526/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Οι υπό στοιχεία 1, 2β, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 11, 13, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 31, 32, 33, 35, 36, 37, 39, 43, αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Χορομίδη και Διαμαντή Μπιλιάνη, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 14/1/2009 και 15/1/2009 δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ αντίστοιχα, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated526/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην συνέχεια δήλωσε στο ακροατήριο ότι η υπό στοιχείο 24 αναιρεσίβλητη Ψ24, είναι το γένος του ..., και ως εκ τούτου αναφέρεται ως ... στο υπ' αριθμό ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πάτρας Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Full text
Απόφαση 526 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 526/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και στην Πάτρα αντίστοιχα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δήμου Αντιρρίου Αιτωλοακαρνανίας, που εδρεύει στο Αντίρριο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) α) Ψ2-Α, β) Ψ2-Β, κατοίκων ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) α) Ψ4-Α, β) Ψ4-Β, κατοίκων ..., 5) Ψ5, κατοίκου ..., για τον εαυτό του και ως συνεχιστού της δίκης του αρχικά διαδίκου και εν συνεχεία αποβιώσαντα επικαρπωτού πατρός του ΨΨ5, 6) Ψ6, κατοίκου ..., 7) Ψ7, κατοίκου ..., 8) α1) Ψ8-Α1, α2) Ψ8-Α2 και α3) Ψ8-Α3, κατοίκων ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων και συνεχιστών της δίκης του αρχικώς διαδίκου ΨΨ8, β) Ψ8-Β, κατοίκου ..., 9) Ψ9, κατοίκου ..., 10) Ψ10, κατοίκου ..., 11) Ψ11, κατοίκου ..., 12) Ψ12, κατοίκου ..., 13) Ψ13, κατοίκου ..., 14) Ψ14, κατοίκου ..., 15) Ψ15, κατοίκου ..., 16) Ψ16, 17) Ψ17, 18) α) Ψ18-Α, β) Ψ18-Β, 19) α) Ψ19-Α, β) Ψ19-Β, 20) Ψ20, 21) Ψ21, 22) Ψ22, 23) Ψ23, 24) Ψ24, 25) Ψ25, 26) α) Ψ26-Α, β) Ψ26-Β, γ) Ψ26-Γ, δ) Ψ26-Δ, ε) Ψ26-Ε, στ) Ψ26-ΣΤ, 27) Ψ27, 28) α) Ψ28-Α, β) Ψ28-Β, 29) Ψ29, 30) Ψ30, 31) α) Ψ31-Α, β) Ψ31-Β, 32) α) Ψ32-Α, β) Ψ32-Β, γ) Ψ32-Γ, δ) Ψ32-Δ, 33) Ψ33, 34) Ψ34, 35) α) Ψ35-Α, β) Ψ35-Β, κατοίκων ..., 36) α) Ψ36-Α, β) Ψ36-Β, κατοίκων ..., 37) α) Ψ37-Α, β) Ψ37-Β, κατοίκων ..., 38) α) Ψ38-Α, β) Ψ38-Β, 39) α) Ψ39-Α, β) Ψ39-Β, κατοίκων ..., 40) α) Ψ40-Α, β) Ψ40-Β, κατοίκων ..., 41) Ψ41-Α, κατοίκου ..., 42) Ψ42, κατοίκου ..., 43) Ψ43, κατοίκου ... .
Οι υπό στοιχεία 1, 2β, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 11, 13, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 31, 32, 33, 35, 36, 37, 39, 43, αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Χορομίδη και Διαμαντή Μπιλιάνη, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 14/1/2009 και 15/1/2009 δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ αντίστοιχα, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και κατέθεσαν προτάσεις.
Οι υπό στοιχεία 9, 12, 14, 15, 27, 28β, 30, 34, 38, 40β, 41 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Χορομίδη και Θωμά Κουβέλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Ο υπό στοιχείο 40α αναιρεσίβλητος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου.
Οι υπό στοιχεία 26, 28α, 29, 42 αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Διαμαντής Μπιλιάνης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2α αναιρεσίβλητος (Ψ2-Α), απεβίωσε στις 9/10/2002 συμφωνα με τη προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ... ... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν για λογαριασμό του οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού α) Ψ2-ΑΑ και β) Ψ2-ΑΒ, τους οποίους εκπροσώπησε μαζί με τον Κωνσταντίνο Χορομίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στην συνέχεια δήλωσε στο ακροατήριο ότι η υπό στοιχείο 24 αναιρεσίβλητη Ψ24, είναι το γένος του ..., και ως εκ τούτου αναφέρεται ως ... στο υπ' αριθμό ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πάτρας Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2004 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30/9/2005 ανταίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 1213/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/1/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 21/9/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Αντωνίου Παπαθεοδώρου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη του πρώτου των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς: ..., ..., ..., ... και ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου ..., ..., ...και ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Αθηνών ... και ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Άμφισσας ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, καθώς και αντίγραφο της υπ' αριθ. 231/16-10-2007 βεβαιώσεως του Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, από την οποία προκύπτει ότι αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 5-10-2007 για την 15-2-2008 καθώς και σχετική κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία και πάλι η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους Ψ26-Γ, Ψ26-Α, Ψ42, Ψ26-Ε, Ψ26-Δ, Ψ26-Β και Ψ29. Όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ., τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (αρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητός τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.
