Legislator Case Law & Legislation
526/2006 AI generated

526/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 526/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουνίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4716/2000, 81/2002 μη οριστικές, 2576/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3103/2003 μη οριστική και 8829/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

526/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ., που έχει ληφθεί, πριν από την έναρξη της παρούσας δίκης που ανοίχτηκε με την από 30-6-1999 αγωγή της, σε άλλη δίκη ασφαλιστικών μέτρων όπου ζήτησε με την από 23-2-1999 αίτησή της κατά του αναιρεσίβλητου να του πληρώσει τα νοσήλια από 21-1-1999 έως 25-2-1999, τα οποία τελικά επιδικάστηκαν με την 15427/1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
fitness to drive unfit notwithstanding health condition accident consequences cessation of accident benefits withdrawal of driving license damages from traffic accident
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 526 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 526/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κορίνα Φασούλη - Γραφανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βαλαβάνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2. Α.Ε.Γ.Α., με την επωνυμία "METROLIFE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουνίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4716/2000, 81/2002 μη οριστικές, 2576/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3103/2003 μη οριστική και 8829/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από το συνδυασμό των άρθρων 671, 674 παρ. 2 και 681Α ΚΠολΔικ, προκύπτει, ότι κατά την ειδική διαδικασία εκδίκασης των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, οι δε μαρτυρίες τρίτων παρέχονται είτε με εξέταση ενώπιον του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, συνεπώς μαρτυρία που έχει ληφθεί κατ' άλλο τρόπο δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Όμως όταν οι μαρτυρίες αυτές έχουν ληφθεί έστω και υπό τύπο ένορκων βεβαιώσεων πριν από την έναρξη της δίκης, τότε νόμιμα, αφού συγχωρείται η εμμάρτυρη απόδειξη, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή απ' αυτές δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας κυριαρχικά και ανέλεγκτα, δέχεται είτε κατά πρόταση του αντιδίκου εκείνου που προσκόμισε ένορκες βεβαιώσεις είτε αυτεπάγγελτα, ότι αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη δίκη.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έφεση (1-9-2002) και τις υποβληθείσες στο εφετείο προτάσεις (5-3-2000), κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε ως έμμεση απόδειξη ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού της, για την ασκούμενη απ' αυτή πριν το ατύχημα επαγγελματική δραστηριότητα και την απώλεια εισοδήματος στο χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό της (20-1-1999) μέχρι 31-12-2004 που παρέμεινε εντελώς ανίκανη για εργασία, την από 19-4-1999 ένορκη βεβαίωση σε συμβολαιογράφο του μάρτυρα Γ.

Κ., που έχει ληφθεί, πριν από την έναρξη της παρούσας δίκης που ανοίχτηκε με την από 30-6-1999 αγωγή της, σε άλλη δίκη ασφαλιστικών μέτρων όπου ζήτησε με την από 23-2-1999 αίτησή της κατά του αναιρεσίβλητου να του πληρώσει τα νοσήλια από 21-1-1999 έως 25-2-1999, τα οποία τελικά επιδικάστηκαν με την 15427/1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών.

Τη βεβαίωση αυτή, αν και επιτράπηκε το εμμάρτυρο μέσον, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτει πώς λήφθηκε ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, χωρίς όμως να δέχεται συγχρόνως ότι η βεβαίωση αυτή έγινε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία στην προκείμενη δίκη.

Συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά της διάταξή της και αγωγικά κονδύλια για απώλεια εισοδήματος της αναιαρεσείουσας από μη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας στο χρονικό διάστημα από 20-1-1999 μέχρι 31-12-2004, για να παραπεμφθεί κατόπιν η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 931 ΑΚ, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932 ΑΚ.

Άρα για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντα. Απαιτείται δηλαδή να συντρέξουν περιστατικά ιδιάζοντα, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.

Εξάλλου, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος ιδρύεται, αν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Έτσι δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολογία απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Περαιτέρω, αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβασης της δίκης (Ολ ΑΠ 5/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια που αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων δεν ενδιαφέρει. Τέλος, ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Από αποκλειστική του υπαιτιότητα ο εναγόμενος Γ.

Σ., ο οποίος την 20-1-1999 οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του και εκινείτο στη λεωφόρο Ποσειδώνος, εγένετο πρόξενος τροχαίου ατυχήματος και συγκεκριμένα επέπεσε με το αυτοκίνητο στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) η οποία βρισκόταν όρθια πίσω από το σταθμευμένο αυτοκίνητο του Γ. Κ. με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της.

