Legislator Case Law & Legislation
525/2026 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on home detention but dismisses other grounds regarding sentence conversion.

Case Number 525/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance conviction for money laundering. The appellant argued that the home detention order was invalid due to a legal error in calculating the conversion of the five-year imprisonment sentence into a fine. The court rejected the main arguments regarding the definition of liberty-depriving penalties but found merit in the specific claim concerning the home detention measure. Consequently, the court annulled only the portion of the lower court's decision regarding the home detention and remitted that specific issue for retrial, while dismissing the remaining appeal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466, 473, 474, 504, 505, 510, 519 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court may partially annul a second-instance judgment when specific grounds for appeal are admissible while others are dismissed, remitting the case for retrial only on the annulled portion.

Keywords

AI generated
partial annulment of judgment home detention order sentence conversion error money laundering conviction retrial of specific issue negative excess of power Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 466(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(1)(a), (g) of the Code of Criminal Procedure
Article 504(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 505(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(4) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D), (Theta) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 82(1) of the Penal Code

Cited Case Law

AI generated
Plenary Court 6/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 525 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 525/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Γρίβα, Γεώργιο Μικρούδη, Γεσθημανή Τσουλφόγλου -Εισηγήτρια και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Τ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Ιωαννίδου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 345/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 14-3-2025 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και στον από 12-2-2026 ασκηθέντα επ' αυτής πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη μόνο κατά το μέρος που αφορά την εκ μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενού κατ' οίκον έκτιση ή μη της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής και να παραπεμφθεί ως προς το αναιρούμενο μέρος. Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 14-3-2025, αίτηση του Α. Τ. του Κ. , κατοίκου ... , για αναίρεση της με αριθμ. 345/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Β' Βαθμού Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κήρυξε αυτόν ένοχο για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή δεκαοχτώ χιλιάδων (18.000) ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα, για λογαριασμό του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντα, από την έχουσα προς τούτο τη συνημμένη από 12-4-2025 ειδική εξουσιοδότηση με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής αυτού, δικηγόρο Αθηνών Ελένη Ιωαννίδου με δήλωσή της στις 14-4-2025 στη Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συνταχθείσης συναφώς της με αριθμό .../2025 έκθεσης αναίρεσης, και εμπρόθεσμα, ήτοι πριν την προβλεπόμενη εικοσαήμερη προθεσμία από την καταχώριση, στις 5-6-2025 στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ Ειδικό Βιβλίο, της προσβαλλόμενης απόφασης, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ. 2, 474 παρ.1 εδ.

α', γ', 504 παρ. 1, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, την έλλειψη από την απόφαση της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ', Ε και Θ του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστεί λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από την έχουσα νομότυπη ειδική εξουσιοδότηση πληρεξούσια δικηγόρο του, στη γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 13-2-2026, δηλαδή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της ως άνω αναίρεσης και συντάχθηκε η σχετική έκθεση κατάθεσής του. (άρθρο 509 ΚΠΔ).

Στο άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3691/2008, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της επίδικης πράξης, οριζόταν: "Νομιμοποίηση εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), που προβλέπονται στο άρθρο 3, αποτελούν οι ακόλουθες πράξεις: α)...β)...γ) Η απόκτηση, κατοχή, διαχείριση ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, δ)..ε)..", στο δε άρθρο 3 του ίδιου νόμου, ότι ως εγκληματικές δραστηριότητες νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσοτέρων από τα οριζόμενα σε αυτό αδικήματα, που καλούνται "βασικά αδικήματα", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται υπό στοιχείο (ιη) μεταξύ άλλων τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται στο άρθρο 17, στο άρθρο 18 με την εξαίρεση της περίπτωσης α της παραγράφου 1 και του άρθρου 19 με την εξαίρεση της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του ν. 2523/1997 (Α179), όπως ισχύουν, όπως η περίπτωση (ιη), η οποία είχε προστεθεί με την παρ. 1 του άρθρου 77 του ν. 3842/2010, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 68 παρ. 1 του ν. 4174/2013.

