526/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη ια να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22733/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1233/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/9/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated526/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 526 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 526/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη ια να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Δ.-Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μανωλάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ο. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουβουκλιανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22733/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1233/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/9/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 30/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12/9/2012 αίτησης του Σ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1233/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου των.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ` αριθμ. 11770/20-3- 1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β`, 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει 1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών ημερησίως, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26- 2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) ότι στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι την συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας.
Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%) διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.
Με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα.
Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν μέχρι την 31-3-2001 το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα.
Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνο η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθημέρου.
Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίως υπερεργασιακής απασχόλησης, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί των 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Από 1- 4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976.
Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή, για κάθε ώρα, προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1-10-2005) το παραπάνω άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: 1.
Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5.
Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της υπ' αριθμ. 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες την εβδομάδα και με το άρθρο 6 της υπ' αριθ, 40/1985 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ., η αγωγή, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα στοιχεία που αναγράφονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή τους από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, με τις οποίες καθορίζεται το ωράριο εργασίας των, με σχέση εργασίας εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων, προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης, για υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, απαιτείται, αλλά και αρκεί να εκτίθεται (εκτός των λοιπών στοιχείων) ο αριθμός των ωρών, που καθημερινά είχε απασχοληθεί ο εργαζόμενος, αφού έτσι και με βάση τα προβλεπόμενα από το νόμο, μπορεί να διακριβωθεί από το δικαστήριο, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, αν ο εργαζόμενος εργάσθηκε ή όχι υπερωριακά και πόσο, ώστε να κριθεί το βάσιμο του σχετικού αγωγικού αιτήματος.
Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Τέλος, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με την από 23.3.2009 και με αριθμό καταθέσεως 12081/24.3.2009 αγωγή του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι την 15.11.2003 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως οδηγός βυτιοφόρου συρόμενου φορτηγού οχήματος, για τη μεταφορά και διανομή υγρών καυσίμων και έκτοτε προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του, πλην όμως ο εναγόμενος από την 12 .11. 2008 έπαυσε αδικαιολόγητα να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, περιελθών έτσι σε υπερημερία εργοδότη.
Ότι περαιτέρω, από την πρόσληψή του και κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου έως και την 31η Μαΐου και από την 1η Οκτωβρίου έως και την 31η Δεκεμβρίου. κάθε έτους παρείχε τις υπηρεσίες του επί 6 ημέρες εβδομαδιαία για τις δύο εβδομάδες του κάθε μήνα, κατά μέσο όρο, ενώ τις υπόλοιπες δύο εβδομάδες εργαζόταν επί πενθήμερο, το δε ημερήσιο .ωράριο εργασίας του ήταν από ώρα 06.00 έως και ώρα 24.00, δηλαδή εργαζόταν 18 ώρες ημερησίως και 90 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ κατά τους υπόλοιπους μήνες κάθε έτους, δηλαδή από τον Ιούνιο έως και τον Σεπτέμβριο εργαζόταν πέντε ημέρες την εβδομάδα και δη τις 2 ημέρες την εβδομάδα κατά μέσο όρο με το αυτό ως άνω ωράριο, δηλαδή από ώρα 06.00 έως και ώρα 24.00 (18 ώρες ημερησίως), ενώ τις υπόλοιπες ημέρες εργαζόταν σύμφωνα με το συμβατικό του ωράριο, εβδομαδιαίως δε επί 56 ώρες, πλην όμως για την εν λόγω υπερωριακή του εργασία δεν του κατέβαλε κανένα ποσό ο ενάγων.
Ότι, τέλος, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του εργαζόταν ανελλιπώς 2 Σάββατα κάθε μήνα κατά τα χρονικά διαστήματα από την 1η Ιανουαρίου έως και την 31η Μαΐου και από την 1η Οκτωβρίου έως και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, κατά τα αναλυτικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, πλην όμως ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε τίποτε για την εργασία του αυτή, υποχρεούμενος έτσι να του καταβάλει το 1/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε ημέρα Σαββάτου βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ του οφείλει και τη νόμιμη αμοιβή του για την υπερωριακή του εργασία κατά τα Σάββατα, ανερχομένη σε 10 ώρες κάθε Σάββατο (18 ώρες το σύνολο των ωρών εργασίας του - 8 ώρες το νόμιμο ωράριο).
