526/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 526 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 526/2011
Legislator headnote
AI generated526/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 526 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 526/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 526 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 526/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Β. του Λ., 2) Ρ. συζύγου Α. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεονύμφη Τζώρα και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Καπετανέα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πανούση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/7/2003 και 2/6/2004 αγωγές του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 2/12/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την με αριθμό κατάθεσης 3249/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26201/2005 μη οριστική και 2167/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 265/2008 μη οριστική και 2078/2009 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω δύο εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/6/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 22/12/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη σχετική διατύπωση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με αυτή προσβάλλονται οι αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμούς 265/2008 (εν μέρει οριστική) και 2078/2009 (οριστική) που αναφέρονται στις κύριες αγωγές του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναιρέσεως καθ' όσον στρέφεται κατά της 265/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και αναφέρεται στις κύριες αγωγές του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτη. Τούτο γιατί με την άνω οριστική απόφαση του Εφετείου κρίθηκε το θέμα της υπαιτιότητας στο ένδικο ατύχημα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως προς την οποία όμως υπαιτιότητα στο αναιρετήριο δεν διατυπώνεται κανένας λόγος αναιρέσεως. Αντιθέτως δεν προσβάλλονται οι αποφάσεις του Εφετείου, που αναφέρονται στην παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την οποία στην αίτηση αναιρέσεως δεν διατυπώνεται κανένα παράπονο. Επομένως έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 Α.Κ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. προκύπτει, ειδικότερα, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του, και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης, και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη. Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξης ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 Α.Κ., εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό. Το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και. συνεπώς, διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο, περί όλων των ανωτέρω. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικαστικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε αναλέγκτως ότι από τις αποδείξεις προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το ένδικο τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη την 15-8-2001 και περί ώρα 20.20 στη συμβολή των οδών Φιλιππουπόλεως και Ελευθερίας του Δήμου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, από τη σύγκρουση της με αριθ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του (κυρίως) ενάγοντος Α. Δ., με το αριθ. κυκλ. ... αυτ/το ιδιοκτησίας του πρώτου (κυρίως) εναγομένου Θ. Β., το οποίο οδηγούσε η προστηθείσα απ' αυτόν, δεύτερη κυρίως εναγομένη Ρ. Β. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, (η οποία παρίσταται νομίμως υπό τη νέα της επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦ/ΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'', μετά από τροποποίηση του καταστατικού της που εγκρίθηκε με την Κ3-8930/14-9-07 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης), και το οποίο, ατύχημα, όπως ήδη κρίθηκε τελεσίδικα με την 265/08 εν μέρει οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που επικύρωσε την με αριθ. 26201/2005 (εκκαλουμένη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ως άνω εναγομένης οδηγού του ΙΧΕ, τραυματίσθηκε ελαφρά ο ενάγων, Α. Δ.. Συγκεκριμένα την ίδια μέρα μετά το ατύχημα εξετάσθηκε στο εξωτερικό Ιατρείο της Α' χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ της Θεσ/νίκης, όπου του έγινε περιποίηση - καθαρισμός επιφανειακών τραυμάτων