Legislator Case Law & Legislation
525/2020 AI generated

525/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 525/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

525/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Επίσης, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 525 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 525/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ……………., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης-Μαρίας Κατσαντώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θωμαϊ Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2007 αγωγή του Μ. Κ., προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 24-3-2008 κύρια παρέμβαση του αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8096/2009 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 40/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2017 αίτησή του, που επανήλθε προς συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 5-12-2018 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945 εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Επίσης, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου.

Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν κατά τον κρίσιμο χρόνο γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοούσε τούτο από βαριά αμέλεια, χωρίς ωστόσο να απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής και η επίκληση της συνδρομής του στοιχείου αυτού στο πρόσωπο των εναγόντων, αφού η έλλειψή του αποτελεί διακωλυτική ένσταση, την οποία οφείλει να προτείνει και να αποδείξει το Ελληνικό Δημόσιο.

Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου (Α.Π.411/2012 ΧΡΙΔ 2012. 613, Α.Π.786/2012, Α.Π.1120/2008). Τέλος, με το άρθρο 5 του Ν.3147/2003 "Ρύθμιση ζητημάτων αποκατασταθέντων και αποκαθισταμένων κτηνοτρόφων και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "1.

Αυθαίρετοι κάτοχοι δημοσίας εποικιστικής έκτασης, κοινόχρηστης ή διαθέσιμης, η οποία δεν έχει τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης ή δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, δικαιούνται να υποβάλουν στην αρμόδια Υπηρεσία Γεωργίας μέσα σε ένα έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος αίτηση για την εξαγορά της έκτασης, εφόσον καλλιεργούν αυτή με συστηματική φυτεία αμπέλου, ελαίων ή οπωροφόρων δένδρων, που έχουν ηλικία μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος τουλάχιστον δέκα ετών ή έχουν οικοδομήσει επ' αυτής κτίσματα τουλάχιστον πριν από μία δεκαετία...

Η παραχωρούμενη έκταση εφόσον βρίσκεται εντός ρυμοτομικού σχεδίου ή ορίων οικισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει το εμβαδόν ενός αρτίου οικοπέδου, εκτός εάν η τυχόν ύπαρξη κτίσματος προϋποθέτει μεγαλύτερο εμβαδόν οικοπέδου κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης, οπότε είναι δυνατή η παραχώρηση της επιπλέον αναγκαίας έκτασης.

Εάν η παραχωρούμενη έκταση βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως ή ορίων οικισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα στρέμματα...3. Η εξαγορά έκτασης είναι σε κάθε περίπτωση δυνητική για το Δημόσιο, το οποίο μπορεί να την αρνηθεί αν κρίνει ότι η έκταση είναι απαραίτητη για λόγους συμφέροντος...". Από την αντιπαράθεση των διατάξεων των ως άνω νομοθετημάτων προκύπτει ότι ο ν. 3127/2003 έχει θεσπιστεί προκειμένου να ικανοποιηθούν αιτήματα ιδιωτών που επικαλούνται κυριότητα επί δημοσίων ακινήτων, που διαχειρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο είτε δια του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών είτε δια του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, αφού δεν τίθεται ως προϋπόθεση εφαρμογής του το ακίνητο να διαχειρίζεται μόνο από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, τα οποία είναι διαθέσιμα, δηλαδή είτε ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, είτε διαχειρίζεται αυτά ενόψει ότι θα τα διαθέσει στο μέλλον, είτε είναι κοινόχρηστα, στηρίζουν δε την κυριότητα αυτή σε δεκαετή νομή με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία ή σε τριακονταετή νομή χωρίς νόμιμο τίτλο και στις δύο όμως περιπτώσεις με καλή πίστη κατά την κτήση της νομής.

Αντίθετα, ο ν.3147/2003 αφορά αυθαίρετους κατόχους δημοσίας εποικιστικής έκτασης, κοινόχρηστης ή διαθέσιμης, η οποία δεν έχει τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης ή δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και προσδίδει κυριότητα στον κάτοχο αυτής μόνο με εξαγορά, και με προϋποθέσεις δεκαετή καλλιέργεια ή ανοικοδόμηση πριν από μία δεκαετία ανεξαρτήτως καλής ή κακής πίστης.