Συνεπώς, μεταξύ των βασικών αδικημάτων, από τα οποία δύναται να απορρέει η νομιμοποίηση, συγκαταλέγεται και το αδίκημα της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ΦΠΑ (ΑΠ 1278/2016), που προβλέπεται σε όλες τις διατάξεις που ίσχυσαν από τον χρόνο τέλεσης της επίδικης πράξης και ειδικότερα στο ν. 2523/1997 (άρθρο 18), στο ν. 4174/2013 (άρθρο 66 παρ. 1β και παρ. 4), στο ν. 4987/2022 (άρθρο 66 παρ.1 β και παρ. 4) και τέλος στον ήδη ισχύοντα ν. 5104/2024 (άρθρο 79 παρ. 1 β και παρ. 3) και για την τέλεση του οποίου προβλεπόταν ποινή κάθειρξης μέχρι 10 έτη (άρθρο 18 παρ. 1 περ. γ του ν. 2523/1997, πριν την τροποποίηση της περ. γ με την παρ. 2 ε του άρθρου 2 του ν. 3943/2011), ενώ με τις υπόλοιπες ως άνω διατάξεις απειλείτο ποινή κάθειρξης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 στοιχείο α του ν. 3691/2008 με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Ακολούθως, με το άρθρο 54 παρ. 2 του ν. 4557/2018 καταργήθηκαν όλες οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3691/2008 και αντικαταστάθηκαν με τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 στ. γ, 4 στοιχεία ιστα (της φοροδιαφυγής του άρθρου 66 του ν. 4174/2013 (α' 170) με την εξαίρεση του πρώτου εδαφίου της παρ. 5) και 39 παρ. 1 α του ν. 4557/2018, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 αντίστοιχα του ν. 4816/2021. Οι νέες διατάξεις, οι οποίες εφαρμόστηκαν στην ένδικη υπόθεση, είναι επιεικέστερες, αφού το προβλεπόμενο ανώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι κάθειρξη έως οκτώ ετών και επιπλέον απειλείται σωρευτικά μικρότερο ύψος χρηματικής ποινής και συγκεκριμένα από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες αξίας κάθε ημερήσιας μονάδας ενός έως εκατό ευρώ (άρθρο 57 παρ. 3 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τα άρθρα 8 και 138 του ν. 5104/2024) με συνέπεια το πλαίσιο της χρηματικής ποινής να διαμορφώνεται από 300 έως 100.000 ευρώ έναντι 20.000 έως 1.000.000 ευρώ εκείνης του άρθρου 45 παρ. 1 α του ν. 3691/2008 (όπως τροπ. με το άρθρο 77 παρ. 1 ου ν. 3842/2010).

Εξάλλου, ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες νοείται η διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στο νόμο ως βασικό έγκλημα. Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, κλπ, υποκειμενικά δε άμεσο δόλο, ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων. Απαιτείται, δηλαδή, σκοπός δημιουργίας σύγχυσης ως προς το νομιμοποιούμενο αντικείμενο ή το πρόσωπο του δράστη που το εξασφάλισε. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικά μικτό με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα, δηλαδή, σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη (ΑΠ 529/2025).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 974/2023, ΑΠ 128/2022).

Αναφορικά με το δόλο δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 1324/2023).

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1097/2024, ΑΠ939/2024).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 637/2025, ΑΠ 760/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 345/2025 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Β' Βαθμού Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζει κατ' είδος, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος έχοντας την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρακράτησε και δεν απέδωσε ως όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο, φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), που είχε ήδη εισπράξει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και όφειλε να αποδώσει σε αυτό, συνολικού ποσού 370.181,78 ευρώ. Ειδικότερα κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2008 έως 31-12-2008 παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο ΦΠΑ μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, ήτοι στο τέλος του επόμενου μήνα, που ακολουθεί την οικεία φορολογική περίοδο, ποσόν 71.144.61 ευρώ.

Περαιτέρω κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2009 έως 31-12-2009 παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο ΦΠΑ, που είχε εισπράξει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και όφειλε να αποδώσει στο τέλος του επομένου μήνα, που ακολουθεί την οικεία φορολογική περίοδο, ποσού 166.276,80 ευρώ. Τέλος, κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2010 έως 31-12-2010 παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο ΦΠΑ, που είχε εισπράξει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και όφειλε να αποδώσει στο τέλος του επόμενου μήνα, που ακολουθεί την οικεία φορολογική περίοδο, ποσού 138.740,31 ευρώ.

Για τις πράξεις του αυτές έχει ήδη καταδικαστεί με τις αναγνωσθείσες 6171/2018, 701/2017, 7726/2016, 4261/2016 και 4709/2014 αποφάσεις (Γ' Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακ/μάτων Αθηνών , Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/μάτων Αθηνών, ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακ/μάτων Αθηνών και Δ' Μονομελούς Εφετείου Κακ/μάτων Αθηνών αντίστοιχα).