Τούτο δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του η οποία δεν πλήττεται κατά τούτο. Η ενάγουσα αμέσως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο Ασκληπιείο Βούλας και στη συνέχεια στο θεραπευτικό κέντρο Αθηνών "Υγεία". Εκεί διαπιστώθηκε ότι αυτή υπέστη: α) συντριπτικό και βαρύτατο επιπλεγμένο κάταγμα δεξιάς κνήμης και περόνης με εκτεταμένες βλάβες και απώλειες μυϊκών μαζών του γαστροκνημίου του δέρματος της περιοχής (de - gloving) σε έκταση 50-60ο/ο της έσω επιφάνειας της κνήμης με αντίστοιχη βλάβη και καταστροφή όλων των αγγείων (φλεβών, αρτηριών, λεμφαγγείων) της περιοχής, πλην των εν τω βάθει αρτηριών και του κνημιαίου και περονιαίου νεύρου, β) υποκεφαλικό κάταγμα αριστερού βραχιονίου και γ) εκτεταμένες εκχυμώσεις στην περιοχή του αριστερού οφθαλμού.

Υπεβλήθη σε εγχείρηση την 21.1.1999. Την 27.1.1999 υπεβλήθη σε νέα εγχείρηση για διόρθωση του κατάγματος της κνήμης και έγινε εκτεταμένη μεταμόσχευση δέρματος. Την 25.2.1999 εξήλθε του θεραπευτικού κέντρου "Υγεία" αφού έλαβε οδηγίες και με την σύσταση όπως παρακολουθείται ως εξωτερική ασθενής. Την 2.5.1999 εισήλθε εκ νέου στο θεραπευτικό κέντρο "Υγεία" για να γίνει εκτίμηση του σταδίου της πώρωσης, να μελετηθεί το θέμα της βαρείας συγκάμψεως του γόνατος και για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της ιπποποδίας του δεξιού άκρου ποδός.

Εξήλθε την 7.5.1999. Την 5.9.1999 έγινε αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης και τοποθετήθηκε ειδικός πλαστικός κηδεμόνας για να προαστατεύει το πόδι της. Την 28.1.2000 η κλινική εικόνα έδειχνε "μείζονα ατροφία των υπολοίπων μυϊκών ινών της γαστροκνημίας που έχουν απομείνει, καλή γενική κατάσταση της πλαστικής εγχείρησης και των ουλών της περιοχής αλλά βαρεία ιπποποδία, που υποχωρεί σιγά - σιγά" και συνεστήθη να συνεχίζει κατά το δυνατόν καθημερινές φυσικοθεραπείες.

Την 12.5.2000 η ενάγουσα "βαδίζει με στήριξη βακτηρίας αγκώνος και προοπτική συν τω χρόνω περαιτέρω επιδείνωσης ως προς το γόνατο και την σύστοιχο ποδοκνημική (αρθρίτης)". Την 20.12.2000 η ενάγουσα παρουσίαζε "σημαντική βελτίωση και α) πόρωση του κατάγματος σε πλημμελή θέση - μεγάλη ραιβότητα (καμπυλότητα) β) έκδηλη δυσκαμψία της συστοίχου ποδοκνημικής - ανύπαρκτη ραχιαία κάμψη γ) εικόνα οστεοπορωτική των οστών του άκρου ποδός και της πέρνας δ) δύσμορφες ουλές με απώλειες μεγάλου τμήματος του γαστροκνημίου και ε) βράχυνση πέραν των 2 cc με το σκέλος σε ραιβότητα έκδηλη στην ορθία στάση και στη βάδιση".

Επίσης την 15.1.2001 κατά την εξέτασή της από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα Ν. Π. παρουσίαζε, ατροφία τετρακεφάλου δεξιά 1,5 cm με περίμετρο της δεξιάς κνήμης στη μεσότητα κατά 6 cm μικρότερη, δυσχρωματική περιοχή από λήψη δέρματος και στους δυο μηρούς διαστάσεων 21Χ21 cm δεξιά 20Χ10 cm αριστερά, δύσμορφη ουλή στη δεξιά κνήμη διαστάσεων 10Χ28 cm, απώλεια μεγάλου τμήματος του γαστροκνημιαίου μυός δεξιά και ίνωση του υπολειπομένου, μόνιμη ιπποποδία δεξιού άκρου ποδός, οίδημα δεξιού άκρου ποδός μετά ορθοστασία, χωλότητα και βάδιση και ραιβότητα της δεξιάς κνήμης έκδηλη στην ορθία στάση και στη βάδιση, ενώ το κάταγμα έχει πορωθεί σε πλημμελή θέση (έξω γωνίαση του κατάγματος 12ο).