Συνεπώς οι διατάξεις του ν.3127/2003 εφαρμόζονται και επί (μη κοινοχρήστων) ακινήτων της εποικιστικής νομοθεσίας, αφού ο εν λόγω νόμος δεν κάνει διάκριση (βλ. Α.Π. 1869/2011, Ε.Θ.746/2009 ΕΦΑΔ 2010. 52, Ε.Α.6269/2013, βλ.όμως και 184/2008 γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ.).

ΙΙ. Ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Ωσαύτως, κατά τον αρ. 8β του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την εν λόγω έννοια είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Οι ισχυρισμοί αρκεί να προβάλλονται εγκαίρως με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγμα" δε κατά την έννοια αυτή αποτελεί η έφεση, η αντέφεση και κάθε λόγος έφεσης ή αντέφεσης, όταν ο περιεχόμενος ισχυρισμός είναι παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Προσέτι, από τον αρ. 10 του ίδιου άρθρου, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που, ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αρ. 11γ του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Έτι περαιτέρω, αναιρετέα, καθίσταται η απόφαση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν (αρ. 11β ίδιου άρθρου). Ακόμη, κατ' άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/92).

Οι παραπάνω από τους αρ. 1 και 19 λόγοι είναι δυνατό να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα (ουσιαστικού) δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι (561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Τέλος, από τον αρ. 20 του πιο πάνω άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγμ/νης και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει και τα πρακτικά συνεδρίασης, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα.

Περαιτέρω, για να θεμελιωθεί ο άνω λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάκριση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Α.Π.

και σε τέτοια περίπτωση ο αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 40/2014, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επιτρεπτώς επισκοπείται και έχει ως εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει της υπ'αριθ.116015/15.10.1925 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στο ΦΕΚ 97/Β/24-10-1925, κηρύχθηκε το έτος 1925 απαλλοτριωτέο και παραχωρητέο το αγρόκτημα "……….." ………….., το οποίο μέχρι τότε ανήκε κατά κυριότητα στην Ι…………., για την υλοποίηση προγράμματος αποκατάστασης ακτημόνων γηγενών και προσφύγων καλλιεργητών σύμφωνα με τις διατάξεις της Αγροτικής Νομοθεσίας.

Ειδικότερα με την πιο πάνω απόφαση απαλλοτριώθηκε έκταση 2.622,040 στρεμμάτων για τον παραπάνω σκοπό και έτσι από της δημοσιεύσεως της πιο πάνω σχετικής απόφασης του Υπουργού Γεωργίας στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης η απαλλοτριωθείσα ως άνω έκταση περιήλθε στην κυριότητα και νομή του Δημοσίου άνευ άλλης διατυπώσεως όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 40 του αγροτικού κώδικα (β.δ.29-10/6-12-1946).

Ακολούθως με αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών μειώθηκε η απαλλοτριωτέα έκταση λόγω εξαίρεσης τμημάτων της από την απαλλοτρίωση. Ειδικότερα με την υπ' αριθ. 11/1934 απόφαση της πιο πάνω Επιτροπής μειώθηκε αρχικά η απαλλοτριωτέα έκταση κατά 1.908,200 στρέμματα λόγω εξαίρεσης από την απαλλοτρίωση 228,190 στρεμμάτων υπέρ εμφυτευτών και 1.680,010 στρεμμάτων υπέρ της Ι.

……. και των παρ'αυτής αγοραστών, δηλαδή εξαιρέθηκαν συνολικά 1.908,200 στρέμματα και απέμειναν προς αποκατάσταση των ακτημόνων 713,840 στρέμματα, επιπλέον ορίστηκαν τα πρόσωπα (κληρούχοι) που είχαν δικαίωμα να λάβουν κλήρο. Αργότερα δε με την υπ'αριθ. 18/1942 απόφαση της ίδιας Επιτροπής εξαιρέθηκε και ετέρα έκταση που δεν κατεχόταν από τον οικείο Συνεταιρισμό Αποκατάστασης Ακτημόνων Καλλιεργητών (Σ.Α.Α.Κ) και είχε εμφυτευθεί ή και οικοδομηθεί μέχρι τέλους του έτους 1937 από μη μέλη του συνεταιρισμού, περιελθούσα έτσι στην Ι.………… για να την εκποιήσει στους υπέρ ων η εξαίρεση εμφυτευτές.