Με την 2875/2019 απόφαση του Α' Μον. Εφ. Κακ. Αθηνών μάλιστα έγινε συγχώνευση των ποινών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο μεταξύ άλλων αποφάσεων και με τις 701/2017, 7726/2016, 4201/2016 προαναφερόμενες αποφάσεις. Ακολούθως ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας ότι τα παραπάνω ποσά, συνολικού ύψους 376.181.78 ευρώ. προέρχονταν από τη μη απόδοση Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), ποσού άνω των 100.000 ευρώ, το οποίο περιήλθε σε αυτόν και ενώ, όφειλε να το αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο για λογαριασμό του οποίου το είχε εισπράξει, στο τέλος του επόμενου μήνα μετά την οικεία φορολογική περίοδο, αυτός το διαχειρίστηκε και το χρησιμοποίησε.

Σκοπός δε των πράξεων αυτών του κατηγορούμενου που τέλεσε κατ'εξακολούθηση, ήταν να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των ανωτέρω ποσών, ότι δηλαδή προέρχονται από την εκ μέρους του παραπάνω κακουργηματική πράξη της φοροδιαφυγής, προσδίδοντας σε αυτά νομιμοφάνεια. Επειδή οι προσπάθειες αναζήτησης του ως άνω εγκληματικού προϊόντος στα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, απέβησαν άκαρπες, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό ...2012 Διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες απαγορεύθηκε με αυτήν η εκποίηση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταβίβαση των αναφερόμενων στο διατακτικό ακινήτων ως περιουσιακών στοιχείων ίσης αξίας προς το τμήμα του εγκληματικού προϊόντος που δεν βρέθηκε και συνεπώς δεν έγινε δυνατό να κατασχεθεί".

Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ'εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή δεκαοχτώ χιλιάδων (18.000) ευρώ με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό :

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι : Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 25-1-2012, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και τελέσθηκαν με ενότητα δόλου, με πρόθεση τέλεσε το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, καθόσον, απέκτησε, δέχθηκε στην κατοχή του, διαχειρίστηκε, χρησιμοποίησε και συνέπραξε με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο προς συγκάλυψη της αληθούς προέλευσης περιουσίας, χρηματικού ποσού, που είχε περιέλθει σε αυτόν, ενώ τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προερχόταν από εγκληματική δραστηριότητα, συνιστάμενη στη διάπραξη του αδικήματος της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη απόδοσης (παρακράτησης) Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, (ΦΠΑ), ποσού άνω των 100.000 ευρώ.

Από το εν λόγω αδίκημα της φοροδιαφυγής προκύπτει περιουσιακό όφελος, ενώ η νομιμοποίηση των εσόδων του από την προεκτεθείσα εγκληματική του δραστηριότητα διενεργήθηκε σωρευτικά με την απόκτηση, κατοχή, διαχείριση και χρήση περιουσίας, εν γνώσει ότι κατά το χρόνο της κτήσης και της διαχείρισης του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα και από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες.

Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος υπό την ιδιότητα του, ως νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." παρακράτησε και δεν απέδωσε ως όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο, φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), που είχε ήδη εισπράξει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και όφειλε να αποδώσει σε αυτό, συνολικού ποσού 376.181,78 ευρώ, ενώ η συνολική οφειλή, πλέον προσαυξήσεων ανέρχονταν στις 25-1-2012 στο ποσό των 639.241,42 ευρώ.

Ειδικότερα, α) κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2008 έως 31-12-2008 ο κατηγορούμενος παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο ΦΠΑ, που είχε εισπράξει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και όφειλε να αποδώσει σε αυτό μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, ήτοι στο τέλος του επόμενου μήνα, που ακολουθεί την οικεία φορολογική περίοδο, ποσού 71.144,61 ευρώ, β) κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2009 έως 31-12-2009 ο κατηγορούμενος παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο ΦΠΑ, που είχε εισπράξει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και όφειλε να αποδώσει σε αυτό μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, ήτοι στο τέλος του επόμενου μήνα, που ακολουθεί την οικεία φορολογική περίοδο, ποσού 166.276,86 ευρώ, γ) κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2010 έως 31-12-2010 ο κατηγορούμενος παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο ΦΠΑ, που είχε εισπράξει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και όφειλε να αποδώσει σε αυτό μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, ήτοι στο τέλος του επόμενου μήνα, που ακολουθεί την οικεία φορολογική περίοδο, ποσού 138.740,31 ευρώ.

