται, ότι η δικηγόρος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Αναστασία Σπυρίδου, που υπέγραψε την αναφερομένη, σ’ αυτό, παραγγελία έχει πληρεξουσιότητα για να επισπεύσει την συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (24-11-2015), για τους απολειπόμενους 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 16ο, 19ο, 20ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24ο, 25ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο και 31ο αναιρεσιβλήτους, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η ως προς αυτούς ύπαρξη πληρεξουσιότητας. Επομένως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση για τους είκοσι δύο (22) ως άνω αναιρεσιβλήτους και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς, οι οποίοι επέσπευσαν νομίμως την συζήτηση και εκπροσωπούνται από πληρεξούσια δικηγόρο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 16ο, 19ο, 20ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24ο, 25ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο και 31ο, οι οποίοι δεν επέσπευσαν νομίμως την συζήτηση, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως (Α.Π. 7/2014). ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με την οποίαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως και όχι τον ισχύοντα, κατά την κατ’ έφεση δίκη, νεώτερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ. Α.Π. 30/1998). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιον λόγο εφέσεως εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υποθέσεως κατ’ ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεώς του είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ. Α.Π. 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ. Α.Π. 7/2011, Α.Π. 2105/2014). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δ. όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 παρ. 2 του Νόμου 3994/2011 προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν παραβιάσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1385/2015, Α.Π. 1378/2015, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου 2112/1920, των περιπτώσεων 2, 3 και 4 της Υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Νόμου 4093/2012, ως και των άρθρων 2 του Α.Κ. και 24 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ. προκύπτει ότι με την Υποπαράγραφο ΙΑ.12 που φέρει τον τίτλο "Αποζημίωση απολύσεως ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" του άρθρου πρώτου του Νόμου 4093/2012, με έναρξη ισχύος, κατά το καταληκτικό άρθρο τρίτο αυτού, από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 12-11-2012 (Φ.Ε.Κ. Α’ 222/12-11-2012), όπως ορισμένα εδάφια της Υποπαραγράφου αυτής αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 9 και 10 του άρθρου 10 της από 19-11-2012 Π.Ν.Π. (Φ.Ε.Κ. Α’ 229/19-11-2012), αντικαταστάθηκαν το άρθρο 1 και η παρ. 1 του άρθρου 3 του Νόμου 2112/1920, όπως είχαν τροποποιηθεί και μέχρι τότε ίσχυαν και με την περίπτωση 4 της εν λόγω Υποπαραγράφου ΙΑ.12 ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οποιαδήποτε διάταξη ευνοϊκότερη των περιπτώσεων 2 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου, προσαρμόζεται στα προβλεπόμενα από αυτές όρια. Επακόλουθο των ανωτέρω είναι ότι εάν η σχετική αγωγή δεν απορριφθεί στο σύνολό της για τους ανωτέρω λόγους, πάντως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη κατά το κεφάλαιο της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως εκάστου ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη παρόντος αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα κατά το μέτρο που η καταβλητέα αποζημίωση για την αιτία αυτή υπερβαίνει τα όρια τα διαγραφόμενα από τις ανωτέρω, έχουσες εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση διατάξεις της Υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Νόμου 4093/2012, όπως αυτή ισχύει. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφαση, δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποίαν είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή για τον αναιρεσίβλητο Π. Ν. και στο σύνολό της για τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, με την οποία ζητούσαν μισθούς υπερημερίας για : α) αποδοχές από τον Ιούνιο 2010 έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους, β) αποδοχές αδείας 2010, γ) επίδομα αδείας 2010, δ) δώρο Χριστουγέννων 2010, ε) αναλογία δώρου Πάσχα 2010, στ) αποζημίωση αδείας 2011, ζ) επίδομα αδείας 2011 και η) αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα ακόλουθα χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα : 1) Στον Κ. Χ. του Λ. 34.516,80 ΕΥΡΩ, 2) στον Ξ. Δ. του Κ. 67.652,91 ΕΥΡΩ, 3) στον Π. Ν. του Δ. 47.090,90 ΕΥΡΩ, 4) στον Π. Π. του Ε. 71.755,38 ΕΥΡΩ, 5) στον Π. Ν. του Ε. 35.654,64 ΕΥΡΩ, 6) στον Π. Χ. του Α. 48.396,61 ΕΥΡΩ, 7) στον Ρ. Π. του Θ. 34.106,22 ΕΥΡΩ, 8) στον Σ. Ε. του Σ. 35.010,30 ΕΥΡΩ και 9) στον Ψ. Ν. του Χ. 42.748,69 ΕΥΡΩ, με τους νομίμους τόκους κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της αποφάσεως, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία, η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του Νόμου 1892/1990, με την υπ’ αριθμ. 