Με το από 1-6-1943 πρακτικό της ως άνω Επιτροπής Διανομών η τελευταία διαπίστωσε ότι με τις πιο πάνω αποφάσεις της από τη συνολική απαλλοτριωθείσα έκταση των 2.652,180 στρεμμάτων εξαιρέθηκαν της απαλλοτρίωσης 1.680,010 στρέμματα υπέρ της Ι.…………, 391,547 στρέμματα υπέρ διαφόρων παλαιών εμφυτευτών και απέμειναν υπέρ των αποκαθισταμένων 580,623 στρέμματα, αποφάσισε δε ότι για τους εκεί αναφερόμενους λόγους δεν ήταν δυνατόν να διανεμηθεί στους κληρούχους ολόκληρη η προς διανομή έκταση και ότι η έκταση που εν τέλει θα αποτελούσε αντικείμενο διανομής ήταν εκείνη των 383,065 στρεμμάτων, η οποία πράγματι, κατεχόταν από κληρούχους, και κάθε κληρούχος θα λάμβανε την έκταση που ο ίδιος είχε εκχερσώσει και καλλιεργούσε εκείνη τη στιγμή, εφόσον αυτή δεν υπερέβαινε τον κλήρο του, ενώ το τυχόν πλεονάζον τμήμα θα διατίθετο σε άλλο κληρούχο, διαφορετικά θα παρέμενε ως αδιάθετη έκταση.

Έτσι, συνέταξε τον σχετικό οριστικό πίνακα διανομής και προχώρησε στη διανομή των κληροτεμαχίων, σύμφωνα με τον συνημμένο στο πιο πάνω πρακτικό της πίνακα και το διάγραμμα. Ακολούθως η οριστική αυτή διανομή, όπως ορίσθηκε με το πιο πάνω πρακτικό και το σχετικό κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα που συνοδεύουν το τελευταίο, κυρώθηκε δυνάμει της υπ'αριθ. 122195/16-8-1948 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 141/Β/31-8-1948.

Τις αδιάθετες εκτάσεις διαχειρίζεται έκτοτε, ως δημόσιες εποικιστικές εκτάσεις του Υπουργείου Γεωργίας, το Τμήμα Εποικισμού της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχίας Αθηνών, εφαρμόζοντας τις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Αγροτικής Νομοθεσίας. Από τα κτηματολογικά βιβλία που τηρούνται στην εν λόγω υπηρεσία προκύπτει ότι δυνάμει των ανωτέρω αποφάσεων (11/1934 και 18/1942) της επιτροπής απαλλοτριώσεων εξαιρέθηκαν υπέρ του εμφυτευτή Χ.

Κ. τα υπ'αριθ. … και … κληροτεμάχια έκτασης 1.320 και 3.710 τετρ.μέτρων, αντίστοιχα. Μεταξύ των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων του "αγροκτήματος Αγ. Μ. Μ." που δεν εξαιρέθηκαν της απαλλοτρίωσης ούτε συμπεριλήφθηκαν στον κυρωθέντα πίνακα οριστικής διανομής του έτους 1943 περιλαμβάνεται και το υπ'αριθ. ….. κληροτεμάχιο (διαθέσιμη έκταση) τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην Κοινότητα ……………..

και εμφαίνεται τόσο στο τοπογραφικό διάγραμμα των κεκυρωμένων κτηματολογικών στοιχείων και πινάκων της διανομής του 1943 όσο και στο άνευ ημερομηνίας υπ'αριθ….. διάγραμμα και τη σχετική μελέτη του μελετητή-τοπογράφου μηχανικού Γ. Π., που συντάχθηκε για λογαριασμό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών- Πειραιώς και επισυνάπτεται στο υπ'αριθ.