Ο πραγματογνώμονας αυτός σύμφωνα με τα παραπάνω ιατρικά δεδομένα αποφαίνεται ότι η ενάγουσα από 20.1.99 έως 20.1.2000 δηλαδή επί ένα έτος είχε πρόσκαιρη μερική ανικανότητα, από 20.1.2000 έως 20.5.2000 δηλαδή επί τετράμηνο είχε πρόσκαιρο μερική ανικανότητα σε ποσοστό 60% , από 20.5.2000 μέχρι 15.1.2001 είχε πρόσκαιρη μερική ανικανότητα σε ποσοστό 40%ο για να ασκεί το επάγγελμα της διευθύνουσας συμβούλου και υπεύθυνης χονδρικής και λιανικής πώλησης εμπορικής εταιρίας.

Κατάληγε δε ότι το ανωτέρω ποσοστό 40% κρίνεται ως μόνιμη μερική ικανότητα εκτός εάν υποβληθεί σε διορθωτική εγχείρηση της ραιβότητας της κνήμης και πιθανή χειρουργική αντιμετώπιση της υφισταμένης ιπποποδίας. Πράγματι η ενάγουσα την 10.1.01 υπεβλήθη σε μείζονα επέμβαση διορθωτικής οστεοτοπίας της δεξιάς κνήμης για την βελτίωση του άξονα φόρτισης του σκέλους και την 3.2.2003 σε μείζονα εγχείρηση επανορθωτικής χειρουργικής στην περιοχή της δεξιάς της γαστροκνημίας.

Στο άνω δε ιατρικό σημείωμα αναφέρεται επίσης ότι από ορθοπεδικής πλευράς έχει ήδη μια μόνιμη (45%) αναπηρία (ιπποποδία σημαντική ατροφία κ.α.) και ότι η παρακολούθηση της θα κρατήσει τουλάχιστον τρεις (3) ακόμα μήνες από ομάδα ορθοπεδικών και πλαστικών ιατρών. Περαιτέρω, λόγω του τραυματισμού της και της περαιτέρω νοσηλείας της η ενάγουσα κατέστη, ολικά ανίκανη για εργασία από 21.1.99 έως 20.1.2000, μερικά ανίκανη και ειδικότερα κατά ποσοστό 60% από 21.1.2000 έως 20.5.2000 και μερικά ανίκανη κατά ποσοστό 40% από 21.5.2000 έως 31.5.2003.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και μετά την 31.5.2003 δεν μπορούσε να εργασθεί αφού από το τελευταίο με ημερομηνία 4.2.2003 ιατρικό σημείωμα του ιατρού Β. Τ. δεν προκύπτει τέτοια αδυναμία. Κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα η ενάγουσα απώλεσε από μισθούς συνολικά το ποσό των δραχμών 11.520.000, το οποίο μετά βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εκέρδιζε από την εργασία της, με την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ και της διεύθυνσης συμβούλου, στην εταιρία "ΕΛ.

ΕΜ. ΕΠ. Ανώνυμη Εταιρία", μέχρι το τέλος Ιουλίου 1999, οπότε και αυτή (η εταιρία) πτώχευσε και μετέπειτα σε άλλη όμοιας ή παρεμφερούς δραστηριότητας επιχείρηση, προσφέροντας τις ίδιες ή παρεμφερείς υπηρεσίες. Επίσης ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι απασχολείτο ενεργά και στο χώρο της μόδας, είτε συμμετέχοντας σε επιδείξεις μόδας είτε διαφημίζοντας διάφορα προϊόντα, με αμοιβή το ποσό των 600.000 δρχ.

για κάθε συμμετοχή. Σύμφωνα όμως με τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι τα μοντέλα λόγω της φύσης του επαγγέλματός των δραστηριοποιούνται στο χώρο αυτό σε νεαρή ηλικία, το δικαστήριο κρίνει, ότι η ενάγουσα η οποία το 1999 και το 2000 θα είχε υπερβεί την ηλικία των 60 ετών, δεν θα συμμετείχε σε επιδείξεις μόδας και φωτογραφήσεις.