1307/8.7.2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι ανώνυμη τεχνική - κατασκευαστική εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκτέλεση μεγάλων ιδιωτικών και δημόσιων έργων, μόνη της ή με την συμμετοχή της σε κοινοπραξίες και απασχολούσε, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πολυάριθμο προσωπικό. Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, προσέλαβε και απασχόλησε τους ενάγοντες, κατά τους χρόνους, την ειδικότητα και την αμοιβή που θα αναφερθούν στην συνέχεια, για τον καθένα από αυτούς, τους οποίους και άμειβε τακτικά, ούσα συνεπής στις εργοδοτικές της υποχρεώσεις, έως το έτος 2009, οπότε άρχισε να καθυστερεί τις πληρωμές της και να καταβάλει στους μισθωτούς της μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Τούτο οφειλόταν σε οικονομική δυσπραγία, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το έτος 2004 και ήταν σε γνώση των εναγόντων, χωρίς ωστόσο να υποχρεωθεί η εναγομένη να διακόψει ή να αναστείλει, εξαιτίας της δυσπραγίας αυτής, την λειτουργία της. Η εναγομένη είχε προσπαθήσει να υπαχθεί στο άρθρο 44 του Νόμου 1892/1990 υποβάλλοντας διαδοχικές αιτήσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν και υπέρ της αποδοχής των οποίων είχε παρέμβει το επιχειρησιακό σωματείο των εργαζομένων της. Με την από 11-10-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../11-10-2006 αίτηση των τραπεζών ALPHA, ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ, ΕΘΝΙΚΗΣ, PROTON και ATTICA, ζητήθηκε η υπαγωγή της εκκαλούσας στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του Νόμου 1892/1990. Στο διάστημα αυτό η εναγομένη, αφού μείωσε το προσωπικό της, εξακολούθησε την δραστηριότητά της, αναλαμβάνοντας μικρότερα έργα και απασχολώντας τους ενάγοντες, τους οποίους επέλεξε να διατηρήσει στην εργασία τους ως τους πλέον έμπειρους από το προσωπικό της, τους οποίους μάλιστα προέτρεπε να μην εγκαταλείψουν την εργασία τους. Ενώ η διαδικασία της ως άνω αιτήσεως εκκρεμούσε, το Πάσχα του έτους 2010, η εναγομένη ανακοίνωσε στους ενάγοντες, ότι διακόπτει την λειτουργία της, ότι δεν είναι σε θέση να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες και ήδη οφειλόμενες αποδοχές τους, των προηγουμένων μηνών και ότι εναπόκειτο σε αυτούς να πράξουν ότι θεωρούν σωστό για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους. Μετά την εξέλιξη αυτή, οι ενάγοντες προέβησαν, στις 23-4-2010, σε επίσχεση εργασίας, την οποίαν γνωστοποίησαν στην εναγομένη εγγράφως και με την αποστολή εξωδίκου δηλώσεως, από την προηγουμένη. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με την εναγομένη, με τη διαμεσολάβηση του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης και του Υπουργείου Εργασίας, χωρίς να εξευρεθεί λύση, καθώς η εναγομένη είχε εκχωρήσει στις δανείστριες τράπεζες όλες τις απαιτήσεις της κατά του Δημοσίου, που υπερέβαιναν το χρηματικό ποσό των 25.000.000 ΕΥΡΩ, για τις οποίες όμως το Δημόσιο, επιδιώκοντας την ικανοποίηση των δικών του απαιτήσεων, είχε προβεί σε κατάσχεση, εις χείρας τρίτου, δηλαδή των τραπεζών. Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε αμετάβλητη, ωσότου η εναγομένη, στις 30-4-2011, κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, χωρίς να καταβάλει σε κανένα την οφειλόμενη, λόγω της καταγγελίας, αποζημίωση. Στο μεταξύ οι ενάγοντες είχαν ασκήσει αγωγές κατά της εναγομένης για τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, αποζημίωση λόγω υπερωριακής εργασίας κ.λ.π., καθώς και τις αποδοχές υπερημερίας έως και το Μάιο του έτους 2010. Ειδικότερα, οι ενάγοντες άσκησαν τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 38045/2010 αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την συζήτηση της οποίας και μετά από περιορισμό των αιτημάτων τους, η εναγομένη συνομολόγησε το περιεχόμενό της.
Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 34.214/2010 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή και η οποία κατέστη τελεσίδικη, όπως τούτο προκύπτει από το υπ’ αριθμ. .../18-5-2012 πιστοποιητικό του Γραμματέα Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό και με την υπ’ αριθμ. .../18-4-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Κ.. Ακολούθως, η εναγομένη τέθηκε σε εκκαθάριση με την υπ’ αριθμ. 1.307/8-7-2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ανεξαρτήτως της τελεσιδικίας της ανωτέρω αποφάσεως, από τις παραδοχές της δεν παράγεται δεδικασμένο για τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι εφόσον από τον Απρίλιο του έτους 2010, διακόπηκε η λειτουργία της εναγομένης, η τελευταία δεν επρόκειτο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες των εναγόντων, ακόμη και αν αυτές της προσφέρονταν, αφού δεν είχε αντικείμενο για να τούς απασχολήσει, ενώ παράλληλα άφησε να παρέλθει άπρακτο ικανό χρονικό διάστημα, χωρίς να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους και, όταν το έπραξε, δεν κατέβαλε αποζημίωση, καθιστώντας την καταγγελία άκυρη. Όμως, η αναγνώριση της ακυρότητας της τελευταίας, στην περίπτωση που οι ενάγοντες επέλεγαν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα αντί της διεκδικήσεως της νόμιμης αποζημιώσεως, θα την καθιστούσε και πάλι υπόχρεη στην καταβολή των αποδοχών υπερημερίας. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν διέθεταν άλλο μέσο για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους, η ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός τους, την οποίαν παραδεκτώς υπέβαλε με το δικόγραφο της εφέσεώς της, και η οποία συνίστατο στο ότι η μη καταβολή των αποδοχών συνίσταται στην οικονομική της δυσπραγία, γεγονός που οι ενάγοντες γνώριζαν, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Τούτο αφενός επειδή η εναγομένη θα περιερχόταν αναποφεύκτως, για όσους λόγους αναφέρθηκαν πιο πάνω, σε κατάσταση υπερημερίας, ακόμη και αν οι ενάγοντες δεν προέβαιναν σε επίσχεση εργασίας, αφετέρου επειδή, εφόσον είχε ήδη διακόψει την λειτουργία της, η επίσχεση εργασίας των εναγόντων ουδεμία επιζήμια συνέπεια της επέφερε. Αλλά και ο δεύτερος λόγος, για τον οποίον η εναγομένη ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, επειδή κακοβούλως δεν προσπάθησαν να ανεύρουν άλλη εργασία, δέχθηκε το ίδιο Δικαστήριο ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Αντιθέτως δέχθηκε, ότι κατέβαλαν προσπάθειες και, όσοι κατόρθωσαν να απασχοληθούν σε άλλους εργοδότες, παραιτήθηκαν από τις αποδοχές του αντιστοίχου διαστήματος, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια, τα ποσά δε για τα οποία παραιτήθηκαν είναι αυτά που αφαιρούνται από τις αποδοχές υπερημερίας, ειδικά για κάθε ενάγοντα, που προσπορίσθηκε την αντίστοιχη ωφέλεια. Η εξαιτίας της οικονομικής κρίσεως, όμως, δυσμενής συγκυρία, η οποία επέφερε ύφεση στην δραστηριότητα του κατασκευαστικού τομέα και οδήγησε σε ανεργία μεγάλο αριθμό των εκεί απασχολουμένων (γεγονός γνωστό σε όλους), κατέστησε αδύνατη την εξεύρεση άλλης εργασίας για τους υπολοίπους ενάγοντες και επομένως δεν δέχθηκε ότι το δικαίωμά τους να αξιώνουν τις αποδοχές υπερημερίας ασκείται καταχρηστικά. Ομοίως, δεν ασκείται καταχρηστικά το δικαίωμα των εναγόντων να αναζητήσουν την αποζημίωση και το επίδομα αδείας για το έτος 2010, το επίδομα δώρου Χριστουγέννων του έτους 2010 και το επίδομα δώρου Πάσχα του έτους 2011, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου, εφόσον υφίσταντο οι σχέσεις εργασίας τους όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα. Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα, αποδοχές υπερημερίας από τον Ιούνιο του έτους 2010 ως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του καθενός, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί στην συνέχεια, εξαιρουμένων των χρηματικών ποσών κατά τα οποία οι ειδικώς αναφερόμενοι στην συνέχεια ενάγοντες περιόρισαν την αγωγή τους, καθώς και τα προαναφερθέντα επιδόματα δώρων εορτών και αδείας και την αποζημίωση αδείας, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο πριν από την έναρξη της επισχέσεως εργασίας, βάσει αυτών δε η εναγομένη υπολόγισε την οφειλομένη αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως (τα αντίστοιχα για κάθε ενάγοντα ποσά αναγράφονται στα έγγραφα των καταγγελιών), την οποία δεν κατέβαλε. Δεδομένου δε ότι η ίδια η εναγομένη δήλωσε στους ενάγοντες, ότι δεν πρόκειται να τους απασχολήσει ξανά η, λόγω της επισχέσεως εργασίας, απουσία από την εργασία τους δεν μπορεί να εκληφθεί ως σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους τους. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές στους ενάγοντες οφείλονται, για τις αιτίες που δέχθηκε το Δικαστήριο, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά : 1) Στον ενάγοντα Χ. Κ. : Ημερομηνία προσλήψεως : 13-2-1995. Έγγαμος. Ειδικότητα : μηχανοτεχνίτης (εργάτης). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενο ημερομίσθιο κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 64,80 ΕΥΡΩ. Η εναγομένη του οφείλει : Α. 18.921,6 ΕΥΡΩ για αποδοχές λόγω υπερημερίας, 292 ημερομισθίων χρονικού διαστήματος από τον Ιούνιο του έτους 2010 έως 30-4-2011 (δηλ. 292 ημερομίσθια Χ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο 64,80 ΕΥΡΩ) Β. για αποδοχές αδείας του έτους 2010, 1.944 ΕΥΡΩ (δηλ. 30 ημερομίσθια εφόσον είχε συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη Χ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο 64,80 ΕΥΡΩ), πλην όμως ο ενάγων αυτός για την ίδια αιτία, ζήτησε το μικρότερο ποσό των 1.879,2 ΕΥΡΩ, που του επιδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού αυτό δεν μπορούσε να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), ούτε υφίσταται λόγος εφέσεως από τον ενάγοντα που δεν προσέβαλε την εκκαλουμένη. Γ. 842,4 ΕΥΡΩ, για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2010 (δηλαδή 13 ημερομίσθια Χ 64,80 ΕΥΡΩ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο). Δ. 1.620 ΕΥΡΩ (δηλαδή 25 ημερομίσθια Χ 64,80 ΕΥΡΩ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010. Ε. 972 ΕΥΡΩ, για δώρο Πάσχα του έτους 2011 (δηλαδή 15 ημερομίσθια Χ 64,80 ΕΥΡΩ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο). ΣΤ. για αποδοχές αδείας του έτους 2011, 1.944 ΕΥΡΩ, (δηλ. 30 ημερομίσθια εφόσον είχε συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη Χ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο 64,80 ΕΥΡΩ), ζήτησε το μικρότερο ποσό των 1.879,2 ΕΥΡΩ, που του επιδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού αυτό δεν μπορούσε να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), ούτε υφίσταται λόγος εφέσεως από τον ενάγοντα που δεν προσέβαλε την εκκαλουμένη. Ζ. 842,4 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2011 (δηλαδή 13 ημερομίσθια Χ 64,80 ΕΥΡΩ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και Η. 7.560 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (δηλαδή καταβαλλόμενο ημερομίσθιο 64,80 ΕΥΡΩ Χ 100 ημέρες = 6480 ΕΥΡΩ + 1.080 ΕΥΡΩ δια 1/6). Σύνολο οφειλομένων : 34.516,8 ΕΥΡΩ. 2) Στον ενάγοντα Δ. Ξ. : Ημερομηνία προσλήψεως : 4-11-1991. Έγγαμος. Ειδικότητα : χειριστής μηχανήματος (υπάλληλος). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενος μισθός κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 2.335 ΕΥΡΩ. Η εναγομένη του οφείλει : Α. 10.647,60 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας, από τον Ιούνιο του έτους 2010 έως την 18-10-2010, (δηλ. καταβαλλόμενος μισθός 2.335 ΕΥΡΩ Χ 4 μήνες + 14/25 των μηνιαίων αποδοχών του = 9.340 ΕΥΡΩ + 1.307,60 ΕΥΡΩ). Β. 276,95 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας από 19-10-2010 έως 30-3-2011, χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργάσθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ", από την οποίαν ελάμβανε το ποσό των 2.284,09 ΕΥΡΩ μηνιαίως και επομένως, του οφείλεται η διαφορά (2.335 ΕΥΡΩ - 2.284,09 ΕΥΡΩ = 50.91 ΕΥΡΩ Χ 5 μήνες + 11/25 των αποδοχών του = 254,55 ΕΥΡΩ + 22,40 ΕΥΡΩ). Γ. 690,46 ΕΥΡΩ για διαφορές αποδοχών, λόγω της υπερημερίας της εναγομένης του μηνός Απριλίου του έτους 2011, κατά τον οποίο εργάσθηκε στην ως άνω εταιρεία "...", με το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, λαμβάνοντας το ποσό των 1.644,54 ΕΥΡΩ και επομένως, του οφείλεται η διαφορά (2.335 ΕΥΡΩ - 1.644,54 ΕΥΡΩ) και συνεπώς, για αποδοχές υπερημερίας του οφείλεται το συνολικό ποσό των 11.615,01 ΕΥΡΩ. Δ. 2.802 ΕΥΡΩ, για αποδοχές αδείας του έτους 2010 (δηλαδή ένας μισθός 2.335 ΕΥΡΩ + 467 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού καθόσον είχε συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη). Ε. 1.167,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2010 (δηλ. 1/2 μισθού). ΣΤ. 2.335 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010 (δηλαδή 1 μισθός). Ζ. 1.167,5 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού). Η. 2.802 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας του έτους 2011 (δηλαδή ένας μισθός 2.335 ΕΥΡΩ + 467 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού). Θ. 1.167,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού) και Ι) 40.862,40 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (δηλαδή κατ. μισθός 2.335 ΕΥΡΩ Χ 15 μήνες = 35.025 ΕΥΡΩ + 5.837,5 ΕΥΡΩ για 1/6). Σύνολο οφειλόμενων : (11.615,01 ΕΥΡΩ + 2.802 ΕΥΡΩ + 1.167,5 ΕΥΡΩ + 2.335 ΕΥΡΩ + 1.167,5 ΕΥΡΩ + 2.802 ΕΥΡΩ + 1.167,5 ΕΥΡΩ + 40.862 ΕΥΡΩ), 63.918,91 ΕΥΡΩ. 3) Στον ενάγοντα Ν. Π. : Ημερομηνία προσλήψεως : 13-5-1991. Έγγαμος. Ειδικότητα : χειριστής μηχανήματος (υπάλληλος). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενος μισθός κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 2.335 ΕΥΡΩ. Η εναγομένη του οφείλει : Α. 1.408 ΕΥΡΩ, για διαφορές αποδοχών υπερημερίας, από τον Ιούνιο του έτους 2010 έως την 30-4-2011, καθώς ο ως άνω ενάγων εργάσθηκε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "... " και λάμβανε ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 2.207 ΕΥΡΩ και επομένως, δικαιούται τη διαφορά (2.335 ΕΥΡΩ - 2.207 ΕΥΡΩ =) 128 ΕΥΡΩ Χ 11 μήνες. Β. 2.802 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας του έτους 2010 (δηλαδή ένας μισθός 2.335 ΕΥΡΩ + 467 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού). Γ. 1.167,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2010 (δηλ. 1/2 μισθού). Δ. 128 ΕΥΡΩ για διαφορά δώρου Χριστουγέννων του έτους 2010 (2.335 ΕΥΡΩ - 2.207 ΕΥΡΩ που έλαβε από την ...). Ε. 64 ΕΥΡΩ για διαφορά δώρου Πάσχα του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού, 1.167,5 ΕΥΡΩ - 1.103,5 ΕΥΡΩ που έλαβε). ΣΤ. 595 ΕΥΡΩ για διαφορές αποδοχών αδείας του έτους 2010 (δηλαδή ένας μισθός 2.335 ΕΥΡΩ + 467 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού =) 2.802 ΕΥΡΩ - 2.207 ΕΥΡΩ που έλαβε από την ... . 64 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού, 1.167,5 ΕΥΡΩ - 1.103,5 ΕΥΡΩ) και Η. 40.862,40 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση, (δηλαδή κατ. μισθός 2.335 ΕΥΡΩ Χ 15 μήνες = 35.025 ΕΥΡΩ + 5.837,5 ΕΥΡΩ δια 1/6). Σύνολο οφειλομένων 47.090,90 ΕΥΡΩ. 4) Στον ενάγοντα Π. Π. : Ημερομηνία προσλήψεως : 15-10-1990. Έγγαμος. Ειδικότητα : Χειριστής μηχανήματος (υπάλληλος). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενος μισθός κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 2.385 ΕΥΡΩ. Η εναγομένη του οφείλει : Α. 14.310 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας, από τον Ιούνιο του 2010 έως την 30-11-2010 (δηλαδή καταβαλλόμενος μισθός 2.385 ΕΥΡΩ Χ 6 μήνες). Β. 403,64 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας από 1-12-2010 έως 30-3-2011, χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργάσθηκε στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "....", από την οποία λάμβανε το ποσό των 2.284,09 ΕΥΡΩ μηνιαίως και επομένως, του οφείλεται η διαφορά (2.385 ΕΥΡΩ - 2.284,09 ΕΥΡΩ = 100,91 ΕΥΡΩ Χ 4 μήνες). Γ. 831,82 ΕΥΡΩ για διαφορές αποδοχών, λόγω της υπερημερίας της εναγομένης του μηνός Απριλίου 2011, κατά το οποίο εργάσθηκε στην ως άνω εταιρεία "....", με το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, λαμβάνοντας το ποσό των 1.553,18 ΕΥΡΩ και επομένως του οφείλεται η διαφορά (2.335 ΕΥΡΩ - 1.533,18 ΕΥΡΩ) και συνεπώς για αποδοχές υπερημερίας του οφείλεται το συνολικό ποσό των 15.545,46 ΕΥΡΩ. Δ. 2.862 ΕΥΡΩ, για αποδοχές αδείας 2010 (δηλαδή ένας μισθός 2.385 ΕΥΡΩ + 477 ΕΥΡΩ για 5/25 του μισθού). Ε. 1.192,50 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας 2010 (δηλαδή 1/2 του μισθού). ΣΤ. 1.192,50 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα 2011 (δηλαδή 1/2 του μισθού). Ζ. 2.862 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας 2011 (δηλαδή ένας μισθός 2.385 ΕΥΡΩ + 477 ΕΥΡΩ για 5/25 του μισθού). Η. 1.192,50 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας 2011 (δηλαδή 1/2 του μισθού) και Θ. 44.520 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (δηλαδή καταβαλλόμενος μισθός 2.385 ΕΥΡΩ Χ 16 μήνες = 38.160 ΕΥΡΩ + 6.360 ΕΥΡΩ για 1/6). Σύνολο οφειλομένων : (15.545,46 ΕΥΡΩ + 2.862 ΕΥΡΩ + 1.192,50 ΕΥΡΩ + 2.385 ΕΥΡΩ + 1.192,50 ΕΥΡΩ + 2.862 ΕΥΡΩ + 1.192,50 ΕΥΡΩ + 44.520 ΕΥΡΩ) 71.751,66 ΕΥΡΩ. 5) Στον ενάγοντα Ν. Π. : Ημερομηνία προσλήψεως : 10-12-2004. Έγγαμος. Ειδικότητα : τεχνικός μηχανικός (υπάλληλος). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενος μισθός κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 1.768 ΕΥΡΩ. Η εναγομένη του οφείλει : Α. 19.448 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας, από τον Ιούνιο του έτους 2010 έως την 30-4-2011, (δηλ. καταβαλλόμενος μισθός 1.768 ΕΥΡΩ Χ 11 μήνες). Β. 1.768 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας του έτους 2010 (δηλαδή ένας μισθός). Γ. 884 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2010 (δηλ. 1/2 μισθού). Δ. 1.768 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010 (δηλαδή 1 μισθός). Ε. 884 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού). ΣΤ. 1.768 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας του έτους 2011 (δηλαδή ένας μισθός). Ζ. 884 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού) και Η. 8.250,64 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση, (δηλαδή κατ. μισθός 1.768 ΕΥΡΩ Χ 4 μήνες = 7.072 ΕΥΡΩ + 1.178,6 ΕΥΡΩ δια 1/6). Σύνολο οφειλομένων 35.654,64 ΕΥΡΩ. 6) Στον ενάγοντα Χ. Π. : Ημερομηνία προσλήψεως : 10-5-1993. Έγγαμος. Ειδικότητα : χειριστής μηχανήματος (υπάλληλος). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενος μισθός κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 2.035 ΕΥΡΩ. Ο ως άνω ενάγων, εργάσθηκε από 15-9-2010 έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...", με μηνιαίες αποδοχές, 2.217,33 ΕΥΡΩ, δηλαδή υπέρτερες των καταβαλλομένων από την εναγομένη, πλην του μηνός Απριλίου του έτους 2011, οπότε και εργάσθηκε στην ως άνω εταιρεία με το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, λαμβάνοντας το ποσό των 1.596,47 ΕΥΡΩ. Επομένως, η εναγομένη του οφείλει : Α. 7.122,50 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας, από τον Ιούνιο του έτους 2010 έως την 14-9-2010, (δηλ. καταβαλλόμενος μισθός 2.035 ΕΥΡΩ Χ 3,5 μήνες). Β. 438,53 ΕΥΡΩ για διαφορές αποδοχών υπερημερίας Απριλίου του έτους 2011, (2.035 ΕΥΡΩ - 1.596,47 ΕΥΡΩ που έλαβε από την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "..." = 438,53 ΕΥΡΩ και συνεπώς, για αποδοχές υπερημερίας του οφείλεται το συνολικό ποσό των 7.561,03 ΕΥΡΩ. Β. 2.442 ΕΥΡΩ, για αποδοχές αδείας του έτους 2010 (δηλαδή ένας μισθός και 5/25 των μηνιαίων αποδοχών 2.035 ΕΥΡΩ + 407 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού). Γ. 1.017,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2010 (δηλ. 1/2 μισθού). Δ. 2.035 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010 (δηλαδή 1 μισθός). Ε. 1.017,5 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού). ΣΤ. 2.442 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας του έτους 2011 (δηλαδή ένας μισθός 2.035 ΕΥΡΩ + 407 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού ). Ζ. 1.017,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού) και Η. 30.864,08 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (δηλαδή κατ. μισθός 2.035 ΕΥΡΩ Χ 13 μήνες = 26.455 ΕΥΡΩ + 4.409,16 ΕΥΡΩ δια 1/6). Σύνολο οφειλομένων : (7.561,03 ΕΥΡΩ + 2.442 ΕΥΡΩ + 1.017,5 ΕΥΡΩ + 2.035 ΕΥΡΩ + 1.017,5 ΕΥΡΩ + 2.442 ΕΥΡΩ + 1.017,5 ΕΥΡΩ + 30.864,08 ΕΥΡΩ), 48.396,61 ΕΥΡΩ. 7) Στον ενάγοντα Π. Ρ. : Ημερομηνία προσλήψεως : 27-2-1996. Έγγαμος. Ειδικότητα : χειριστής μηχανήματος (υπάλληλος). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενος μισθός κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 1.566 ΕΥΡΩ. Ο ως άνω ενάγων εργάσθηκε, ως χειριστής, στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία " ..." από 24-9-2010 έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, με μηνιαίες αποδοχές 1.640,25 ΕΥΡΩ, δηλαδή υπέρτερες των καταβαλλομένων από την εναγομένη, πλην του μηνός Απριλίου του έτους 2011, οπότε εργάσθηκε με το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, λαμβάνοντας το ποσό των 1.180,98 ΕΥΡΩ. Επομένως, η εναγομένη του οφείλει : Α. 5.950,80 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας, από 1-6-2010 έως 23-9-2010, (δηλ. καταβαλλόμενος μισθός 1.566 ΕΥΡΩ Χ 3 μήνες + 20/25 των μηναίων αποδοχών του = 4.698 ΕΥΡΩ + 1.252,8 ΕΥΡΩ). Β. 385,02 ΕΥΡΩ για διαφορά αποδοχών υπερημερίας Απριλίου του έτους 2011 (1.566 ΕΥΡΩ - 1.180,98 ΕΥΡΩ) και συνεπώς, για αποδοχές υπερημερίας του οφείλεται το συνολικό ποσό των 6.335,82 ΕΥΡΩ. Γ. 1.879,2 ΕΥΡΩ, για αποδοχές αδείας του έτους 2010 (δηλαδή ένας μισθός και 5/25 των μηνιαίων αποδοχών = 1.566 ΕΥΡΩ + 313,2 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού). Δ. 783 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2010 (δηλ. 1/2 μισθού). Ε. 1.566 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010 (δηλαδή 1 μισθός). ΣΤ. 783 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού). Ζ. 1.879,2 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας του έτους 2011 (δηλαδή ένας μισθός 1.566 ΕΥΡΩ + 313,2 ΕΥΡΩ για 5/25 μισθού). Η. 783 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού) και Θ. 20.097 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (δηλαδή κατ. μισθός 1.566 ΕΥΡΩ Χ 11 μήνες = 17.226 ΕΥΡΩ + 2871 ΕΥΡΩ δια 1/6). Σύνολο οφειλομένων : (6.335,82 ΕΥΡΩ + 1879,2 ΕΥΡΩ + 783 ΕΥΡΩ + 1.566 ΕΥΡΩ + 783 ΕΥΡΩ + 1.879,2 ΕΥΡΩ + 783 ΕΥΡΩ + 20.097 ΕΥΡΩ =) 34.106,22 ΕΥΡΩ. 8) Στον ενάγοντα Ε. Σ. : Ημερομηνία προσλήψεως : 5-8-1997 Έγγαμος. Ειδικότητα : ηλεκτρολόγος (υπάλληλος). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενος μισθός κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 1.833 ΕΥΡΩ. Ο ως άνω ενάγων εργάσθηκε ως ηλεκτρολόγος στην ανωτέρω εταιρεία, με την επωνυμία "..." από 15-9-2010 έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, με μηνιαίες αποδοχές 1.833 ΕΥΡΩ, δηλαδή ίσες με αυτές που λάμβανε από την εναγομένη, πλην του μηνός Απριλίου του έτους 2011, οπότε εργάσθηκε με το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, λαμβάνοντας το ποσό των 1.466,40 ΕΥΡΩ. Επομένως, η εναγομένη του οφείλει : Α. 6.415,50 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας, από 1-6-2010 έως 14-9-2010, (δηλ. καταβαλλόμενος μισθός 1.833 ΕΥΡΩ Χ 3,5 μήνες). Β. 366,60 ΕΥΡΩ για διαφορά αποδοχών υπερημερίας Απριλίου του έτους 2011 (1.833 ΕΥΡΩ - 1.466,40 ΕΥΡΩ) και συνεπώς, για αποδοχές υπερημερίας του οφείλεται το συνολικό ποσό των 6.782,1 ΕΥΡΩ. Γ. 2.199,6 ΕΥΡΩ, για αποδοχές αδείας του έτους 2010 (δηλαδή ένας μισθός και 5/25 των μηνιαίων αποδοχών = 1.833 ΕΥΡΩ + 366,6 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού). Δ. 916,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2010 (δηλ. 1/2 μισθού). Ε. 1.833 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010 (δηλαδή 1 μισθός). ΣΤ. 916,5 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού). Ζ. 2.199,6 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας του έτους 2011 (δηλαδή ένας μισθός 1.833 ΕΥΡΩ + 366,6 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού). Η. 916,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού) και Θ. 19.246,50 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (δηλαδή κατ. μισθός 1.833 ΕΥΡΩ Χ 9 μήνες = 16.497 ΕΥΡΩ + 2.749,5 ΕΥΡΩ δια 1/6). Σύνολο οφειλόμενων : (6.782,1 ΕΥΡΩ + 2.199,6 ΕΥΡΩ + 916,5 ΕΥΡΩ + 1.833 ΕΥΡΩ + 916,5 ΕΥΡΩ + 2.199,6 ΕΥΡΩ + 916,5 ΕΥΡΩ + 19.246,50 ΕΥΡΩ) 35.010,30 ΕΥΡΩ. 9) Στον ενάγοντα Ν. Ψ. του Χ. : Ημερομηνία προσλήψεως : 3-2-1997. Έγγαμος. Ειδικότητα : χειριστής μηχανήματος (υπάλληλος). Ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του : 30-4-2011. Καταβαλλόμενος μισθός κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του : 2.101 ΕΥΡΩ. Ο ως άνω ενάγων εργάσθηκε, ως χειριστής, στην πιο πάνω εταιρεία, με την επωνυμία "..." από 15-9-2010 έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, με μηνιαίες αποδοχές 2.100,57 ΕΥΡΩ, δηλαδή ίσες με τις καταβαλλόμενες από την εναγομένη, πλην του μηνός Απριλίου 2011, οπότε εργάσθηκε με το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας και έλαβε το ποσό των 1.512,41 ΕΥΡΩ και επομένως, η εναγομένη του οφείλει : Α. 7.353,50 ΕΥΡΩ για αποδοχές υπερημερίας, από τις 1-6-2010 έως τις 14-9-2010 (2.101 ΕΥΡΩ Χ 3,5 μήνες). Β. 588,59 ΕΥΡΩ για διαφορά αποδοχών υπερημερίας του μηνός Απριλίου του έτους 2011 (2.101 ΕΥΡΩ - 1.512,41 ΕΥΡΩ) και συνεπώς, για αποδοχές υπερημερίας του οφείλεται το συνολικό ποσό των 7.942,09 ΕΥΡΩ. Γ. 2.521,2 ΕΥΡΩ, για αποδοχές αδείας του έτους 2010 (δηλαδή ένας μισθός και 5/25 των μηνιαίων αποδοχών = 2.101 ΕΥΡΩ + 420,2 ΕΥΡΩ). Δ. 1.050,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2010 (δηλ. 1/2 μισθού). Ε. 2.101 ΕΥΡΩ για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010 (δηλαδή 1 μισθός). ΣΤ. 1.050,5 ΕΥΡΩ για δώρο Πάσχα του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού). Ζ. 2.521,2 ΕΥΡΩ για αποδοχές αδείας του έτους 2011 (δηλαδή ένας μισθός 2.101 ΕΥΡΩ + 420,2 ΕΥΡΩ δια 5/25 μισθού). Η. 1.050,5 ΕΥΡΩ για αποδοχές επιδόματος αδείας του έτους 2011 (δηλαδή 1/2 μισθού) και Θ. 24.511,70 ΕΥΡΩ για την εκ του νόμου οφειλομένη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (δηλαδή κατ. μισθός 2.101 ΕΥΡΩ Χ 10 μήνες = 21.010 ΕΥΡΩ + 3.501,6 ΕΥΡΩ δια 1/6). Σύνολο οφειλομένων : (7.942,09 ΕΥΡΩ + 2.521,20 ΕΥΡΩ + 1.050,5 ΕΥΡΩ + 2.101 ΕΥΡΩ + 1.050,5 ΕΥΡΩ + 2.521,2 ΕΥΡΩ + 1.050,5 ΕΥΡΩ + 24.511,70 ΕΥΡΩ) 42.748,69 ΕΥΡΩ. Με βάση την προαναφερθείσα περίπτωση 3 της Υποπαραγράφου Ι.Α.12 του άρθρου πρώτου του Νόμου 4093/2012, το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, οι μηνιαίες αποδοχές των αναιρεσιβλήτων Ξ. Δ., Π. Ν., Π. Π., και Π. Χ. ανέρχονταν στα χρηματικά ποσά των 2.335 ΕΥΡΩ, 2.335 ΕΥΡΩ, 2.385 ΕΥΡΩ και 2.