Τα εν λόγω χρηματικά ποσά ιδιοποιήθηκε παρανόμως, τα διαχειρίστηκε και τα ανέμιξε με άλλα νομίμως κατεχόμενα από αυτόν περιουσιακά στοιχεία, τα χρησιμοποίησε στις εν γένει οικονομικές δραστηριότητες του και τα κατείχε επί μακρόν σκοπεύοντας στη νομιμοποίηση τους και αποκρύπτοντας την αληθή προέλευση τους, ενώ γνώριζε ότι προέρχονταν από την ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα.

Το ως άνω εγκληματικό προϊόν αναζητήθηκε στα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, πλην όμως ουδέν ανευρέθηκε κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό ...2012 Διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Με την ίδια ως άνω Διάταξη απαγορεύθηκε η εκποίηση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταβίβαση των κάτωθι ακινήτων ως περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς το τμήμα του εγκληματικού προϊόντος που δεν βρέθηκε και δεν έγινε δυνατό να κατασχεθεί, ήτοι: α) ενός καταστήματος ισογείου εμβαδού 79,75 τμ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 279/100, επί της οδού ... , στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, β) ενός μελλοντικού διαμερίσματος του δώματος εμβαδού 12 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 141/100 επί της οδού ... , στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, γ) δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 141/100 επί της οδού ...

στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, δ) μίας αποθήκης υπογείου εμβαδού 82,80 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου 210/1000, επί της οδού ... , στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, ε) ενός διαμερίσματος Β' ορόφου, εμβαδού 73,60 τμ. επί της οδού ... , στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, στ) ενός διαμερίσματος Ε' ορόφου, εμβαδού 69 τμ, επί της οδού ... , στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, ζ) δύο αποθηκών υπογείου Υ6 και Υ9, εμβαδού 4,8 τμ και 6,72 τμ επί της οδού ... , στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, η) πέντε κλειστών θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου στο υπόγειο, ΥΡΙ, ΥΡ2, ΥΡ3, YP4 και YP5 εμβαδού 10,82 τμ, 12,15 τμ, 11,47 τμ, 11,25 τμ και 11,25 τμ αντίστοιχα, επί της οδού ... , στο Περιστέρι Αττικής, θ) του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικού ορόφου, πάνω από το δώμα του Ε' ορόφου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 10/100, επί της οδού ... , στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, ι) μίας αποθήκης υπογείου εμβαδού 4,5 τμ.

επί της οδού ... στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, ια) του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων, πάνω από το Δ' όροφο με αποκλειστική χρήση του ιδιόχρηστου τμήματος του δώματος με πέργκολα, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, επί της οδού ... στο Περιστέρι Αττικής, ιδιοκτησίας του, και ιβ) ενός διαμερίσματος Α' ορόφου πολυκατοικίας, εμβαδού 76,66 τμ.

με αποκλειστική χρήση υπόγειας θέσης στάθμευσης εμβαδού 9,9 τμ και αποθήκης εμβαδού 6,62 τμ, στο Μαρκόπουλο Αττικής, στο ΟΤ 42 με προσόψεις επί των οδών ... ιδιοκτησίας του". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.

α', 27 παρ. 1, 98 ΠΚ, 66 παρ. 1 περ. β, 3 περ. β, υποπερ. Αα και 4 Ν. 4174/2013 που προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, 2 παρ. 2 στ. γ, 4 στοιχ. ιστ α 39 παρ. 1 α Ν. 4557/2018, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 αντίστοιχα Ν. 4816/2021, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται σαφείς παραδοχές που επαρκούν για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ως άνω αξιόποινης πράξης, οι δε αναφερόμενες πράξεις νομιμοποίησης είναι σαφείς και διακριτές (διαφορετικές ποιοτικά) από την πράξη του βασικού εγκλήματος και αντικειμενικά πρόσφορες να οδηγήσουν στη νομιμοποίηση του υλικού αντικειμένου (χρηματικού ποσού που ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων αποκόμισε από την τέλεση του βασικού αδικήματος).