Ακόμη η ενάγουσα από την άνω αδικοπραξία υπέστη ηθική βλάβη. Λαμβανομένου υπόψη των συνθηκών τελέσεως του ατυχήματος, του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού της, της μόνιμης μερικής αναπηρίας της (ιπποποδίου ατροφία) της τάξεως του 30%-40%, των πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθη, των πόνων και των ταλαιπωριών της, της ηλικίας της κατά τον χρόνο του ατυχήματος (59 ετών), και της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού, όπως και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που υπέστη (άρθρ. 932 ΑΚ), είναι το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000 δρχ).

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της σωματικής βλάβης την οποία υπέστη η ενάγουσα και της μόνιμης μερικής αναπηρίας της που εστιάζεται σε ιπποποδία και ατροφία και αισθητική παραμόρφωση του δεξιού της ποδιού αποκλείεται ή περιορίζεται η επαγγελματική, οικονομική ή κοινωνική εξέλιξή της. Και τούτο διότι μετά την επισήμανση του άνω πραγματογνώμονος στην από 15.1.2001 έκθεσή του ότι το ποσοστό αναπηρίας της (40%) μπορούσε να βελτιωθεί εάν υποβαλλόταν σε διορθωτική εγχείρηση της ραιβότητος της κνήμης και της υφισταμένης ιπποποδίας η ενάγουσα πράγματι υποβλήθηκε σε δυο τέτοιες εγχειρήσεις το 2001 και 2003 οι οποίες βελτίωσαν αρκετά την λειτουργικότητα του δεξιού ποδιού της σε σημείο ώστε να μην επηρεάζεται σημαντικά η δυνατότητα να ασχολείται με την προηγούμενη επαγγελματική της δραστηριότητα ως σύμβουλος σε επιχειρήσεις εμπορίας υφαντουργικών προϊόντων ή σε παρεμφερή εργασία πλην εκείνης του μανεκέν- φωτομοντέλου για την οποία, όπως ειπώθηκε, δεν προβλεπόταν τέτοια ενασχόληση.

Τούτο δε ενισχύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα τελευταία από 16.3.2001 και από 4.2.2003 ιατρικά σημειώματα του θεράποντος ιατρού της Β. Τ., ο οποίος μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθη ουδεμία αναφορά κάνει περί μη δυνατότητός της μετά τον χρόνο της αποθεραπείας να συνεχίσει να εργάζεται όπως και προηγουμένως.

Βέβαια ο άνω θεράπων ιατρός στο τελευταίο από 4.3.2003 ιατρικό σημείωμα αναφέρει ότι από ορθοπεδικής πλευράς έχει ήδη μια μόνιμη (45%) αναπηρία (ιπποποδία σημαντική, ατροφία κλπ), όμως και ανεξάρτητα από το ότι το ποσοστό αυτό δεν εναρμονίζεται με εκείνο που ο ίδιος ιατρός είχε προσδιορίσει στο από 12.5.2000 ιατρικό σημείωμα στο οποίο αναφέρει ότι το ποσοστό της μόνιμης μερικής αναπηρίας της είναι της τάξεως του 30%), σε κάθε περίπτωση δεν το συνδέει με αδυναμία προς εργασία.

Εξάλλου η ενάγουσα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει νεότερο ιατρικό πιστοποιητικό από εκείνο της 4.3.03 περί της πορείας της υγείας της και της δυνατότητάς της ή μη να εργαστεί και κατά ποιό ποσοστό. Άλλωστε τόσο η ίδια η ενάγουσα στην ανώμοτη εξέτασή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, όσο και ο εξετασθείς ενόρκως επίσης μάρτυράς της δεν κάνουν συγκεκριμένη αναφορά ότι η σωματική της αναπηρία υφίσταται και σήμερα κατά το άνω ποσοστό και ότι η κατάσταση αυτή θα έχει δυσμενή επίδραση στην επαγγελματική και οικονομική της εξέλιξη στο μέλλον.

Ενόψει αυτών το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημιώσεως κατ' άρθρον 931 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Κατέληξε σε σαφές πόρισμα. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει πράγματι σαφείς και επαρκείς, χωρίς αντίφαση και δίχως ενδοιαστικές διατυπώσεις, αιτιολογίες, που δικαιολογούν την κατ' ουσίαν απόρριψη του κονδυλίου από την ΑΚ 931 και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτής και των άλλων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Με βάση αυτά η προσβαλλομένη δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ο δε αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8829/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος (διάταξη και αγωγικά κονδύλια) που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης που αναφέρεται στο σκεπτικό, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκάση της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (που δεν κατέθεσε προτάσεις) την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