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, εκτός των άλλων και το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσόν, για πέρα από το νόμιμο ωράριο, απασχόλησή του. Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και καθόσον αφορά το συγκεκριμένο αίτημα, αφού διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της η διάρκεια της εβδομαδιαίας και κάθε μέρα απασχόλησης του ενάγοντα, ώστε ευχερώς να δύναται το δικαστήριο της ουσίας, να ερευνήσει το βάσιμο του αιτήματος, αφενός και αφετέρου η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, να αμυνθεί επ' αυτού.
Εξάλλου, για την αναφερόμενη στην αγωγή εργασία κατά τα Σάββατα, ζητείται χωριστή αποζημίωση, τόσο για τις οκτώ πρώτες ώρες απασχόλησής του, όσο και για υπόλοιπες, πέραν του οκταώρου ώρες. Επομένως, το εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, για αοριστία της αγωγής, κατά το ως άνω αίτημά της, δεν υπέπεσε τις από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλειες, αφού, για την κρίση του αυτή: α) δεν αρκέσθηκε σε περιστατικά λιγότερα, από όσα αξιώνει νόμος, για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής, ως προς το ανωτέρω αίτημά της, β) δεν έλαβε υπόψη του θεμελιωτικά γεγονότα, που δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και γ)τα περιστατικά αυτά, που περιλαμβάνοντα στην αγωγή, είναι επαρκή, προς νομική θεμελίωση της αγωγής.
Επομένως, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο τα αντίθετα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση και καθόσον αφορά τα χρονικά όρια εργασίας του ενάγοντος, το εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) μετέβαινε το πρωί, συνήθως περί ώρα 06.00, με το βυτιοφόρο όχημα του εναγομένου στις αποθήκες της JET OIL στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, προκειμένου να προβεί στη φόρτωσή του με υγρά καύσιμα.
Η. διαδικασία φορτώσεως διαρκούσε μία περίπου ώρα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων όφειλε να βρίσκεται στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, με συνέπεια να πρόκειται περίπτωση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή υπερωριακής εργασίας.
Στη συνέχεια μετέβαινε διαδοχικά στον εκάστοτε προορισμό του, όπου ξεφόρτωνε τα υγρά καύσιμα στους διάφορους πελάτες, μετά δε το πέρας των δρομολογίων παρέδιδε το βυτιοφόρο στη Ν. Μηχανιώνα. Κατά τη χειμερινή περίοδο και δη από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο και από τον Οκτώβριο -έως και τον Δεκέμβριο κάθε έτους (επί 7 μήνες) η κίνηση ήταν αυξημένη, λόγω της διανομής και πετρελαίου θέρμανσης, με συνέπεια να εργάζεται και ο ενάγων περισσότερες ώρες καθημερινά.
Ειδικότερα κατά τους μήνες αυτούς ο ενάγων εργαζόταν επί 10 κατά μέσο όρο ώρες και δη συνήθως από - ώρα 06.00 έως και 16.00. Επίσης κατά το διάστημα αυτό εργαζόταν, εκτός από τις εργάσιμες ημέρες Δευτέρα έως και Παρασκευή, και ένα Σάββατο κάθε μήνα, για την αντιμετώπιση των έκτακτων και αυξημένων αναγκών ανεφοδιασμού των ιδιωτών με πετρέλαιο θέρμανσης, χωρίς όμως να υπερβαίνει το νόμιμο ημερήσιο ωράριο των 8 ωρών.
Τα παραπάνω για την κατά μέσο όρο απασχόληση του ενάγοντος κατά τη χειμερινή περίοδο προκύπτουν κυρίως από τη συνδυαστική εξέταση των προσκομισθέντων από τον ενάγοντα ταχογράφων του βυτιοφόρου που οδηγούσε - και των προσκομισθέντων από τον εναγόμενο συγκεντρωτικών δελτίων δρομολογίων. Υπό τα δεδομένα αυτά κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 30.4.2004 και από 1.10.2004 έως 30.4.2005 ο ενάγων συμπλήρωνε κάθε εβδομάδα 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και 7 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, ενώ κατά τα διαστήματα από 1.10.2005 έως 30.4.2006, από 1.10.2006 έως 30.4.2007, από 1.10.2007 έως 30.4.2008 και από 1.10.2008 έως 12.11.2008 συμπλήρωνε κάθε εβδομάδα 5 ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης και 5 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης.
Όμως ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε καμία αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση. Δικαιούται έτσι ο ενάγων τα παρακάτω ποσά για τις άνω αιτίες: 1) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 και μέχρι την 30.4.2004 δικαιούται α) για ιδιόρρυθμες υπερωρίες το ποσό των (1.267,77 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 0,006 =7,60 ευρώ το.