πρωτ. …../2007 έγγραφο του τμήματος Εποικισμού της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχίας Αθηνών. Ειδικότερα το επίδικο είναι ένα οικόπεδο έκτασης 510,40 τετρ.μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "Α. Μ." του Δήμου ………., εντός του σχεδίου της πόλης στη συμβολή των οδών ………. αρ. … και ………, στο υπ'αριθ….. οικοδομικό τετράγωνο του πιο πάνω Δήμου, και συνορεύει ανατολικά με την οδό …………… επί προσώπου 27 μέτρων, βόρεια με την οδό …………… επί προσώπου 19 μέτρων και νότια επί πλευράς 17,20 μέτρων και δυτικά επί πλευράς 30 μέτρων με υπολειπόμενη έκταση του ιδίου κληροτεμαχίου …..

Το υπόψη ακίνητο, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω στοιχεία και φαίνεται στο ως άνω κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα, περιλαμβάνεται στην απαλλοτριωθείσα για τον άνω σκοπό έκταση των 2.622,040 στρεμμάτων του "αγροκτήματος Α. Μ. Μ." και ειδικότερα αποτελεί τμήμα του κληροτεμαχίου …... Έτσι αποδεικνύεται ότι το επίδικο, όπως και όλη η απαλλοτριωθείσα έκταση, από της δημοσιεύσεως της πιο πάνω σχετικής απόφασης του Υπουργού Γεωργίας στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης περιήλθε στην κυριότητα και νομή του Δημοσίου άνευ άλλης διατυπώσεως όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 40 του αγροτικού κώδικα (β.δ.29-10/6-12-1946), τούτο δε ως τμήμα του υπ' αριθμόν ….

κληροτεμαχίου αποτελεί δημόσια εποικιστική έκταση (διαθέσιμη) ανήκουσα στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αποκτηθείσα πρωτοτύπως ως ανωτέρω και παραμείνασα στο Ελληνικό Δημόσιο ως αδιάθετη έκταση, αφού δεν συμπεριλήφθηκε το ως άνω κληροτεμάχιο (διαθέσιμο κληροτεμάχιο) στην κυρωθείσα ως άνω οριστική διανομή του έτους 1943.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το ……/19.. αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Βασιλείου, που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα, μεταβιβάστηκε στον εκκαλούντα-καθου η κυρία παρέμβαση Κ. Μ. από την Ά. σύζυγο Β. Γ. το γένος Μ. και Θ. Κ., λόγω πώλησης, η κυριότητα του υπόψη ακινήτου. Με το συμβόλαιο αυτό του μεταβιβάστηκε ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο στη θέση "Α.

Μ." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας …………., τέως Δήμου ……………. εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της άνω Κοινότητας στο υπ'αριθ….. οικοδομικό τετράγωνο και επί της συμβολής των οδών ……. και ………….., ήδη δε κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της Κοινότητας Ν… Π. στο οικοδομικό τετράγωνο … και επί της συμβολής των οδών ………… αρ.

…..και …….., έκτασης 510,40 τετρ.μέτρων, που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Α., και συνορεύει κατ'αυτό βόρεια επί προσώπου 19 μέτρων με οδό ………, νότια επί πλευράς 17,20 μέτρων με δρόμο ανώνυμο, ανατολικά επί προσώπου 27 μέτρων με την οδό ………. και δυτικά επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία Σ.

Π.. Στο ίδιο συμβόλαιο δηλώνεται ότι το οικόπεδο αυτό μεταβιβάστηκε στην πιο πάνω πωλήτρια από την Ά. χήρα Α. Κ., δυνάμει του υπ'αριθ. ……../19….συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Λάλη, νομίμως έκτοτε μεταγεγραμμένου, στο οποίο "και μνημονεύεται το ιστορικό των προγενέστερων τίτλων κτήσεως στο οποίο οι συμβαλλόμενοι αναφέρονται προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων", κατ'ακριβή διατύπωση των δηλώσεων των συμβαλλομένων, ως οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο κείμενο στη θέση "……" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ……………, τέως Δήμου ………….

εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της άνω Κοινότητας στο υπ'αριθ….οικοδομικό τετράγωνο και επί της συμβολής των οδών ……… και ………….., το οποίο εμφαίνεται με τον αριθμό (…) στο από /19…. τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π..Λ., που προσαρτάται στο ως άνω …./19.. συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Παρασκευά Λάλη έκτασης 514,05 τετρ.μέτρων, και συνορεύει ανατολικά με την …………… επί προσώπου 29,50 μέτρων, δυτικά με το υπ'αριθ. (….) οικόπεδο του άνω σχεδιαγράμματος επί πλευράς 30,40 μέτρων, βόρεια με την οδό…………… επί προσώπου 19 μέτρων και νότια με παλαιά αύλακα και μετέπειτα ιδιωτική οδό επί πλευράς 15,80 μέτρων.

Στην Ά. Κ. είχε περιέλθει σε ευρύτερη έκταση αγρού 4.030 τετρ.μέτρων πλέον ή έλλατον ή όσης έκτασης είναι, κείμενου στη θέση Α. Μ. κοινότητας ………….. λόγω πώλησης από την Ε. σύζυγο Χ. Κ. δυνάμει του υπ'αριθ ……./19… συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αναστασάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου, στην οποία είχε περιέλθει σε ευρύτερη έκταση αγρού 8 στρεμμάτων κείμενου στη θέση Α.

Μ. της περιφέρειας της κοινότητας …………..λόγω πώλησης δυνάμει του υπ'αριθ……/19…. συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Πράππα, νομίμως μεταγεγραμμένου, από τον Χ. Κ. του Κ.. Στον τελευταίο είχε περιέλθει λόγω πώλησης από τον Χ. Κ. δυνάμει του υπ'αριθ…../19… συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Πράπα, νομίμως μεταγεγραμμένου, με το οποίο του μεταβιβάστηκαν πλην του ως άνω αγρού-κτήματος των οκτώ (8) στρεμμάτων και έτερος αγρός τεσσάρων (4) στρεμμάτων και μία οικία μετά του οικοπέδου και της περιοχής της εκτάσεως 750 τετρ.μέτρων, κείμενα στην ίδια θέση Α.Μ.

της περιφέρειας της κοινότητας ………., στον εν λόγω δε δικαιοπάροχο (Χ. Κ.) δηλώνεται στο συμβόλαιο ότι είχαν περιέλθει τα πιο πάνω ακίνητα λόγω αγοράς της ψιλής κυριότητας από την Ι. Μ. Π. δυνάμει της υπ'αριθ.3815/7-11-1920 αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών (ως εμφυτευτή εκτάσεως της Ι. .Μ. Π. του Αγροκτήματος.

Α. Μ..) σε συνδυασμό και με το ……/ 19….γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης (το οποίο όμως αφορά εξαγορά της ψιλής κυριότητας του στη θέση Α. Μ. του ………….. εμφυτευτικού κτήματος οκτώ (και όχι 12) στρεμμάτων δυνάμει της 3815/1920 αποφάσεως), που μεταγράφηκαν στον τόμο ….. με αριθ…. των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου …….

Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα το επίδικο δεν εμπίπτει στην εξαιρεθείσα από την απαλλοτρίωση έκταση του αγροκτήματος Α. Μ., αφού από τα κτηματολογικά βιβλία προκύπτει, όπως προελέχθη, ότι εξαιρέθηκαν της απαλλοτρίωσης υπέρ του εμφυτευτή Κ. Χ. φερομένου ως απώτατου δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος- καθ'ου η κύρια παρέμβαση τα ….

και ….. κληροτεμάχια όχι όμως και το κληροτεμάχιο …. τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο οικόπεδο και επομένως ο ισχυρισμός του καθ'ου η παρέμβαση εκκαλούντος (ένσταση ιδίας κυριότητας) που προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως ένσταση καταλυτική του δικαιώματος κυριότητας του κυρίως παρεμβαίνοντος και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ότι δηλαδή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε σ'αυτόν παραγώγως με το πιο πάνω συμβόλαιο ως εξαιρεθείσα της απαλλοτρίωσης έκταση και μεταβιβασθείσα από την Ι.

