Supreme Court dismisses appeal on inadmissible evidence grounds, ruling witness affidavits from prior litigation valid without prior summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the appeal. The appellant argued that the lower court improperly considered witness affidavits from an unrelated, unadjudicated lawsuit without prior summons, claiming this violated procedural rules. The court rejected this claim, holding that such affidavits are admissible as judicial presumptions even without summons, provided they were not intentionally withheld to hinder the current trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339 and 395 of the Code of Civil Procedure; Witness affidavits from prior proceedings are admissible as judicial presumptions without prior summons unless intentionally withheld to obstruct the current trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 525 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 525/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Σ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ταντανόζη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σωτηριάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη κρινόμενη από 13-5-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 118/2018 απόφαση του Tριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 11/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ` ουσίαν η αγωγή του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (AΠ 1194/2021, ΑΠ 431/2021, ΑΠ 1202/2020, ΑΠ 693/2020).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 3587/2007 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. Το Κράτος μεριμνά ιδίως για: α) την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, .... 3. ... 4. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται:
α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. .... β)..... "Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου νόμου (2251/1994), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α 152/10.7.2007), ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο. 2.
Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. 3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. 4.
Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης, που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν. 5.
Η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα." Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) Παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. β) Υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται διότι εισάγεται νόθος αντικειμενική ευθύνη (ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 1849/2017 ) και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.
Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στον νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών. γ) Παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν' ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του.
δ) Ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης. Και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προβλεπόμενες από το άρθρο 8 προϋποθέσεις, ο βλαπτόμενος και υφιστάμενος ζημία δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες (η οποία δεν αποκλείει την κοινή αδικοπρακτική ούτε την ενδοσυμβατική ευθύνη κατά τον ΑΚ) ν' αξιώσει την αποκατάστασή της.
Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του, προς αποφυγή των κινδύνων, αλλά με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, δηλαδή με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, που όφειλε κατά τον νόμο ή τη σύμβαση ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα.
Οι προϋποθέσεις εξάλλου εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης, αλλά για εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης, με τη διαφορά ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες.
Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας. Το περιεχόμενο της συναλλακτικής υποχρέωσης της ασφάλειας, ως αόριστης νομικής έννοιας, προσδιορίζεται στο ναυτικό πεδίο από ένα πλέγμα εθνικών και διεθνών κανόνων, που αφορούν την αξιοπλοΐα του πλοίου, την ικανότητα των προσώπων που χρησιμοποιεί ο μεταφορέας και την ασφαλή διαχείριση της επιχείρησής του.
Υπηρεσία που δεν πληροί τους κανόνες αυτούς και, συνεπώς, δεν ανταποκρίνεται στην ασφάλεια, που ευλόγως δικαιούται να αναμένει ο μέσος ταξιδιώτης - αποδέκτης της υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη και των ειδικότερων συνθηκών, κρίνεται ως υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά και μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του φορέα της.
Η πρακτική χρησιμότητα της νομικής αυτής βάσης είναι προφανής, διότι επιτρέπει στον ζημιωθέντα ν' απαιτήσει την αποκατάσταση "κάθε ζημίας" και, συνεπώς, και της ηθικής βλάβης, χωρίς, όμως, να φέρει το βάρος της απόδειξης της υπαιτιότητας του μεταφορέα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, τεκμαίρεται (ΑΠ 1295/2019 , ΑΠ 1849/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία "98/18/ΕΚ του Συμβουλίου", στην οποία αναγράφονται οι κατασκευαστικές απαιτήσεις των διόδων διαφυγής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι εξωτερικές κλίμακες) των επιβατηγών πλοίων, πρέπει να προβλέπεται άμεση πρόσβαση στο κατάστρωμα επιβίβασης μέσω εξωτερικής ανοιχτής κλίμακας και διαδρόμων, φωτισμός κινδύνου, σύμφωνα με τον κανονισμό
ΙΙΙ/5.3 και αντιολισθητικές επιφάνειες. Οι κλίμακες και οι ανεμόσκαλες πρέπει να διατάσσονται κατά τρόπον ώστε να παρέχουν άμεσο μέσο διαφυγής προς το κατάστρωμα επιβιβάσεως στις σωσίβιες λέμβους και σχεδίες από όλους τους χώρους επιβατών και πληρώματος και από τους χώρους στους οποίους απασχολείται κανονικά το πλήρωμα, εκτός των μηχανοστασίων.
Τα πλευρικά τοιχώματα απέναντι σε εξωτερικές ανοιχτές κλίμακες και διαδρόμους, που αποτελούν τμήμα οδού διαφυγής, πρέπει να προστατεύονται κατά τρόπον ώστε, σε οποιοδήποτε κλειστό χώρο πίσω από αυτά, να μην εμποδίζεται η διαφυγή προς τους σταθμούς συγκέντρωσης σε περίπτωση πυρκαγιάς. Τουλάχιστον ένα από τα μέσα διαφυγής που απαιτούνται κατά τις παραγράφους 1.1 και 1.2 πρέπει να αποτελείται από μία άμεσα προσιτή περίκλειστη κλίμακα, η οποία πρέπει να εξασφαλίζει συνεχή προστασία κατά της πυρκαϊάς από το επίπεδο εκδηλώσεώς της μέχρι τα αντίστοιχα καταστρώματα επιβιβάσεως στις σωσίβιες λέμβους και σχεδίες ή μέχρι το υψηλότερο κατάστρωμα, εάν το κατάστρωμα επιβιβάσεως δεν εκτείνεται μέχρι την υπό εξέταση κύρια κατακόρυφη ζώνη.