Συγκεκριμένα εκτίθεται, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια, ώστε να αποφύγει τις έννομες συνέπειες της πράξης του, αλλά και να συγκαλύψει την αληθή προέλευση συνολικού χρηματικού ποσού 376.181,78 ευρώ, το οποία απέκτησε από την τέλεση του βασικού εγκλήματος της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη απόδοσης (παρακράτησης) Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, (ΦΠΑ), ποσού άνω των 100.000 ευρώ ποσό, το οποίο εισέπραξε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, έχοντας την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και δεν απέδωσε, ως όφειλε, στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά το παρακράτησε ως δικό του, διαχειρίστηκε και ανέμιξε αυτό με άλλα νομίμως κατεχόμενα από αυτόν περιουσιακά στοιχεία και εν τέλει χρησιμοποίησε στις εν γένει οικονομικές του δραστηριότητες μέσω εγχρήματων συναλλαγών, που συνιστά πράξη νομιμοποίησης (ΑΠ 1362/2023) και κατείχε επί μακρόν, αποκρύπτοντας την αληθή προέλευσή του, εν γνώσει του, κατά το χρόνο κτήσης, κατοχής και διαχείρισής του, ότι αυτό προέρχεται από την παραπάνω εγκληματική δραστηριότητα.

Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής, επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα, αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον, από τη διάταξη αυτή, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά το νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2008, ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 1300/2024).

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Θ` του Κ.Ποιν.Δ. ενδεικτικά αναφέρει μόνο μερικές περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, όπως, όταν α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται, σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και γ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση, ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης, ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (ΑΠ 420/2023, ΑΠ 25/2021, ΑΠ 784/2020).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 56 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ: "1. Με ιδιαίτερους νόμους κανονίζεται ο τρόπος εκτέλεσης των ποινών, που προβλέπουν τα άρθρα 38 και 51 - 55, καθώς επίσης και των μέτρων ασφάλειας που προβλέπουν τα άρθρα 69-72. 2. Εκείνος που έχει υπερβεί το εβδομηκοστό πέμπτο (75ο) έτος της ηλικίας του εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη που του επιβλήθηκε στην κατοικία του, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κριθεί ότι η έκτισή της σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων.

Τα παραπάνω ισχύουν και για καταδικασθείσα μητέρα που έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου της μέχρι αυτό να συμπληρώσει την ηλικία των 8 ετών. Στην τελευταία περίπτωση, λαμβάνεται ιδίως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου. Εάν οι προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου υπάρχουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών μετά από αίτηση του καταδικασμένου" και κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 παρ. 1 του ισχύσαντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019 - ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), που τιτλοφορείται "Έκτιση της ποινής στην κατοικία", "Όποιος καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας έως δεκαπέντε έτη και έχει υπερβεί το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, εκτός αν το δικαστήριο, με ειδική αιτιολογία, κρίνει ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων.

Αν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλλη περίπτωση αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών της περιοχής που εδρεύει το δικαστήριο αυτό, μετά από αίτηση του καταδικασθέντος", ενώ κατά τις διατάξεις του ίδιου άρθρου (105 παρ. 1 ΠΚ), όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 4855/2011 (ΦΕΚ Α' 215/12-11-2011): "Όποιος καταδικάστηκε σε πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και έχει υπερβεί το εβδομηκοστό (70ο ) έτος της ηλικίας εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, εκτός αν το δικαστήριο, με ειδική αιτιολογία, κρίνει ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων.

Αν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλλη περίπτωση αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών της περιοχής που εδρεύει το δικαστήριο αυτό, μετά από αίτηση του καταδικασθέντος. Το βούλευμα που απορρίπτει την αίτηση υπόκειται σε έφεση".

Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική έκθεση του ως άνω άρθρου 105 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ "Στο άρθρο αυτό προβλέπεται η αντικατάσταση της στερητικής της ελευθερίας ποινής με την έκτισή της στην κατοικία του καταδικασθέντος, εφόσον αυτός ανήκει σε μία από τις οριζόμενες τρεις κατηγορίες καταδίκων: Στην πρώτη ανήκουν όσοι έχουν υπερβεί το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας τους και έχουν καταδικασθεί σε ποινή στερητική της ελευθερίας ως δεκαπέντε έτη.

Αυτοί, σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη, εκτίουν όλη τους την ποινή ή το υπόλοιπο της εφόσον συμπληρώνουν το εβδομηκοστό έτος ενώ βρίσκονται στη φυλακή στην κατοικία τους, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κριθεί ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπούν από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων".