Μ. Π. στον απώτατο δικαιοπάροχό του Χ. Κ. ως εμφυτευτή, αποδείχθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού με τον προαναφερόμενο νόμιμο τίτλο εξ επαχθούς αιτίας δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, καθώς το τελευταίο του μεταβιβάστηκε παρά μη κυρίου. Ούτε, όμως, πρωτοτύπως με την ειδική χρησικτησία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.3127/2003 απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ο εκκαλών, αν και συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από τη μεταγραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, το έτος 19…, καθώς ούτε πράξεις νομής του ίδιου επί του επιδίκου ακινήτου αποδείχθηκαν, αλλά κυρίως διότι, από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών κατά το χρόνο που φέρεται να μεταβιβάστηκε σ'αυτόν η κυριότητα και η νομή του επιδίκου με το πιο πάνω συμβόλαιο, βρισκόταν σε κακή πίστη με την έννοια του άρθρου 1042 ΑΚ, καθώς από βαρειά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν απέκτησε την κυριότητα και μάλιστα ότι τούτο ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα και βάσιμα το τελευταίο ισχυρίζεται.

Ειδικότερα, μετά την μεταβίβαση του ακινήτου στον εκκαλούντα με το πιο πάνω συμβόλαιο δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ή τρίτος για λογαριασμό του προέβη σε οποιαδήποτε εμφανή πράξη νομής στο ακίνητο αυτό, καθώς και ο μάρτυς που εξετάσθηκε με επιμέλειά του αορίστως ανέφερε ότι "το συντηρούσε" χωρίς αναφορά συγκεκριμένης εμφανούς πράξης νομής, μολονότι κατοικούσε σε πολύ μικρή απόσταση από το επίδικο, επί της οδού ……………….., και ήταν ευχερές σε αυτόν να το επισκέπτεται, να το καθαρίζει και γενικώς να κάνει αισθητή την επίβλεψή του σ'αυτό, δεδομένου ότι μόνο από τις δύο πλευρές του διέθετε περίφραξη η οποία όμως προερχόταν από τα όμορα ακίνητα ενώ στις άλλες δύο πλευρές του ήταν ανοιχτό με ελεύθερη πρόσβαση σε οποιονδήποτε.

Επίσης ούτε προκύπτει ότι περιέλαβε ο ίδιος το ακίνητο αυτό ως ιδιοκτησία του στις φορολογικές δηλώσεις (Ε9) που υπέβαλε στην αρμόδια αρχή. Τέλος, από το απόσπασμα του προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογίου φαίνεται ότι ήταν καλυμμένο με πυκνή αυτοφυή βλάστηση και πεύκα, στοιχεία που καταδεικνύουν έλλειψη ανθρώπινης παρέμβασης, φροντίδας και επιμέλειας.

Έτσι δεν έγινε αντιληπτό από το Δημόσιο ότι ο παρεμβαίνων αξιώνει δικαιώματα στο επίδικο ώστε να προβεί σε σχετική δικαστική ή εξώδικη όχληση του τελευταίου. Εξάλλου, ο εκκαλών, κατά τον πιο πάνω χρόνο κτήσης του ακινήτου, όπως προκύπτει από τις περιληφθείσες στο πιο πάνω συμβόλαιο δηλώσεις του σχετικά με την κατοικία του και το επάγγελμά του, ήταν ………… κάτοικος ………….., η δε κατοικία του βρισκόταν σε σημείο που απείχε 500 μέτρα περίπου από το επίδικο επί της οδού …………….

Ολόκληρη η περιοχή αυτή της πρώην Κοινότητας ………… και ήδη …………… εμπίπτει στο "αγρόκτημα Α. Μ. " και ειδικότερα στην απαλλοτριωθείσα για τον πιο πάνω σκοπό έκταση, όπως προελέχθη, οι κάτοικοι δε της περιοχής γνώριζαν ότι τα ακίνητα αυτής διέπει το πιο πάνω ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς ως προερχόμενα από έκταση της οριστικής διανομής για την αποκατάσταση ακτημόνων, από εξαιρεθείσα της απαλλοτρίωσης υπέρ εμφυτευτών έκταση και από αδιάθετα ακίνητα (διαθέσιμης έκτασης).