του, διαπιστώθηκε ευθειασμός ΑΜΣΣ των Α5-Α6 σπονδύλων. Δεν ανέφερε εκεί κάκωση κεφαλής, ούτε απώλεια συνείδησης, δεν είχε υποστεί κάποιο κάταγμα, και δεν διαπιστώθηκε τίποτα το παθολογικό (βλ. σχ. το 21057/21-8-2001 πιστοποιητικό της Γραμματείας εξωτερ. Ιατρ. του ΑΧΕΠΑ). Ένα μήνα αργότερα εισήχθη και νοσηλεύθηκε στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Γ. Παπανικολάου της Θεσσαλονίκης, επειδή, μετά το ένδικο ατύχημα παρουσίασε απόσυρση, ανηδονία, ελάττωση των κοινωνικών του δραστηριοτήτων και παραμέληση του εαυτού του. Παρέμενε για νοσηλεία 23 ημέρες και η διάγνωση ήταν σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου, για την οποία του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Στη συνέχεια επανεισήχθη και νοσηλεύτηκε στην ίδια κλινική από 8-9-2002 έως 19-9-2002, από 17-10-2002 έως 20-12-2002 και από 21-1-2003 έως 6-2-2003 και οι συνολικές δαπάνες νοσηλείας του ανήλθαν στο ποσό των 4.765,29 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών Γ. Ν. Παπανικολάου), όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Κατά τα μεσοδιαστήματα των νοσηλειών συνέχισε την παρακολούθηση στα εξωτερικά Ιατρεία (βλ. σχ. την αριθ. πρωτ. 19672/08 απάντηση του νοσοκομείου Παπανικολάου). Η κατάστασή του ήδη έχει βελτιωθεί και παρουσιάζει υπολειμματικά στοιχεία, χωρίς να, έχουν εξαλειφθεί τελείως και οι παραληρητικές ιδέες, εμφανίζει όμως ελαφρότερα συμπτώματα, ενώ βρίσκεται συνεχώς υπό φαρμακευτική αγωγή.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, όπως προκύπτει από το ιατρικό του ιστορικό, δεν είχε προβλήματα ψυχικής υγείας πριν το ένδικο τροχαίο ατύχημα, και οι κοινωνικές και διαπροσωπικές του σχέσεις ήταν ομαλές. Μετά την απόλυσή του από το στρατό, σε ηλικία 21 ετών και μέχρι το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος,(15-8-2001) ο ενάγων εργαζόταν ως βοηθός τεχνίτη σε αλουμινοκατασκευές χωρίς να είναι ασφαλισμένος σε δικό του ασφαλιστικό φορέα, γι' αυτό και ήταν έμμεσα ασφαλισμένος στο βιβλιάριο ασθενείας του πατέρα του, ως προστατευόμενο μέλος, στον οργανισμό ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, από 6-6-2001, ενώ στη συνέχεια κρίθηκε ανίκανος προς εργασία και παρατάθηκε το δικαίωμα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από 1-1-05 έως 31-12-2010 στο βιβλιάριο ασθενείας του πατέρα του (βλ. σχ. την αριθ. 14212/08 βεβαίωση τον Ο.Α.Ε.Ε). Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε κληρονομική προδιάθεση και υπήρχαν στο περιβάλλον του ψυχοπιεστικοί παράγοντες που ευνοούσαν την εκδήλωση της ψυχικής νόσου της σχιζοφρένειας, όμως η νόσος του εισέβαλε αιφνίδια μετά από το επίδικο ατύχημα, το οποίο δεν ήταν η αιτία της πάθησής του, αλλά ήταν ένας επί πλέον ψυχοπιεστικός παράγοντας που ευόδωσε και επιτάχυνε την εκδήλωση των συμπτωμάτων της, και συνεχίζει να έχει ενεργά αρνητικά συμπτώματα της νόσου (έλλειψη ενδιαφερόντων, κοινωνική απόσυρση κ.λ.π.) και είναι επιβεβλημένη η συνέχιση της φαρμακευτικής του αγωγής. Σύμφωνα με τα παραπάνω η εμφάνιση της ψυχικής του νόσου συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον τραυματισμό του ενάγοντος σ' αυτό και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης των εναγομένων των δύο κύριων αγωγών είναι ουσία αβάσιμοι.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατά την κρατήσασα άποψη στο δικαστήριο τούτο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης εξ αιτίας ανεπαρκών αλλά και ενδοιαστικών αιτιολογιών, εξ αιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου πράξης (τροχαίου ατυχήματος) και του εξ αυτής επελθόντος στην ψυχική υγεία του ενάγοντος αποτελέσματος (σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου), συνεπεία του οποίου, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αυτός αφ' εντός μεν κατέστη ανίκανος προς εργασία, αφετέρου δε παρίσταται ανάγκη, κατά τους αναφερόμενους στην απόφαση χρόνους να υποβάλλεται σε φαρμακευτική αγωγή και να απαιτούνται προς εξυπηρέτησή του οι υπηρεσίες τρίτου προσώπου. Ειδικότερα: α) το Εφετείο δέχεται ότι κατά το ζημιογόνο τροχαίο, που έλαβε χώρα την 15.8.2001, ο ενάγων τραυματίστηκε ελαφρώς και την ιδία ημέρα εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία της Α' χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, όπου του έγινε περιποίηση-καθαρισμός επιφανειακών τραυμάτων του, δεν διαπιστώθηκε κάκωση της κεφαλής ούτε απώλεια συνειδήσεως και δεν νοσηλεύθηκε. Στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο ότι ένα μήνα μετά το εν λόγω τροχαίο ο ενάγων εισήχθη και νοσηλεύθηκε στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Γ. Παπανικολάου, όπου και νοσηλεύθηκε επί 23 ημέρες με τη διάγνωση "σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου" για την ίδια δε αιτία νοσηλεύθηκε στην ίδια κλινική και κατά τα χρονικά διαστήματα από 8.9.2002 έως 19.9.2002, 17.10.2002 έως 20.12.2002 και από 21.1.2003 μέχρι 6.2.2003, β) ρητώς δέχεται το Εφετείο ότι το ζημιογόνο τροχαίο δεν ήταν η αιτία της άνω νόσου του ενάγοντος, αλλά αυτός είχε κληρονομική προδιάθεση και υπήρχαν στο περιβάλλον του ψυχοπιεστικοί παράγοντες που ευνοούσαν την εκδήλωση της ψυχικής νόσου της σχιζοφρένειας, όμως το ζημιογόνο τροχαίο ήταν ένας επί πλέον ψυχοπιεστικός παράγοντας που ευόδωσε και επιτάχυνε την εκδήλωση των συμπτωμάτων της νόσου και γ) με βάση τις άνω παραδοχές δέχεται το Εφετείο ότι μόνο στην εμφάνιση της νόσου της σχιζοφρένειας συνετέλεσε αιτιωδώς και το ζημιογόνο τροχαίο, μαζί με τους άλλους παράγοντες (κληρονομικότητα και λοιποί ψυχοπιεστικοί παράγοντες στο περιβάλλον του ενάγοντος), γεγονός που σαφώς υποδηλώνει ότι η εν λόγω νόσος προϋπήρχε του ατυχήματος, χωρίς να δέχεται ότι αυτή δεν θα εμφανίζονταν αν δεν είχε λάβει χώρα το τροχαίο κατά το οποίο τραυματίστηκε ελαφρώς ο ενάγων. Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το οικείο σκέλος του λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως της Εισηγήτριας Ιωάννας Λούκα έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι από τις αποδείξεις προέκυψαν ότι παρόλο ότι ο εκ του ατυχήματος τραυματισμός του ήταν ελαφρός, εντούτοις λόγω της υπάρχουσας κληρονομικής προδιαθέσεως το ατύχημα αποτέλεσε ένα ψυχοπιεστικό παράγοντα για την εμφάνιση στον ενάγοντα σχιζοφρένειας παρανοϊκού τύπου, η οποία κατά τη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό και το ένδικο ατύχημα. Δεν είναι ενδοιαστική και υποθετική η παραδοχή της αποφάσεως ότι "εάν δεν συνέβαινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο σύμφωνα με τα παραπάνω συνετέλεσε στην αιφνίδια εκδήλωση της ψυχικής νόσου και που αν δεν συνέβαινε θα μπορούσε και να μην είχε εκδηλωθεί ποτέ (βλ. ιατρική πραγματογνωμοσύνη ιατρού Α. Ωρολογά ψυχιάτρου) αυτός θα εργαζόταν κ.λ.π.". Τούτο γιατί σαφώς το Εφετείο δέχεται ότι μεταξύ του ατυχήματος και του ελαφρού τραυματισμού του παθόντος αφενός και της αιφνίδιας εκδήλωσης της ψυχικής νόσου (σχιζοφρένειας παρανοϊκού τύπου) υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια λόγω της προϋπάρχουσας κληρονομικής προδιαθέσεως. Προστίθεται στα παραπάνω ότι δεν καθίσταται ενδοιαστική και υποθετική η άνω παραδοχή από την εν συνεχεία ως εκ περισσού εκφερόμενη σκέψη της αποφάσεως ότι αν δεν συνέβαινε το ατύχημα, η ψυχική νόσος θα μπορούσε να μην είχε εκδηλωθεί ποτέ, αφού το Εφετείο σαφώς δέχεται όπως παραπάνω εκτέθηκε την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας δεν ήταν δε αναγκαία η πρόβλεψη για μελλοντική εξέλιξη της υγείας του παθόντος αν δεν συνέβαινε το ατύχημα αφού αρκεί η σαφής παραδοχή της αποφάσεως του Εφετείου ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του τραυματισμού και της αιφνίδιας εμφανίσεως της νόσου λόγω της προϋπάρχουσας κληρονομικής προδιαθέσεως.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ..
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, υπ' αριθ. 2078/2009 κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες και τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Αλεξ. Δανιηλίδη καθόσον αφορά την απορριπτόμενη ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά της 265/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν επιδικάζεται γιατί ο άνω αναιρεσίβλητος δεν υπέστη τέτοια αφού με τις προτάσεις του αντέκρουσε την αίτηση αναιρέσεως που στρέφεται κατά της 2078/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.6.2010 αίτηση του Θ. Β. και Ρ. συζ. Α. Β. έναντι του Α. Δ. για αναίρεση της 265/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την άνω αίτηση αναιρέσεως έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.Γ.Α." για αναίρεση των με αριθμούς 265/2008 και 2078/2009 τελεσίδικων αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της άνω αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Αναιρεί την 2078/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έναντι του πρώτου αναιρεσίβλητου Α. Δ..
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Α. Δ. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