Ο35 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, που υπερέβαιναν, τα επιτρεπόμενα, από το νέο νόμο, όρια των 2.000 ΕΥΡΩ, για τον καθένα εξ αυτών, καθώς και τις ημερομηνίες προσλήψεώς τους που έλαβαν χώρα στις 4-11-1991, 13-5-1991, 15-10-1990 και 10-5-1993, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε και υποχρέωσε την εναγομένη, να καταβάλει στον πρώτο το επιπλέον ποσό των 1.172,40 ΕΥΡΩ, στο δεύτερο το επιπλέον ποσό των 1.172,40 ΕΥΡΩ, στον τρίτο το επιπλέον ποσό των 1.796,67 ΕΥΡΩ και στον τελευταίο ως άνω αναιρεσίβλητο το επιπλέον ποσό των 40,75 ΕΥΡΩ.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ανωτέρω, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 2112/1920 και των περιπτώσεων 2, 3 και 4 της Υποπαραγράφου Ι.Α.12 του άρθρου πρώτου του Νόμου 4093/2012, ως και των άρθρων 2 του Α.Κ. και 24 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ. και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του είναι βάσιμος.
Η κατά το Νόμο 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, αποζημίωση των υπαλλήλων, των απολυομένων χωρίς την τήρηση των περί προμηνύσεως διατάξεων του άρθρου 1 του προκειμένου Νόμου, εφόσον δεν υπερβαίνει τις αποδοχές έξη (6) μηνών δι’ έκαστον, καταβάλλεται από τον εργοδότη κατά την ημέρα της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Εάν η αποζημίωση είναι μεγαλύτερη των αποδοχών των έξη (6) μηνών μέρος αυτής, το δε υπόλοιπο επιπλέον ποσό σε τριμηνιαίες δόσεις, εκάστη των οποίων δεν δύναται να είναι κατώτερη των αποδοχών τριών μηνών, εκτός εάν προς εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως υπολείπεται μικρότερο ποσό. Η πρώτη των δόσεων είναι καταβλητέα την επομένη ημέρα της συμπληρώσεως τριμήνου από της απολύσεως. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 3 του Νόμου 3863/2010 προκύπτει ότι, όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημιώσεως, που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη ημέρα της συμπληρώσεως διμήνου από την απόλυση. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 341 του Α.Κ. προκύπτει ότι αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε και επιδίκασε αποζημίωση ίση με αποδοχές τεσσάρων (4) μηνών στον αναιρεσίβλητο Π. Ν. του Ε., εννέα (9) μηνών στον αναιρεσίβλητο Σ. Ε. του Σ., δέκα (10) μηνών στον αναιρεσίβλητο Ψ. Ν. του Χ., ένδεκα (11) μηνών στον αναιρεσίβλητο Ρ. Π. του Θ., δέκα τριών (13) μηνών στον αναιρεσίβλητο Π. Χ. του Α., δέκα πέντε (15) μηνών στον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους Ξ. Δ. του Κ. και Π. Ν. του Δ. και τέλος δέκα έξη (16) μηνών στον αναιρεσίβλητο Π. Π. του Ε., με αποτέλεσμα να μην δεχθεί την υποχρέωση περί τμηματικής, σε διμηνιαίες δόσεις, καταβολής της αποζημιώσεως και συνακόλουθα περί σταδιακής αντιστοίχως ενάρξεως της τοκοφορίας τους.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ανωτέρω, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και επόμ. του Νόμου 2112/1920, 3 του Νόμου 3863/2010 και 341 του Α.Κ. και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι βάσιμος.
Τέλος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι υποχρεούται η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που τελεί υπό το καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, να καταβάλει στον καθένα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα χρηματικά ποσά που εκτίθενται σ’ αυτήν με τους νομίμους τόκους από τους χρόνους που αναφέρονται στο σκεπτικό της, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αφορούν την, στην συγκεκριμένη περίπτωση, έναρξη και λήξη της τοκογονίας των απαιτήσεων των εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, καθώς και τον τρόπο καταβολής τους.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που, με την απόφασή του αυτή δέχθηκε τα ανωτέρω, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Νόμου 3863/2010 και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι επέσπευσαν νόμιμα την συζήτηση και παρέστησαν κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΧΩΡΙΖΕΙ την υπόθεση ως προς τους 2ο, 3ο, 7ο, 9ο, 11ο, 12ο, 17ο, 18ο και 30ο των αναιρεσιβλήτων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 16ο, 19ο, 20ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24ο, 25ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο και 31ο των αναιρεσιβλήτων. ΔΙΚΑΖΕΙ την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους εννέα (9) αναιρεσιβλήτους, που αναφέρονται στην πρώτη διάταξη.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 2346/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους αναιρεσιβλήτους που αναφέρονται στην προηγουμένη διάταξη.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους αυτούς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2016. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