Την ιδιαίτερη αυτή κατάσταση που διείπε τα ακίνητα της περιοχής γνώριζε και ο εκκαλών, όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν και οι εξετασθέντες πρωτοδίκως μάρτυρες, ως μόνιμος κάτοικος της περιοχής διαμένων μάλιστα σε πολύ μικρή απόσταση από το επίδικο, με εμπειρία στις συναλλαγές ως ασκών εμπορική δραστηριότητα.

Η γνώση της κατάστασης αυτής σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων της περιοχής επέβαλε στον ως άνω αγοραστή ως μέσο συνετό άνθρωπο να διερευνήσει πριν την αγορά του οικοπέδου σε ποια κατηγορία ενέπιπτε αυτό, στα διανεμηθέντα σε κληρούχους τεμάχια, στα αδιάθετα που παρέμειναν στο Δημόσιο ή στα εξαιρεθέντα υπέρ των εμφυτευτών ακίνητα, ανατρέχοντας ευχερώς στα τηρούμενα στην αρμόδια υπηρεσία εποικισμού στοιχεία.

Η υποχρέωση αυτή εξάλλου επιβαλλόταν και από το γεγονός ότι στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας δεν γίνεται καμμία αναφορά στον τρόπο κτήσης των δικαιοπαρόχων του πλην της άμεσης Ά. Κ., μάλιστα δε σ'αυτό σημειώνεται ότι το ιστορικό των προγενεστέρων τίτλων κτήσεως δεν διαλαμβάνεται στο συμβόλαιο αυτό αλλά προς αποφυγή επαναλήψεων οι συμβαλλόμενοι αναφέρονται στο συμβόλαιο κτήσης της άμεσης δικαιοπαρόχου του και στους προγενέστερους τίτλους, και καμία μνεία ούτε εν σπέρματι για την προέλευση του επιδίκου (από αγρόκτημα οριστικής διανομής ή όχι), μολονότι στην προκειμένη περίπτωση λόγω του προεκτεθέντος ισχύοντος ιδιάζοντος ιδιοκτησιακού καθεστώτος που διείπε τα ακίνητα της περιοχής, όπως ο ίδιος καλά γνώριζε, η αναφορά αυτή ήταν αναγκαία για την κρίση της μεταβίβασης της κυριότητας του επιδίκου από αληθή κύριο.

Ανατρέχοντας δε στους μεταγεγραμμένους τίτλους των δικαιοπαρόχων του θα διαπίστωνε ότι ο φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος του Χ. Κ. είχε αποκτήσει λόγω εξαγοράς από την Ι. Μ. Π. εμφυτευτικό κτήμα, εξαιρεθέν γι'αυτό το σκοπό από την απαλλοτρίωση, έκτασης μόνο 8 στρεμμάτων, ενώ στον ειδικό διάδοχο του μεταβιβάζει έκταση 12 στρεμμάτων (8+4=12 στρεμ.), επικαλούμενος ότι προέρχονται δήθεν από την εξαγορασθείσα ως ανωτέρω έκταση παρά την μεγάλη διαφορά στο εμβαδόν και μολονότι και στις δύο περιπτώσεις δεν γίνεται προσδιορισμός κατά τα όρια και την ακριβή θέση της έκτασης αυτής σε αναφορά και συσχετισμό με το κτηματολογικό και τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της διανομής των εκτάσεων της περιοχής.