ΑΠ 22/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος ..., στις 9-10-20002 απεβίωσε στο ... (Π.Π.Ν Πατρών) ο αναιρεσίβλητος Ψ2-Α, ο οποίος όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και νομίμως δημοσιευθείσα από 25-1-2001 ιδιόγραφη διαθήκη του, εγκατέστησε ως κληρονόμους του τα δύο τέκνα του Ψ2-ΑΑ και Ψ2-ΑΒ.
Τον θάνατο του δεν προκύπτει ότι γνώριζε το αναιρεσείον κατά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Επομένως, οι ως άνω κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ψ2-Α, εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους τους Κων/νο Χορομίδη και Διαμαντή Μπιλιάνη, δυνάμει του προσκομιζομένου ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσεβίας Φαροπούλου, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως το θάνατο του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομα της επανάληψη της δίκης που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού και έτσι παραδεκτώς προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου είναι αόριστος ο μνημονευθείς λόγος αναίρεσης, αν δεν διαλαμβάνει 1) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας 2) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό και 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων και των επικειμένων τους, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς την κύρια αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογία ως προς το ύψος της καθορισθείσας αποζημίωσης των εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων, ενώ ως προς την επικουρική αιτίαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε τα περιστατικά που έπρεπε, να διαλαμβάνονται σ' αυτή για να είναι η αιτιολογία της πλήρης, αλλ' ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποιες παραδοχές προκύπτει.
ΙV. Κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδος αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και ε) σε περίπτωση άσκησης εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.
Ως ενιαία απόφαση του Εφετείου για τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των διαδικασιών, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, είναι νοητέα η επιδίκαση των δικαστικών εξόδων του δικαιούχου και όχι η επιπρόσθετη επιδίκαση δικαστικών εξόδων για τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, δεδομένου ότι σε περίπτωση αίτησης στο Εφετείο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης η προσωρινώς καθορίσασα την αποζημίωση απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου καθίσταται, σύμφωνα με τα άρθρα 18 επομ.
ν. 2882/2001, ενόλω ανίσχυρη, ο δε δικαιούχος της αποζημίωσης διάδικος αφού μια φορά θα πληρώσει την αμοιβή του δικηγόρου του, ακόμη και, σε περίπτωση διπλού, προσωρινού και οριστικού, προσδιορισμού της αποζημίωσης, μια φορά πρέπει να λάβει την αμοιβή αυτή από τον αντίδικο του υπόχρεο. 2) Τα δικαστικά έξοδα περιλαμβάνουν α) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), β) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την ενώπιον του Εφετείου παράσταση (άρθρο 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων) γ) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης και των προτάσεων (άρθρα 103 και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων).
Οι υπό στοιχ. (β) και (γ) δικηγορικές αμοιβές καθορίζονται πλήρεις, αφού δεν επιτρέπεται εν προκειμένω ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (άρθρο 18 παρ. 4 ν. 2882/2001). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 εδ. τελευταίο του Συντάγματος, 17 παρ. 4 του ν.δ. 446/1974, 9 παρ. 1, 1α, 5 και 6 του ν. 1093/1980, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, 189 ΚΠολΔ και 100 επομ.
του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αίτησης και προτάσεων ή ανταίτησης και προτάσεων προκειμένου να επιτύχει τον καθορισμό και την είσπραξη της αποζημίωσης, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υπόχρεου και περιέρχεται στο δικαιούχο ώστε να μη επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης, ανέρχεται δε, προκειμένου περί δίκης καθορισμού οριστικής αποζημίωσης ενώπιον του εφετείου, κατά τα άρθρα 100, 103, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, α) σε ποσοστό 2% της αποζημίωσης, για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και κυρίας παρέμβασης, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταίτησης ή κυρίας παρέμβασης με τις προτάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των ανταιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημίωσης, καταδίκασε το αιτούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημίωσης, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων που άσκησαν ανταίτηση με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις τους, την οποία ορίζει "α) στο ποσό των 175 ευρώ για την παράσταση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου μετά των εξόδων και β) σε ποσοστό 3% επί του ποσού της καθοριζόμενης ως άνω οριστικής αποζημίωσης για την αμοιβή των ίδιων δικηγόρων".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107, 110, 111 και 114 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, έπρεπε να καθορίσει την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων που άσκησαν την ανταίτηση με τις προτάσεις και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης και συγκεκριμένα κατά το μέρος που καθόρισε την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων που άσκησαν ανταίτηση με τις προτάσεις σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1213/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