ωρομίσθιο + 3,68 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 50% = II, 40 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας Χ 3 ώρες την εβδομάδα Χ 16 εβδομάδες) 547,20 ευρώ, και β) για παράνομες υπερωρίες το ποσό των (7,60 ευρώ το ωρομίσθιο Χ 250% = 19 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται ως αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας Χ 7 ώρες την "εβδομάδα Χ 16 εβδομάδες) 2.128 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των (547, 20 ευρώ για ιδιόρρυθμες υπερωρίες + 2.128 ευρώ για παράνομες υπερωρίες) 2.675,20 ευρώ. 2) κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2004 και μέχρι την 30.4.2005 δικαιούται α) για ιδιόρρυθμες υπερωρίες το ποσό των (1.267, 77 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 0, 006 = 7, 60 ευρώ το ωρομίσθιο + 3,68 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 50% = 11,40 ευρώ το ποσό -που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας Χ 3 ώρες την εβδομάδα Χ 28 εβδομάδες) 957,60 ευρώ, και β) για παράνομες υπερωρίες το ποσό των (7,60 ευρώ το ωρομίσθιο Χ 250% = 19 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται ως αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας Χ 7 ώρες την εβδομάδα Χ 28 εβδομάδες) 3.724 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των (957,60 ευρώ για ιδιόρρυθμες υπερωρίες + 3.724 ευρώ για παράνομες υπερωρίες) 4.681,60 ευρώ. 3) κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2005 και μέχρι την 31.12.2005 δικαιούται α) για υπερεργασία το ποσό των (1.375,27 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 0,006 = 8,25 ευρώ, το ωρομίσθιο + 2,06 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 25% =10,31 ευρώ το ποσό που έπρεπε να.
καταβάλλεται για κάθε ώρα υπερεργασίας Χ 5 ώρες την εβδομάδα Χ. 12.. εβδομάδες)... 618 ,-60 - ευρώ, και-β) για κατ' εξαίρεση υπερωρίες το ποσό των (8,25 ευρώ το ωρομίσθιο + 8,25 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 100% = 16,50 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5 ώρες την εβδομάδα Χ 12 εβδομάδες) 990 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των (618,60 ευρώ για υπερεργασία + 990 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες) 1.608,60 ευρώ. 4) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 και μέχρι την 30.4.2006 δικαιούται α) για υπερεργασία το ποσό των (1.505,47 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 0,006 = 9,03 ευρώ το ωρομίσθιo +2,25 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση -25% = 11,28 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα υπερεργασίας Χ 5 ώρες την εβδομάδα Χ 16 εβδομάδες) 902, 40 ευρώ, και β) για κατ' εξαίρεση υπερωρίες το ποσό των (9,03 ευρώ το ωρομίσθιο + 9,03 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 100% = 18,06 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5 ώρες την εβδομάδα Χ 16 εβδομάδες) 1.444,80 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των (902,40 ευρώ για υπερεργασία + 1.444,80 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες) 2.347,20 ευρώ. 5) κατά το χρονικός διάστημα από 1.10.2006 και μέχρι την 30.4.2007 δικαιούται α) για υπερεργασία το ποσό των α).614,16 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός Χ , 006 = 9,68 ευρώ το ωρομίσθιο + 2,42 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 25% = 12,10 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα υπερεργασίας Χ 5 ώρες την εβδομάδα Χ 28 εβδομάδες) 1.694 ευρώ, και β) για κατ' εξαίρεση υπερωρίες το ποσό των (9,68 ευρώ το ωρομίσθιο + 9,68 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 100% = 19,36 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5 ώρες την εβδομάδα Χ 28 εβδομάδες) 2.710,40 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των (1.694 ευρώ για υπερεργασία + 2.710,40 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες) 4.404,40 ευρώ. 6) κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2007 και μέχρι την 31.12.2007 δικαιούται α) για υπερεργασία το ποσό των (1.505,47 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 0,006 = 9,03 ευρώ το ωρομίσθιο + 2,25 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 25% = 11,28 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα υπερεργασίας Χ 5 ώρες την εβδομάδα Χ 12 εβδομάδες) 676,80 ευρώ, και β) για κατ' εξαίρεση υπερωρίες το ποσό των (9,03 ευρώ το ωρομίσθιο + 9,03 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 100% = 18,06 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5 ώρες την συνολικά το ποσό των (676, 80 ευρώ για υπερεργασία + 1.083,60 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες) :1.760,4 ευρώ. 7) κατά το ..