Στην τελευταία περίπτωση, πρέπει να προβλέπεται άμεση πρόσβαση στο κατάστρωμα επιβιβάσεως μέσω εξωτερικής ανοιχτής κλίμακας και διαδρόμου επιβατών και να διατίθενται φωτισμός κινδύνου σύμφωνα με τον κανονισμό III/5.3 καθώς και αντιολισθητικά δάπεδα. Τα τοιχώματα απέναντι σε εξωτερικές ανοιχτές κλίμακες και διαδρόμους επιβατών που αποτελούν τμήμα οδού διαφυγής πρέπει να προστατεύονται κατά τρόπον ώστε τυχόν πυρκαϊά σε οποιοδήποτε κλειστό χώρο πίσω από αυτά να μην εμποδίζει τη διαφυγή προς τους σταθμούς επιβίβασης στις λέμβους.
Το πλάτος, ο αριθμός και η συνέχεια των οδών διαφυγής πρέπει να είναι ως εξής: 1. Οι κλίμακες δεν πρέπει να έχουν καθαρό πλάτος κάτω των 900 mm. Οι κλίμακες πρέπει να διαθέτουν σε κάθε πλευρά χειρολισθητήρες. Το ελάχιστο καθαρό πλάτος των κλιμάκων πρέπει να αυξάνεται κατά 10 mm για κάθε άτομο πέραν των 90 ατόμων.
Το μέγιστο καθαρό πλάτος μεταξύ των χειρολισθητήρων, όταν οι κλίμακες είναι μεγαλύτερες των 900 mm, είναι 1800 mm. Ο συνολικός αριθμός προσώπων που πρόκειται να εκκενωθεί από τις κλίμακες αυτές πρέπει να θεωρείται ότι είναι τα δύο τρίτα του πληρώματος και του συνολικού αριθμού επιβατών στους χώρους που εξυπηρετούν οι εν λόγω κλίμακες.
Το πλάτος των κλιμάκων πρέπει να πληροί τουλάχιστον το πρότυπο που παρέχεται στο ψήφισμα Α.757 του ΙΜΟ(18). 2. Όλες οι κλίμακες που έχουν σχεδιασθεί για την εξυπηρέτηση περισσοτέρων από 90 άτομα, πρέπει να είναι ευθυγραμμισμένες απ` άκρου σ` άκρο του πλοίου. 3. Τα ανοίγματα θυρών και οι διάδρομοι και τα πλατύσκαλα που περιλαμβάνονται στα μέσα διαφυγής πρέπει να έχουν τις ίδιες διαστάσεις με τις κλίμακες. 4.
Οι κλίμακες δεν πρέπει να έχουν ύψος άνω των 3,5 μέτρων χωρίς πλατύσκαλο, ενώ η κλίση τους δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 45°. 5.Τα πλατύσκαλα σε κάθε κατάστρωμα πρέπει να έχουν εμβαδόν τουλάχιστον 2 m², προσαυξανόμενο κατά 1 m² για κάθε 10 άτομα πέραν των 20 ατόμων, που όμως δεν απαιτείται να υπερβαίνει τα 16 m², εκτός από τα πλατύσκαλα που εξυπηρετούν κοινόχρηστους χώρους με απευθείας πρόσβαση στο κλιμακοστάσιο. 6.
Πρέπει να προστατεύεται επαρκώς η πρόσβαση από τα κλιμακοστάσια στους χώρους επιβίβασης στις σωσίβιες λέμβους και σχεδίες.
Εξάλλου σύμφωνα με το ΠΔ 103/1999 "Κανόνες και πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία, σύμφωνα με την οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου της 17-3-1998, άρθρο 8 (Άρθρο 10 της οδηγίας) 1) Κάθε νέο επιβατηγό πλοίο με ελληνική σημαία υποβάλλεται, από τη ΔΕΕΠ, στις παρακάτω επιθεωρήσεις: (α) επιθεώρηση πριν το πλοίο τεθεί σε υπηρεσία, (β) περιοδική επιθεώρηση ανά δωδεκάμηνο, (γ) επιπλέον επιθεωρήσεις, όταν προκύπτει ανάγκη. 2) Κάθε υπάρχον επιβατηγό πλοίο με ελληνική σημαία υποβάλλεται, από τη ΔΕΕΠ, στις παρακάτω επιθεωρήσεις: (α) αρχική επιθεώρηση πριν το πλοίο τεθεί σε υπηρεσία σε πλόες εσωτερικού σε φιλοξενούν κράτος, ή προκειμένου για υπάρχοντα πλοία με ελληνική σημαία, που εκτελούν πλόες μεταξύ ελληνικών λιμένων εντός δωδεκαμήνου προθεσμίας από την 1-7-1998, (β) περιοδική επιθεώρηση ανά δωδεκάμηνο, (γ) επιπλέον επιθεωρήσεις, όταν προκύψει ανάγκη. 4) Ακολουθούνται οι διαδικασίες και κατευθυντήριες γραμμές επιθεωρήσεων για την έκδοση του πιστοποιητικού ασφαλείας επιβατηγού πλοίου, που καθορίζονται στο ψήφισμα Α.997(25) του ΙΜΟ, όπως τροποποιήθηκε, με τίτλο "Κατευθυντήριες γραμμές επιθεώρησης σύμφωνα με το εναρμονισμένο σύστημα επιθεώρησης και πιστοποίησης, 2007 ή διαδικασίες, που επιτρέπουν να επιτυγχάνεται ο ίδιος στόχος". 5) Οι επιθεωρήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 διενεργούνται από τους αποκλειστικούς επιθεωρητές είτε της ΔΕΕΠ, ενός αναγνωρισμένου οργανισμού, ή του κράτους μέλους ,που έχει εξουσιοδοτηθεί από το ΥΕΝ να διενεργεί επιθεωρήσεις, με σκοπό να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς όλες τις ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος διατάγματος.