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις - εκ των οποίων ευμενέστερες τυγχάνουν αυτές του άρθρου 105 του ισχύσαντος από 1-7-2019 ΠΚ, καθ' όσον βάσει αυτών για την κατ' οίκον έκτιση απαιτείται η συμπλήρωση του εβδομηκοστού έτους της ηλικίας του καταδικασθέντος σε οποιαδήποτε ποινή στερητική της ελευθερίας έως δεκαπέντε (15) έτη - προκύπτει ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση στην ουσία, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμα και χωρίς να υποβληθεί σχετικό προς τούτο αίτημα, τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων για την κατ' οίκον έκτιση της επιβληθείσας ποινής στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση άλλως αν δεν αποφανθεί περί αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Θ' ΚΠΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 816/2024).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκθέτει ότι κηρύχθηκε ένοχος για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση, με χρόνο τέλεσης από 1-1-2008 έως 25-1-2012, και ακολούθως του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, διότι το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για την εκ μέρους του κατ' οίκον έκτιση ή μη της ως άνω επιβληθείσας σ' αυτόν ποινής κάθειρξης των πέντε (5) ετών.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι το προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος σημειωτέον γεννήθηκε το έτος 1949 (και ως εκ τούτου κατά την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, δηλαδή στις 12-3-2025, υπερέβαινε το εβδομηκοστό πέμπτο ( 75ο ) έτος της ηλικίας του), για την ως άνω αξιόποινη πράξη.

Το δικαστήριο όμως, ενώ είχε την υποχρέωση να αποφανθεί εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατ' οίκον έκτιση ή μη της ως άνω επιβληθείσας σ' αυτόν ποινής κάθειρξης των πέντε (5) ετών κατά τα προαναφερθέντα, παρέλειψε να αποφανθεί σχετικώς, ούτε όμως διέλαβε ειδική αιτιολογία περί της μη εκτίσεως αυτής κατ' οίκον αλλά σε κατάστημα κράτησης.

Έτσι όμως το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια της (αρνητικής) υπέρβασης εξουσίας, που θεμελιώνει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης.

Συνεπώς, ο λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός.

Η ποιοτική διαφορά μεταξύ των ισοϋψών ποινών της πενταετούς φυλάκισης και της πενταετούς κάθειρξης και η ετερότητα των συνεπειών που επιφέρει καθεμιά εξ αυτών, ο καθορισμός στη διάταξη του άρθρου 82 παρ.3 ΠΚ, όπως ίσχυε, του τρόπου υπολογισμού του ποσού της μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών της φυλάκισης, χωρίς καμία πρόβλεψη για χρηματικά ποσά μετατροπής ποινών καθείρξεως, καθώς και το γεγονός ότι από την έναρξη εφαρμογής του Ποινικού Κώδικα, μέχρι την τελευταία τροποποίηση αυτού με το Ν.4093/2012 χρησιμοποιείται στο εν λόγω άρθρο διαχρονικά ο όρος "στερητική" ή "περιοριστική" της ελευθερίας ποινή προκειμένου να δηλωθεί αποκλειστικά και μόνο η φυλάκιση, οριοθετείται μετατρεψιμότητα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής μέχρι και του ανώτατου ορίου της φυλάκισης και όχι του κατωτάτου ορίου της κάθειρξης (Ολομέλεια ΑΠ 6/2017).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβη σε έλεγχο της μετατροπής της ποινής του σε χρηματική, όπως όφειλε, αφού η ποινή που του επιβλήθηκε υπόκειται σε μετατροπή και έτσι παραβίασε την ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ και δεν αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του για τη μη μετατροπή της ποινής σε χρηματική.

Το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού η επιβληθείσα ποινή της πενταετούς καθείρξεως δεν υπόκειται, κατά νόμο, σε μετατροπή, δεν υποχρεούται να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολογία για τη μη μετατροπή της επιβληθείσης ποινής καθείρξεως πέντε ( 5 ) ετών. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και δεν υπέπεσε σε (αρνητική) υπέρβαση εξουσίας.

Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' και Θ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης.

Κατόπιν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, εφόσον, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη με αριθμό 345/12-3-2025 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Β' Βαθμού Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά το μέρος της, που αφορά την εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα κατ'οίκον έκτιση ή μη της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής κάθειρξης των πέντε (5) ετών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αναίρεση και ο πρόσθετος επ'αυτής λόγος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 345/12-3-2025 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Β' Βαθμού Αθηνών, μόνο κατά το μέρος της, που αφορά την εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα κατ' οίκον έκτιση ή μη της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής κάθειρξης των πέντε (5) ετών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14-3-2025 αίτηση αναίρεσης, και τον επ' αυτής πρόσθετο λόγο, του Α. Τ. του Κ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