χρονικό - διάστημα -από- 1.1.2008 και μέχρι την 30.4.2008 και από 1.10.2008 έως και 12.11.2008 δικαιούται α) για υπερεργασία το ποσό των (1.675,67 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 0,006 = 10, 05 ευρώ το. ωρομίσθιο + 2,51 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 25% = 112,56 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα υπερεργασίας Χ 5 ώρες την εβδομάδα Χ 21 εβδομάδες) 1.318,80 ευρώ, και β) για κατ' εξαίρεση υπερωρίες το ποσό των (10,05 ευρώ το ωρομίσθιο + 10,05 ευρώ η νόμιμη προσαύξηση 100% =20,10 ευρώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλλεται για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας Χ 5 ώρες την, εβδομάδα Χ 21 εβδομάδες) 2.110,50.
ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των (1.318,80 ευρώ για υπερεργασία + 2.110,50 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωρίες) 3.429,30 ευρώ. Επομένως συνολικά δικαιούται για την πέραν των νόμιμων χρονικών ορίων εργασία του το ποσό των (2.675,20 + 4.681,60 + 1.608,60 + 2.347,20 + 4.404,40 + 1.760,40 + 3.429,30) 20.906,70 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, αφού αναφέρει πόσες ώρες εργαζόταν επιπλέον του κανονικού, ημερησίως, αλλά και, κυρίως, πόσες ώρες εργαζόταν κάθε εβδομάδα, με συνέπεια ευχερώς να δύναται να ελεγχθεί αν ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των νόμων, που διέπουν την επίδικη έννομη σχέση και ειδικότερα αυτές των άρθρων 4 των Ν. 2874/2000 και 3385/2005, και με τις οποίες, για τον χαρακτηρισμό της πέραν του 40ώρου εργασίας, ως υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης ή υπερωρίας, λαμβάνεται υπόψη η συνολική εβδομαδιαία απασχόληση.
Ούτε ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνονται στην απόφαση τα στοιχεία του παράνομου χαρακτήρα των υπερωριών, που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος, ήτοι ότι αυτός εργάσθηκε χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων από το νόμο διατυπώσεων (Ν.Δ. 515/1970), εφόσον το ζητούμενο στην προκείμενη περίπτωση, είναι η πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι αυτή έγινε σύννομα, αποτελεί ένσταση του εναγομένου-εργοδότη, αποδεικτέα από αυτόν. Όμως στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα δεν προκύπτει ότι προέβαλε έναν τέτοιο ισχυρισμό. Επομένως, το εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις, των άρθρων 4 των νόμων 2874/2000 και 3385/2005.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς δε 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559, αριθ., περ.γ' Κ.Πολ.Δικ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στα έγγραφα περιλαμβάνονται και αυτά, που εκτιμώνται προς έμμεση απόδειξη, ήτοι προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγο αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τα έγγραφα αυτά, πλην εκτίμησε διαφορετικά την αποδεικτική τους αξία, σε σχέση με τα όσα υποστηρίζει ο διάδικος, που τα επικαλέσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά έγγραφα, που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τις αναφερόμενες στην αίτηση "συγκεντρωτικές μηνιαίες καταστάσεις δρομολογίων με τις συνημμένες σ' αυτές φορτωτικές, από τις οποίες προέκυπτε πόσα ακριβώς δρομολόγια εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος και ποιες ημέρες".
Όμως, από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο, προς συναγωγή της σχετικής κρίσης του, έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", σε συνδυασμό με την ειδική επισήμανση, ότι "τα παραπάνω, για την κατά μέσο όρο απασχόληση του ενάγοντος κατά τη χειμερινή περίοδο προκύπτουν κυρίως από τη συνδυαστική εξέταση των προσκομισθέντων από τον ενάγοντα ταχογράφων του βυτιοφόρου και των προσκομισθέντων από τον εναγόμενο συγκεντρωτικών δελτίων δρομολογίων", προκύπτει με σαφήνεια ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα, που επικαλείται ο αναιρεσείων, προς εξαγωγή του σχετικού αποδεικτικού πορίσματός του και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, τρίτος (και τελευταίος), από τον αριθμό δε 11,περ.γ' του άρθρου 559 αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2012 αίτηση του Σ. Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1233/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