Άρθρο 9 (Άρθρο 11 της οδηγίας) 1) Όλα τα νέα και όλα τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία με ελληνική σημαία πρέπει να είναι εφοδιασμένα με πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου, σύμφωνα με το παρόν διάταγμα. Το πιστοποιητικό ασφαλείας πρέπει να έχει τον τύπο του υποδείγματος του παραρτήματος. 2)Το πιστοποιητικό αυτό εκδίδεται από τη ΔΕΕΠ, μετά την αρχική επιθεώρηση, που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 εδάφιο (α) και παράγραφος 2 εδάφιο (α).2) Το πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου εκδίδεται για χρονικό διάστημα, που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες.
Η ΔΕΕΠ μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού για περίοδο χάριτος διαρκείας μέχρι ένα μήνα από την ημερομηνία λήξεως που αναγράφεται σ' αυτό. 'Όταν χορηγείται παράταση, η νέα περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού αρχίζει από την ημερομηνία λήξεως του υπάρχοντος πιστοποιητικού πριν από την παράτασή του.
Το πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου ανανεώνεται αφού διενεργηθεί περιοδική επιθεώρηση, κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 εδάφιο (β) και παράγραφος 2 εδάφιο (β). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητη - εναγόμενη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία... (αναιρεσίβλητη) είναι η πλοιοκτήτρια εταιρία του υπό Ελληνική σημαία επιβατηγού - οχηματαγωγού ΕΓ/ΟΓ πλοίου "Α." Ν.Π. 11.800, το οποίο το έτος 2009 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς - Πάρος -Νάξος - Ηος - Θήρα και επιστροφή.
Το πλοίο αυτό κατασκευάστηκε το 1987 σε ναυπηγείο της Ιαπωνίας και την χρονική περίοδο Νοέμβριος 2007 μέχρι Δεκέμβριο του 2008 μετασκευάστηκε και οι χώροι επιβατών και ενδιαίτησης μετασκευάστηκαν πλήρως και το πλοίο είχε επαναδρομολογηθεί στην γραμμή Πειραιάς - Πάρος -Νάξος - Ιος - Θήρα, μόλις τον Δεκέμβριο του 2008.
Την περίοδο αυτή της μετασκευής του πλοίου, κατασκευάστηκε, πλην των άλλων και η αριστερή πρυμναία εξωτερική κλίμακα (σκάλα), που συνδέει τα εξωτερικά καταστρώματα επιβατών 5 και 6 ( επίδικη ). Το πλοίο αυτό, σύμφωνα με την οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου και το ΠΔ 103/1999, από την στιγμή που μετασκευάστηκε και επαναδρομολογήθηκε στην ως άνω γραμμή (Δεκέμβριος 2008), επιθεωρείτο κανονικά και έφερε όλα τα αναγκαία πιστοποιητικά ασφαλείας, χωρίς ουδεμία παρατήρηση.
Συγκεκριμένα ολόκληρο το πλοίο, συμπεριλαμβανομένων των καταστρωμάτων επιβατών και όλων των εξωτερικών χώρων, ήταν πιστοποιημένο στα πλαίσια του Διεθνούς Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης και είχε επιθεωρηθεί, χωρίς ουδεμία παρατήρηση από τον Ιταλό νηογνώμονα R., ο οποίος το είχε κατατάξει σε κλάση και είχε εκδώσει τα σχετικά πιστοποιητικά, όπως τούτο προκύπτει από: 1) το με αριθμό .../01-Α/5-11-2008 Πιστοποιητικό Καταμέτρησης, που αφορούσε τη μετασκευή αυτού, χωρίς καμία παρατήρηση για παράλειψη ή ελάττωμα, 2) το υπ' αριθμ. ..., που εκδόθηκε στις 31-3-2009, Πιστοποιητικό Κλάσεως του νηογνώμονα R., με το οποίο πιστοποιεί ότι το πλοίο αυτό έχει επιθεωρηθεί, σύμφωνα με τους κανονισμούς του Ιταλού Νηογνώμονα (R.) και επί τη βάσει των υποβληθέντων εκθέσεων επιθεωρήσεως, έχει αποδοθεί η κλάση και το οποίο ισχύει μέχρι 19-12-2013, χωρίς ουδεμία πρόσθετη παρατήρηση από τον νηογνώμονα, με τις περιοδικές ετήσιες επιθεωρήσεις αυτού στις 12-1-2010, 18-1-2011 και 18-1-2012, 3) το υπ' αριθμ. ...-Υ007-006 Πιστοποιητικό Ασφαλείας Επιβατηγού Πλοίου, που εκδόθηκε στις 17-2-2009 από τον ίδιο νηογνώμονα RΙΝΑ και ισχύει μέχρι 18-12-2009 (ημερομηνία της επόμενης περιοδικής επιθεώρησης) σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, το οποίο εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του ΠΔ 103/1999 και με το οποίο βεβαιώνεται ότι στο πλοίο αυτό τηρούνται οι διατάξεις της Οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου περί κανόνων και προτύπων ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία, ότι το πλοίο υποβλήθηκε σε επιθεώρηση, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, ότι από την επιθεώρηση διαπιστώθηκε ότι το πλοίο πληροί απολύτως τις απαιτήσεις της Οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου.
Στις 21-4-2009 και περί ώρα 17:30 μ.μ το παραπάνω πλοίο, όπως ήταν προγραμματισμένο, απέπλευσε από τον λιμένα Παροικιάς Πάρου με τελικό προορισμό τον Πειραιά. Ο εκκαλών - ενάγων (ήδη αναιρεσείων), επιβιβάστηκε στο εν λόγω πλοίο από τον λιμένα της Παροικιάς Πάρου, προκειμένου να επιστρέψει στον Πειραιά, καταβάλλοντας το νόμιμο αντίτιμο για την θαλάσσια αυτή μεταφορά του.
