526/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated526/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ιδιότυπος χαρακτήρας της ΑΤΕ ΑΕ οδήγησε στο χαρακτηρισμό της ως οργανισμού διφυούς χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε εξουσία, που ησκείτο από το Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάστηκε στην ΑΤΕ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4332/1929.
Full text
Απόφαση 526 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 526/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ε. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Αγγελόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 569/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-11-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 21-1-2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χαραλαμπίας Σίμου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 569/10 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 8.7.2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 444/09 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 12/7/08 αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσείουσας, για εξάλειψη της αναφερόμενης σ' αυτήν υποθήκης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ημεδαπό ή αλλοδαπό εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω από την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που την δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.
Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ. ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005). Με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει περιορισμούς υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως, αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιον τρόπο ή σε τέτοιον βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999).
Προς τις διατάξεις αυτές συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και η "δίκαιη δίκη", που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικού χαρακτήρα, καθιερώνοντας την "δίκαιη δίκη" υπό την ευρύτερη έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, οι δε σχετικοί περιορισμοί δεν πρέπει να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τρόπο ή σε τέτοιο σημείο που το δικαίωμα να χάνει την ουσία του.
Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνον διεθνή ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (Ολ. ΑΠ 21/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας ν. 4332/1929, η ΑΤΕ ΑΕ αποτελεί αυτόνομο τραπεζιτικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση αγροτικής πίστης σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.
Ως ειδικότεροι σκοποί της ΑΤΕ ΑΕ αναφέρονται στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών τους επιχειρήσεων κ.ά. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από τον χρόνο της σύστασής της η ΑΤΕ ΑΕ αποτελούσε φορέα ενάσκησης της αγροτικής πίστης, έχοντας ως σκοπό την συστηματική παροχή στα ασχολούμενα με τη γεωργία πρόσωπα των απαιτουμένων μέσων για τη βελτίωση των όρων διεξαγωγής των αγροτικών εργασιών.
Ο ιδιότυπος χαρακτήρας της ΑΤΕ ΑΕ οδήγησε στο χαρακτηρισμό της ως οργανισμού διφυούς χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε εξουσία, που ησκείτο από το Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάστηκε στην ΑΤΕ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4332/1929.
Πέραν όμως της άσκησης δημόσιας εξουσίας, η ΑΤΕ ΑΕ εμφάνιζε ιδιαιτερότητες ως προς την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, αφού ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν ήταν πρωτεύων, ενώ οι πιστοδοτήσεις των προσώπων που είχε ως αντισυμβαλλομένους στη χορήγηση δανείων (αγρότες, αγροτικούς συνεταιρισμούς, πρόσωπα ασχολούμενα με τη γεωργία) εμφάνιζαν αυξημένους κινδύνους ως προς την έγκαιρη και ασφαλή εξόφληση.
Αποτέλεσμα αυτών ήταν η καθιέρωση σειράς ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, όπως εκείνο για την εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα οφειλετών της ΑΤΕ με μονομερή δήλωση της, δυνάμει του άρθρου 12 ν. 4332/1929, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η ΑΤΕ δικαιούται οποτεδήποτε να εγγράφη υποθήκην επί ακινήτων των οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλειαν των εξ οιασδήποτε αιτίας απαιτήσεών της, ως αύται καθορίζονται εν άρθρω 8 παρ. 1 του καταστατικού της νόμου δυνάμει των δανειστικών ή εν γένει αποδεικτικών των απαιτήσεών της εγγράφων.
Η εγγραφή της υποθήκης ταύτης, ως και της συμβατικής, είναι απηλλαγμένη παντός τέλους και δικαιώματος. Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί κτημάτων των συνυποχρέων υφίσταται εφ' όσον η σχετική υποχρέωσις εγενήθη μετά την κύρωσιν της παρούσης συμβάσεως. Επίσης η ΑΤΕ δικαιούται να έγγραφη υποθήκην προς ασφάλειαν των οιασδήποτε φύσεως δανείων της, καλλιεργητικών, μέσης και μακράς προθεσμίας και πιστώσεών της επ' ανοικτώ λογαριασμώ, άμα τη υπογραφή της οικείας συμβάσεως, δυναμένης να είναι και ιδιωτικής και ανεξαρτήτως της αμέσου ή μη παροχής του δανείου ή της πιστώσεως.
Ομοίως, δια την παραχώρησιν της συμβατικής υποθήκης προς την ΑΤΕ ή και εγγραφήν τοιαύτης εκ Νόμου, δεν ισχύουσιν αι απαγορεύσεις και περιορισμοί του άρθρου μόνου του Ν. 2143/1952, "περί τροποποιήσεως του Ν. 3250" και του άρθρου 73 του ν.δ. 1285/52 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων κλπ". Η εξάλειψις, περιορισμός και διαγραφή εγγεγραμμένης υποθήκης, επιταγής ή κατασχέσεως, υπέρ της ΑΤΕ, δύναται να γίνει και άνευ συμβολαιογραφικής πράξεως, δι' απλής και μονομερούς αιτήσεως αυτής, προς τον οικείον υποθηκοφύλακα και απαλλάσσεται παντός τέλους και δικαιώματος".
Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ν. 1697/1987 προστέθηκε εδάφιο 1α' στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4332/1929, με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της ΑΤΕ ΑΕ στη διενέργεια οιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών, ενώ με το άρθρο 26 παρ. 1 και 4 του ν. 1914/1990 ορίζεται ότι: "Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του νέου καταστατικού της, που θα καταρτισθεί απ' αυτήν μέσα σε έξι (6) μήνες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, βάσει των διατάξεων περί ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών και που θα εγκριθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας (παρ. 1).