Κατά τη διάρκεια του πλου και περί ώρα 21:30 μ.μ., ενώ το συγκεκριμένο πλοίο έπλεε με πολύ καλές καιρικές συνθήκες, ανοιχτά της νήσου Κύθνου, ο εκκαλών - ενάγων, που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο δεύτερο εξωτερικό ασκεπές κατάστρωμα του ανωτέρω πλοίου, θέλησε να κατέλθει μέσω της αριστερής πρυμναίας εξωτερικής μεταλλικής κλίμακας (σκάλας), που συνδέει τα εξωτερικά καταστρώματα επιβατών 5 και 6, στο πρώτο εξωτερικό κατάστρωμα, το οποίο ήταν σκεπαστό.
Μόλις άρχισε να κατεβαίνει από την παραπάνω κλίμακα με γρήγορο ρυθμό, χωρίς να βαστάζεται από τα πλαϊνά κάγκελα αυτής και ενώ βρισκόταν ήδη στο δεύτερο σκαλοπάτι της εν λόγω κλίμακας, ξαφνικά, γλίστρησε, έχασε την ισορροπία του και αδυνατώντας εκείνη τη στιγμή να συγκρατηθεί, επέπεσε με σφοδρότητα επί του πρώτου εξωτερικού καταστρώματος του πλοίου, στο σημείο, όπου τελείωνε η εν λόγω σκάλα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να υποστεί κάταγμα στο σπόνδυλο Θ8 της σπονδυλικής στήλης, το οποίο αντιμετωπίστηκε συντηρητικά και υπαισθησία μικρού δακτύλου αριστερού χειρός, χωρίς αντικειμενικά εργαστηριακά ευρήματα, το οποίο αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με φυσιοθεραπείες...
Μόλις η πτώση του έγινε αντιληπτή, το πλήρωμα του πλοίου προσέτρεξε δίπλα του να τον βοηθήσει και αμέσως από τα μεγάφωνα του πλοίου αναζητήθηκε ιατρός μεταξύ των επιβατών να προσέλθει στην υποδοχή, γιατί οι υπηρεσίες του ήταν απαραίτητες. Εκεί προσήλθε ο επιβάτης ιατρός..., ο οποίος αφού δήλωσε την ιδιότητά του οδηγήθηκε, συνοδευόμενος από μέλη του πληρώματος, στο σημείο όπου βρισκόταν ο εκκαλών - ενάγων, ο οποίος, αφού προσέφερε στον ενάγοντα τις πρώτες βοήθειες με παυσίπονα και μη υπάρχουσας εκείνη την στιγμή δυνατότητας περαιτέρω εξέτασης, λόγω το ότι ο εκκαλών - ενάγων έδειχνε να πονάει στην μέση του, του συνέστησε όπως ήδη του είχαν προηγουμένως προτείνει και τα μέλη του πληρώματος, α) να μεταβεί σε ελεύθερη καμπίνα του πλοίου για να είναι πιο άνετα, πλην όμως ο εκκαλών - ενάγων δεν το αποδέχθηκε και β) να ειδοποιηθεί ασθενοφόρο, προκειμένου να μεταφερθεί σε νοσοκομείο για περαιτέρω εξετάσεις, κάτι το οποίο είχε ήδη γίνει από τα μέλη του πληρώματος και μετά την ασφαλή πρόσδεση του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, ο εκκαλών - ενάγων μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, που τον ανέμενε στο λιμάνι, στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκε, αρχικά μέχρι την 29-04-2009.
Το όλο περιστατικό αυτό καταγράφηκε στο από 21-04-2009 ημερολόγιο της γέφυρας του πλοίου, στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι κατόπιν συστάσεως του επιβάτη ιατρού..., ότι καλό θα ήταν να μεταβεί ο παθών σε εφημερεύον νοσοκομείο με ασθενοφόρο, για να του παρασχεθούν καλύτερες πρώτες βοήθειες, τα μέλη του πληρώματος ειδοποίησαν, μέσω τηλεφώνου το ΕΚΑΒ για να προσέλθει με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι, όπως και έγινε, αλλά τα μέλη του πληρώματος ειδοποίησαν σχετικά και το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά...
Ο εκκαλών - ενάγων ισχυρίζεται ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε από την ολισθηρότητα του μεταλλικού δαπέδου της κλίμακας αυτής, λόγω του ότι κατά τη χρονική στιγμή της πτώσης του ήταν βρεγμένο με νερό εξαιτίας της καθαριότητας, που είχαν ενεργήσει αμέσως πριν τα μέλη του πληρώματος, χωρίς να υπάρχει σχετική επισήμανση προς τους επιβάτες, ότι η εν λόγω σκάλα δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, λόγω ολισθηρότητας και από το ότι η εν λόγω κλίμακα δεν έφερε τα χαρακτηριστικά μιας κλίμακας, η οποία να έχει τα απαιτούμενα από το νόμο χαρακτηριστικά για την ασφαλή μεταφορά των επιβατών του πλοίου, όπως αντιολισθητικό δάπεδο, επισήμανση των ακραίων σημείων της με διαφορετικό χρωματισμό και σχετικές επισημάνσεις γι' αυτήν.
Ωστόσο από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ίδιο τον εκκαλούντα - ενάγοντα φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν τη συγκεκριμένη κλίμακα, απ' όπου επιχείρησε να κατέλθει αυτός και, σύμφωνα με σχετική ιδιόγραφη επισημείωση, φέρεται να τραβήχτηκαν την ημέρα του επίμαχου συμβάντος (21-04-2009), προκύπτει ότι δεν υπάρχουν νερά στο μεταλλικό δάπεδο στην κορυφή της σκάλας, όπου πάτησε ο εκκαλών - ενάγων, εκκινώντας την κάθοδό του, αλλά ούτε σε κάποιο σημείο αυτής, ενώ τόσο η κλίμακα αυτή όσο και η κουπαστή αυτής εμφανίζεται ευκρινώς στεγνές.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το εν λόγω πλοίο είχε μετασκευασθεί μόλις τον Δεκέμβριο του 2008 και η επίδικη κλίμακα κατασκευάστηκε τον χρόνο αυτόν. Το πλοίο αυτό επιθεωρήθηκε κανονικά και είχε όλα τα πιστοποιητικά ασφαλείας επιβατών,... είχε πιστοποιητικό κλάσης, χωρίς ουδεμία παρατήρηση για κάποια έλλειψη ή ελάττωμα στο πλοίο και συγκεκριμένα για την επίδικη κλίμακα, που εάν δεν έφερε τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά, όπως αντιολισθητικό δάπεδο, και γενικά προδιαγραφές ασφαλείας, θα είχαν οπωσδήποτε επισημανθεί και τα οποία (επιθεωρήσεις και πιστοποιητικά) ήταν όλα σε ισχύ κατά τον χρόνο του ατυχήματος.
Αντιθέτως,... το πλοίο έφερε το υπ' αριθμ. ...-V007-006 Πιστοποιητικό Ασφαλείας Επιβατηγού Πλοίου, που εκδόθηκε στις 17-2-2009 από τον νηογνώμονα R. και ισχύει μέχρι 18-12-2009, το οποίο εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του ΠΔ 103/1999 και με το οποίο βεβαιώνεται ότι στο πλοίο αυτό τηρούνται οι διατάξεις της Οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου περί κανόνων και προτύπων ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία, ότι το πλοίο υποβλήθηκε σε επιθεώρηση, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, ότι από την επιθεώρηση διαπιστώθηκε ότι το πλοίο πληροί απολύτως τις απαιτήσεις της Οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου.
Επιπλέον, η εν λόγω κλίμακα δεν είναι κάθετη και στενή, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χρήση της, αλλά ελαφρώς στριφογυριστή, με πλατιά, άνετα σκαλοπάτια, χαμηλού ύψους, στο δάπεδο των οποίων (σκαλοπατιών) είχε τοποθετηθεί ειδικό αντιολισθητικό επίστρωμα με αντιολισθητική άμμο, η οποία διασφάλισε την ασφαλή πρόσβαση και χρήση αυτών και οι ακμές των σκαλοπατιών αυτής ήταν ευδιάκριτες με διαφορετικό χρώμα.
Υπήρχαν βέβαια και τα αναγκαία κιγκλιδώματα και στις δύο πλευρές της κλίμακας, όπως επίσης αρκετός φωτισμός και στα δύο καταστρώματα, που συνέδεε η εν λόγω κλίμακα, ώστε να είναι αρκετά ευδιάκριτη αυτή. Τα συμπεράσματα... επιβεβαιώνονται και από το από 6-2-2012 πόρισμα του Ν. Ρ., Επιθεωρητή Πλοίων, Διπλωματούχο Ναυπηγό, ο οποίος κατά την πραγματοποιηθείσα από αυτόν στις 19-1-2012 επιθεώρηση του πλοίου, διαπίστωσε ότι η επίδικη κλίμακα πληροί τις κατασκευαστικές απαιτήσεις, όπως αυτές αναγράφονται στους σχετικούς κανονισμούς, ενώ διατηρείται σε ικανοποιητική κατάσταση από άποψη συντήρησης και δεν ελλοχεύει κίνδυνος πτώσης για τους επιβαίνοντες επ'αυτής.
Συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι το κατακόρυφο ύψος της εν λόγω κλίμακας είναι 2,5 μ. με ανώτατο όριο ασφαλείας τα 3,5 μέτρα, η κλίση αυτής είναι 37,5 μοίρες, με ανώτατο όριο ασφαλείας τις 45 μοίρες, ενώ το καθαρό πλάτος της κλίμακας, μεταξύ των κιγκλιδωμάτων αυτής, είναι 1100 χιλιοστά, με όριο ασφαλείας, σύμφωνα με το παραπάνω Π.Δ., μεταξύ των 900 και 1800 χιλιοστών.
Όπως διαπιστώθηκε επίσης από τον ανωτέρω επιθεωρητή,... πάνω στα σκαλοπάτια της κλίμακας αυτής είχε επικολληθεί ειδική αντιολισθητική άμμος, ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής πρόσβαση και χρήση. Το ότι η εν λόγω κλίμακα δεν έφερε μπακλαβαδωτή λαμαρίνα, δεν σημαίνει ότι είναι και ολισθηρή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών - ενάγων, καθόσον αυτή έφερε αντιολισθητική άμμο, που είναι εξίσου αντιολισθητικό το δάπεδο, δεδομένου ότι αντιολισθητικό είναι το δάπεδο είτε με μπακλαβαδωτή λαμαρίνα, είτε με αντιολισθητική άμμο, όπως στην προκειμένη περίπτωση....
Ο αίθριος καιρός που επικρατούσε εκείνο το βράδυ κατά τη διάρκεια του πλου και οι ασθενείς άνεμοι, που φυσούσαν (γεγονός που ο και ο ίδιος ο εκκαλών - ενάγων συνομολογεί), αλλά και του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα μέλη του πληρώματος προέβησαν εκείνη την χρονική στιγμή, ήτοι καθόν χρόνο το πλοίο ήταν εν πλω, σε καθαριότητα της κλίμακας με νερό, κάτι το οποίο γίνεται, όταν αυτά είναι άδεια από κόσμο, δηλαδή αμέσως μετά την άφιξη του πλοίου στον τελικό του προορισμό και λίγο πριν την αρχική αναχώρησή του, αποδυναμώνουν το ενδεχόμενο το κατάστρωμα και η συγκεκριμένη κλίμακα του "Α." να ήταν, κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος βρεγμένα και ολισθηρά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών - ενάγων και με σχετικό λόγο έφεσης,...
Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι η επίδικη κλίμακα δεν έφερε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, σε εμφανή σημεία αυτής, αυτοκόλλητες πινακίδες με την ένδειξη "Προσέχετε πού πατάτε" στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, όπως διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν μεταγενέστερα, κατά τον χρόνο της επιθεώρησης από τον πραγματογνώμονα επιθεωρητή Ν.
Ρ., πλην όμως, η παράλειψη αυτή από μόνη της, δεδομένου ότι πληρούνταν όλοι οι κανόνες ασφαλείας αυτής, δεν συνέτεινε αιτιωδώς στην πτώση του εκκαλούντος - ενάγοντος και στον εξ αυτής τραυματισμό του, καθότι,... η εν λόγω σκάλα, πέραν του ότι πληρούσε όλους του κανόνες ασφαλούς κατασκευής, όπως προκύπτει κυρίως από τις προαναφερόμενες επιθεωρήσεις από τον νηογνώμονα R., και τα προαναφερόμενα πιστοποιητικά, που ήταν όλα σε ισχύ κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αλλά και από το παραπάνω πόρισμα του πραγματογνώμονα επιθεωρητή Ρ., συνέδεε το 6 και 5 κατάστρωμα, στα οποία υπήρχε αρκετός φωτισμός, γεμάτο κόσμο, όπου στο τελευταίο βρισκόταν και το εξωτερικό μπαρ του πλοίου και έτσι η κλίμακα αυτή ήταν αρκετά ευκρινής.
Περαιτέρω,... το πλήρωμα του πλοίου δεν αδιαφόρησε, αλλά προσέτρεξε αμέσως σε βοήθειά του, αναζητήθηκε ιατρός ανάμεσα στους επιβάτες, ο οποίος βρέθηκε και του παρείχε τις πρώτες βοήθειες, του προσφέρθηκε καμπίνα, την οποία δεν αποδέχθηκε, ενώ κλήθηκε τηλεφωνικά και το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά και το ΕΚΑΒ, για να τον μεταφέρει από το λιμάνι στο νοσοκομείο, ενώ το όλο γεγονός καταχωρήθηκε στο ημερολόγιο της γέφυρας του πλοίου, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών του εκκαλούντος-ενάγοντος, περί αδιαφορίας του πληρώματος, άρνηση καταχώρησης του γεγονότος της πρώτης στο ημερολόγιο του πλοίου και ότι ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ από τυχαίο επιβάτη του πλοίου, ως ουσιαστικά αβασίμων.
Επομένως αποδείχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την παρέχουσα υπηρεσίες εφεσίβλητη- εναγομένη ως προς την έλλειψη ασφαλείας των υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται ο καταναλωτής- επιβάτης του πλοίου, αλλά και η συμπεριφορά των μελών του πληρώματος του πλοίου της εναγόμενης ήταν η δέουσα, χωρίς καμία αδιαφορία για το γεγονός, που συνέβη στον εκκαλούντα - ενάγοντα κατά τα ανωτέρω.
Υπαίτιος της πτώσης του εκκαλούντος - ενάγοντος - και του εξ αυτής τραυματισμού του, είναι, κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδειχθέντων, ο ίδιος ο εκκαλών - ενάγων, ο οποίος κατερχόμενος την κλίμακα με γρήγορο ρυθμό και χωρίς να κρατιέται από την προστατευτική κουπαστή αυτής, παραπάτησε στο δεύτερο σκαλοπάτι και επέπεσε με σφοδρότητα και ορμή επί του δαπέδου του πρώτου εξωτερικού καταστρώματος, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί, όπως άλλωστε και ο ίδιος αμέσως μετά την πτώση του ανέφερε στον μάρτυρα..., Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την παρέχουσα υπηρεσίες εφεσίβλητη- εναγομένη ως προς την έλλειψη ασφαλείας των υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται ο καταναλωτής- επιβάτης του πλοίου, αλλά και η συμπεριφορά των μελών του πληρώματος του πλοίου της εναγομένης ήταν η δέουσα, χωρίς καμία αδιαφορία για το γεγονός, που συνέβη στον εκκαλούντα-ενάγοντα, οπότε, ελλειπούσης έστω και μίας εκ των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 8 του ν. 2251/1994 και 914 του ΑΚ (παράνομη πράξη ή παράλειψη, υπαιτιότητα, ήτοι δόλος ή αμέλεια και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος), η ένδικη αγωγή, έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσία αβάσιμη" Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτές της οδηγίας 98/18/ΕΚ και του ΠΔ 103/1999 "Κανόνες και πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία, σύμφωνα με την οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου της 17-3-1998", των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, αφού, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται παράνομη και υπαίτια, υπό την μορφή της αμέλειας, συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα και το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος λόγω της πτώσης του κατά την κάθοδό του από την κλίμακα του πλοίου της αναιρεσίβλητης, καθόσον α) σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το πλοίο είχε επιθεωρηθεί κανονικά και είχε όλα τα πιστοποιητικά ασφαλείας επιβατών, χωρίς ουδεμία παρατήρηση για έλλειψη ή ελάττωμα στην επίδικη κλίμακα, πληρούσε δε αυτή τις κατασκευαστικές απαιτήσεις, όπως αυτές αναγράφονται στους σχετικούς κανονισμούς, διέθετε πλατιά και άνετα σκαλοπάτια, χαμηλού ύψους, και στο δάπεδο αυτών είχε τοποθετηθεί ειδικό αντιολισθητικό επίστρωμα με αντιολισθητική άμμο, διασφαλίζοντας την ασφαλή πρόσβαση και χρήση της από τους επιβάτες του πλοίου, χωρίς να υπάρχουν νερά στο δάπεδο αυτό κατά τον κρίσιμο χρόνο της πτώσης του αναιρεσείοντος, και β) μόνη η αναφερόμενη παράλειψη της αναιρεσίβλητης να τοποθετήσει σε εμφανή σημεία της κλίμακας, αυτοκόλλητες πινακίδες με την ένδειξη "Προσέχετε πού πατάτε" στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πτώση και τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος, υπό την έννοια, ότι η παράλειψη αυτή δεν ήταν καθ' εαυτή ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ως άνω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και δεν προκάλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες περί τα πράγματα ως άνω παραδοχές του Εφετείου, ενόψει και του ότι υπήρχε κατά το χρόνο του ατυχήματος αρκετός φωτισμός, και, συνεπώς, δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια, ότι κατά παράβαση των προϋποθέσεων που τίθενται στην Οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαρτίου 1998, όσον αφορά την κατασκευή των πλοίων που δραστηριοποιούνται στη μεταφορά επιβατών, προκειμένου να διασφαλισθεί η ασφαλής μεταφορά αυτών, δέχθηκε ότι η επίδικη κλίμακα πληροί τις κατασκευαστικές απαιτήσεις, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τήρησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των όρων ασφαλείας της κλίμακας και την έλλειψη υπαιτιότητας αυτής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και ιδιαίτερα ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της αμέλειας και της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται, με πληρότητα και σαφήνεια, όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές α) ότι στο δάπεδο της κλίμακας είχε επικολληθεί ειδική αντιολισθιτική άμμος και ότι δεν ήταν αναγκαίο να είναι κατασκευασμένη η κλίμακα από "μπακλαβαδωτή" λαμαρίνα, εφόσον και με την πρώτη μέθοδο επιτυγχάνονταν ώστε το δάπεδο της κλίμακας να είναι αντιολισθιτικό και συνακόλουθα να είναι ασφαλής η πρόσβαση και χρήση αυτής από τους επιβάτες, β) ότι υπήρχαν και στις δύο πλευρές της κλίμακας τα αναγκαία κιγκλιδώματα και αρκετός φωτισμός, είχαν δε τηρηθεί οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις διαστάσεις της κλίμακας και των σκαλοπατιών, οι οποίες επέτρεπαν την ασφαλή χρήση αυτών από τους επιβάτες για την αποτροπή οποιουδήποτε ατυχήματος και γ) ότι το γεγονός ότι δεν υπήρχαν οι προειδοποιητικές πινακίδες "ΚΡΑΤΗΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΕΙΡΟΛΑΒΕΣ" δεν συνέτεινε αιτιωδώς στην πτώση του αναιρεσείοντος, ήτοι η σχετική έλλειψη δεν αποτέλεσε τον καταλυτικό-αναγκαίο- παράγοντα που οδήγησε στην πτώση του αναιρεσείοντος, και δεν μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα, το οποίο θα επέρχονταν λόγω της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, δοθέντος ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αυτός "παραπάτησε", μη επιδεικνύοντας τη δέουσα προσοχή κατά την κάθοδό του από την κλίμακα.
Η παραδοχή δε της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η κλίμακα δεν ήταν κατασκευασμένη από "μπακλαβαδωτή" λαμαρίνα και ότι δεν υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες "ΚΡΑΤΗΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΕΙΡΟΛΑΒΕΣ", δεν είναι αντιφατική προς την έτερη παραδοχή ότι η κλίμακα πληρούσε τους κανόνες ασφαλείας, παρά τις προαναφερόμενες ελλείψεις, και ότι οι ελλείψεις δεν συνέτειναν αιτιωδώς στην πτώση του αναιρεσείοντος και ότι, συνακόλουθα, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την αναιρεσίβλητη ως προς την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών που παρέχει κατ' άρθρο 8 του ν. 2251/1994.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές επικαλούμενες αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα της από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ` όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ` όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1199/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 747/2019, ΑΠ 118/2017).
Περαιτέρω, ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη τις εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 πλημμέλειες, και συγκεκριμένα α) ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά της, στηριζόμενη στα όσα αναφέρονται στην από 6-2-2012 έκθεση επιθεώρησης του πλοίου από τον Επιθεωρητή Πλοίων Ν.
Ρ., σύμφωνα με την οποία η επίδικη κλίμακα πληροί τις κατασκευαστικές απαιτήσεις, όπως αυτές αναφέρονται στους σχετικούς κανονισμούς, καίτοι στο σχετικό πόρισμα δεν εκτίθεται καμμία επιστημονική μέθοδος υπολογισμού του συντελεστή ολισθηρότητας της κλίμακας, ισχυρισμό που αυτός είχε προτείνει και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, ήτοι ενώ ο ανωτέρω επιθεωρητής στην έκθεσή του αναφέρει ότι επί της επίδικης κλίμακας έχουν τοποθετηθεί σε εμφανή σημεία τόσο για τους επιβάτες που ανεβαίνουν όσο και γι' αυτούς που κατεβαίνουν προληπτικά αυτοκόλλητα στα οποία αναγράφεται, στην ελληνική και αγγλική γλώσσα "ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΠΟΥ ΠΑΤΑΤΕ", δεν αναφέρει αν αυτά υπήρχαν κατά τον χρόνο που επισυνέβη το ατύχημα και, έτσι, η προσβαλλομένη δέχθηκε ως αληθινούς, χωρίς απόδειξη, τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή η επίδικη κλίμακα πληρούσε τις προϋποθέσεις ασφαλούς χρήσης αυτής εκ μέρους των επιβατών.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος διότι, τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά γεγονότα δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επίκληση αποδεικτικών μέσων και επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων προκειμένου να στηρίξει την βασιμότητα της αγωγής του, ώστε να μην στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ήτοι από την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και δεν κατέληξε στο πόρισμά του χωρίς απόδειξη, δεν ήταν δε αναγκαίο να μνημονεύει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε. Επομένως, ο παραπάνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 322/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( ΑΠ 34/2021, ΑΠ 393/2018).