Όλες οι ειδικές ρυθμίσεις, που αφορούν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και αναφέρονται ιδίως στα προνόμιά της, ουσιαστικά και δικονομικά, στις απαλλαγές της, φορολογικές και άλλες, στους τίτλους απαιτήσεων της, στην διασφάλιση των απαιτήσεών της και γενικά στο πρόσωπο αυτής ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται αμετάβλητα στο πρόσωπο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ (παρ. 4)".
Τέλος, με το άρθρο 26 παρ. 8 και 9 του ν. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ και έχει εφαρμογή και στην ΑΤΕ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, προβλέπεται: "Διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών, που έχουν την έδρα στην Ελλάδα, καταργούνται. Τα υφιστάμενα καταστατικά διατηρούν την ισχύ τους και μπορούν να τροποποιηθούν κατά τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών (παρ. 8).
Η εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 17-7/13-8/1923 επεκτείνεται αυτόματα σε όλα, τα κατά την έννοια του παρόντος νόμου πιστωτικά ιδρύματα αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την λειτουργία τους (παρ. 9)". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το καθιερούμενο με την διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4332/1929 προνόμιο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος να εγγράφει υποθήκες σε ακίνητα οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλεια των από οποιαδήποτε αιτία απαιτήσεών της, δυνάμει των δανειστικών ή αποδεικτικών τους εγγράφων και μόνον, κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 1266 ΑΚ, που απαιτεί συμβολαιογραφική δήλωση του παραχωρούντος το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης, διατηρήθηκε ρητώς σε ισχύ με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990, ενώ με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου επιβλήθηκε υποχρέωση μετατροπής της ΑΤΕ σε ανώνυμη εταιρεία εντός εξαμήνου από την δημοσίευση του νόμου αυτού (8.7.1991).
Οι γενικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 8 και 9 του μεταγενεστέρου ν. 2076/1992 για την κατάργηση νόμων που ρυθμίζουν τα καταστατικά τραπεζών, εδρευουσών στην Ελλάδα, με διατήρηση σε ισχύ των καταστατικών καθ' εαυτών και επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. της 17-7/13-8/1923 σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα από τον χρόνο παροχής σ' αυτά άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, δεν μετέβαλε το ανωτέρω προνόμιο και τη νομική κατάσταση της ΑΤΕ, διότι η τελευταία είχε ήδη καταστεί ανώνυμη εταιρεία, διατηρώντας το καταστατικό της και τα προνόμια της με τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 του ν. 1914/1990, το οποίο ο νομοθέτης ηθελημένα δεν κατάργησε, για την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού της ΑΤΕ.
Αυτό ενισχύεται και από το ότι ακολούθησαν νομοθετικές επεμβάσεις προς περιορισμό προνομίων της ΑΤΕ (βλ. άρθρο 26 ν. 3229/2004), τα οποία είχαν διατηρηθεί με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990. Το ανωτέρω προνόμιο όμως, που επιτρέπει την εγγραφή υποθήκης από την ΑΤΕ σε ακίνητα οφειλετών ή συνυποχρέων με την επίδειξη προς τον υποθηκοφύλακα μόνον των δανειστικών ή αποδεικτικών εγγράφων, διευκολύνοντας έτσι την παροχή εμπράγματης ασφάλειας για την οφειλή με λιγότερες δαπάνες του οφειλέτη και λιγότερες διατυπώσεις για την πιστούχο ΑΤΕ, δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων πιστωτών της.
Ειδικότερα, δεν παραβιάζεται με το ως άνω προνόμιο της ΑΤΕ, ως προς τους τρίτους πιστωτές της, η συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε αντιβαίνει αυτό στο δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας, κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αναγωγή από τον νομοθέτη, μέσω του άρθρου 12 ν. 4332/1929, σε ειδικό τίτλο προς εγγραφή υποθήκης των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ της ΑΤΕ και των τρίτων, που συναλλάσσονται με αυτή, προφανώς εξυπηρετεί λόγους συγκεκριμένης σκοπιμότητας και κοινωνικού συμφέροντος χάριν της επίτευξης του κύριου σκοπού της ΑΤΕ για την παροχή κάθε τραπεζικής εργασίας και υπηρεσίας, που συμβάλλει ταχέως και αποτελεσματικά, στην ανάπτυξη της οικονομικής ζωής και ιδίως του αγροτικού τομέα (πρβλ.
Ολ. ΑΠ 25/2006, βλ. ΑΠ 360/10). Επομένως, το Εφετείο που δεχόμενο τα ίδια απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, ως μη νόμιμη, για εξάλειψη, λόγω ακυρότητας, της εγγραφείσας υποθήκης επί ακινήτου του, μονομερώς από την αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα Α.Ε.
με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα των απαιτήσεών της κατ' αυτού από ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωση της ακυρότητας στην εγγραφή της υποθήκης κατ' εφαρμογήν της προσβαλλόμενης, ως αντισυνταγματικής, ρύθμισης του άρθρου 12 ν. 4332/1929, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, ο δε αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, ως προς την επικουρικώς προβαλλόμενη αιτίασή του για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8/11/11 αίτηση του Γ. Ε. για αναίρεση της 569/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