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 449/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδάφ. γ` και δ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του ν.4335/2015 η ισχύς του οποίου δεν καταργήθηκε αναδρομικά με τη μεταβατική διάταξη του ως άνω νόμου (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4), κατά την οποία "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016" (βλ.
ΑΠ 155/2020, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1088/2019), ορίζονται τα ακόλουθα: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ, τουλάχιστον, ημέρες πριν από αυτή.
Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ.3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι οι ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία και λαμβάνονται υπόψη, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι προϋποθέσεις της δόσης αυτών πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (ΑΠ 1611/2008, ΑΠ 323/2007), ενώ παράλληλα τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Έτσι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο υπόψη τριών κατ` ανώτατο όριο ένορκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά (ΑΠ 1103/2011, ΑΠ1519/2009). Πέραν όμως αυτών, επιτρέπεται και η προσκομιδή προσθέτων βεβαιώσεων προς αντίκρουση αυτών που προσκόμισε ο αντίδικος, ο αριθμός των οποίων (προσθέτων βεβαιώσεων) δεν επιτρέπεται να υπερβεί τις τρείς.
Σε περίπτωση δε προσκομιδής περισσότερων, προσφορότερο κριτήριο για την επιλογή αυτών που θα ληφθούν υπόψη είναι η σειρά επίκλησής τους (ΑΠ 155/2020). Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, (εκτός εάν δόθηκαν ισάριθμες προς αντίκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη), υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή, λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά τον νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 1103/2011).
Εξάλλου, στην κατ` έφεση δίκη ναι μεν κατά το άρθρ. 529 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ενόρκων βεβαιώσεων περισσότερων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή, δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη επιπλέον ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, που με επίκληση προσκομίζονται και στο εφετείο (ΑΠ 1103/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσής του και κατ' εκτίμηση αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 14498/7-11-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ. Γ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Μπάτζιου-Καρακάση, από την οποία αποδεικνύονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί του, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε, ήτοι φωτογραφίες, από τις οποίες αποδεικνύονταν ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε λάβει κανένα μέτρο ασφαλείας στην επίδικη κλίμακα, δεν είχε τοποθετήσει αντιολισθικές ταινίες στις σκάλες του πλοίου και δεν είχε τοποθετήσει προειδοποιητικές σημάνσεις "ΚΡΑΤΗΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΕΙΡΟΛΑΒΕΣ", καθώς επίσης δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 212470/2016 έρευνα και τεχνική έκθεση του Χ.
Γ., μηχανολόγου ηλεκτρολόγου μηχανικού και την υπ' αριθ. 7435/2-11-2017 ένορκη βεβαίωση του Γ. Φ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Νίκαιας Αναστασίου Βουλγαρόπουλου. Όσον αφορά την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου δεν έλαβε υπόψη 1) την υπ' αριθ. 14498/7-11-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ. Γ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Μπάτζιου-Καρακάση και 2) την υπ' αριθ. 7435/2-11-2017 ένορκη βεβαίωση του Γ.
Φ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Νίκαιας Αναστασίου Βουλγαρόπουλου, κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, νομίμως δεν ελήφθησαν υπόψη, εφόσον αυτές προσκομίσθηκαν καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου αριθμού των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, ενώ κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά την προσκομιδή αυτών, δεν έγινε επίκληση από τον αναιρεσείοντα, ότι προσκομίζει αυτές για την αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να ελεγχθεί, αν πράγματι προσκομίσθηκαν για τον σκοπό αυτόν.
Εξάλλου, όσον αφορά την αιτίαση για μη λήψη υπόψη των λοιπών εποκαλούμενων αποδεικτικών στοιχείων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπείται, το Εφετείο, σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, διέλαβε επί λέξει τα εξής: "...Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος-ενάγοντος που εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού...
τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται...". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, αναφέροντας ρητά τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα φωτογραφίες και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν όλους τους ισχυρισμούς αυτού προς απόδειξη των οποίων επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω, τέταρτος και πέμπτος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει.
Από τη διάταξη δε αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 490/2017, ΑΠ 949/2015).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 563/2021).
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να βεβαιώνει ότι αυτές ελήφθησαν ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευσή του, τις υπ' αριθ. 8419/2013, 5710/2013, 5711/2013, 20532/2013 και 287/2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Συμβολαιογράφου Πάρου Ελευθερίας Ιορδάνη-Μυτιληναίου, Νίκαιας Αττικής Αναστασίου Βουλγαρόπουλου και Κω Εμμανουήλ Καβουκλή, καθώς και ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς Άννας Κορνιαχτού, που προσκόμισε ως εναγομένη η αναιρεσίβλητη, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια έτερης αγωγής που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, η οποία δεν εκδικάστηκε και οι οποίες, κατά τον ισχυρισμό του, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις προκειμένου να ληφθούν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, καίτοι νομίμως είχε προτείνει το απαράδεκτο των ως άνω αποδεικτικών μέσων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο ως άνω λόγος, είναι αβάσιμος, αφού το δικαστήριο της ουσίας νομίμως έλαβε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομισθεί σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των διαδίκων, έστω και αν αυτές ελήφθησαν χωρίς κλήτευση του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-5-2019 αίτηση του Φ. Σ. του Χ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 118/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