Προβαίνοντας δε στην ως άνω διερεύνηση στα τηρούμενα στη διεύθυνση εποικισμού στοιχεία θα διαπίστωνε ευχερώς και αμέσως ότι το επίδικο ανήκε στα αδιάθετα κληροτεμάχια (διαθέσιμης έκτασης) κυριότητας του Δημοσίου και ότι δεν είχε καταλυθεί η κυριότητα του τελευταίου επ' αυτού. Επομένως ο ισχυρισμός του εκκαλούντος (ένσταση ιδίας κυριότητας) που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως ένσταση καταλυτική του δικαιώματος κυριότητας του κυρίως παρεμβαίνοντος και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ότι δηλαδή απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου πρωτοτύπως, σύμφωνα με το άρθρο 4 αρ.1,2 του ν.3127/2003, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση κατά της 8096/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, (μετ' απόρριψη της κατά του αναιρεσείοντος αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής του μη εν προκειμένω διαδίκου Μ.. Κ.) είχε γίνει δεκτή η κύρια παρέμβαση του αναιρεσιβλήτου (κατά του ήδη αναιρεσείοντος) και είχε τούτο αναγνωρισθεί κύριο του επιδίκου ακινήτου στη ……………, έκτασης 510,40 τ.μ.

IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη την 11/1934 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών, στην οποία βεβαιώνεται ότι εξαιρέθηκε της απαλλοτρίωσης υπέρ του Κ.

Κ., απωτέρου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, έκταση 37,60 στρεμμάτων, η οποία δεν ανήκει (κατά τον αναιρεσείοντα) στο αναιρεσίβλητο και, όπως αυτός περαιτέρω υποστηρίζει, είχε ισχυρισθεί (πρωτοδίκως και κατ' έφεση), ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε τμήμα του …. κληροτεμαχίου, ούτε είχε περιέλθει σ' αυτόν με την …/19… απόφαση της ίδιας Επιτροπής σε συνδ.

με το από ….19.. πρακτικό αυτής και την επακολουθήσασα οριστική διανομή, διότι (το επίδικο) είχε περιέλθει στον Κ. Κ. την 16-11-1925 που είχε καταβάλει το ποσό της εξαγοράς στο ΤΠΔ δια του ……… Γραμματίου Σύστασης Παρακαταθήκης και δυνάμει των ….. και …… του 19… τίτλων. Γι'αυτό, όπως ακόμη επικαλείται ο αναιρεσείων, είχε προβάλει τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις, όσο και με την έφεσή του τον ισχυρισμό, της ίδιας κυριότητάς του επί της επίδικης έκτασης.

Ο λόγος (κατά το α'μέρος του) είναι αβάσιμος, διότι είναι αναμφίβολο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του την προειπωθείσα απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, απόφαση, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) του αρ. 8β του άνω άρθρ., διότι δεν λήφθηκε υπόψη "πράγμα" προταθέν και δη η ένσταση ίδιας κυριότητας που προέβαλε ο αναιρεσείων με λόγο έφεσης.

Ο λόγος κατά το β' μέρος αυτού είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρθηκε ο ισχυρισμός αυτός. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το α' μέρος αυτού ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του ίδιου άρθρου ως εκ της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 4 παρ.1, 2 ν.3127/2003 και 1042 ΑΚ, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του αρνήθηκε να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στις διατάξεις αυτές, αν και, (κατά τον αναιρεσείοντα), ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοί του νέμονται το επίδικο αδιαλείπτως επί 30ετία με καλή πίστη και χωρίς βαρειά αμέλεια, αλλά και με νόμιμο τίτλο επί 10ετία έως την έναρξη ισχύος του ν.3127/03.

Ο λόγος, κατά το α' μέρος του, είναι αβάσιμος διότι, από τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα καταδεικνύεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του προσηκόντως ερμήνευσε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και, στη συνέχεια, τις εφάρμοσε ορθά με την υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών.

Ήτοι, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ήταν τμήμα του …. κληροτεμαχίου, που δεν είχε εξαιρεθεί απ' την απαλλοτρίωση, όπως είχε συμβεί με τα …. και ….. κληροτεμάχια υπέρ του (εμφυτευτή) Χ. Κ., απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος. Όπως δε ακόμη δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (κατά τα ως άνω) ο αναιρεσείων, (ο οποίος δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσας παρά μη κυρίου), δεν απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης πρωτοτύπως, κατ' άρθρ. 4 ν.3127/03, διότι παρά τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από τη μεταγραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, δεν αποδείχθηκαν εμφανείς πράξεις νομής του (αναιρεσείοντος) και ο τελευταίος ήταν κακής πίστης.

Συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη δέχεται (παρά τα όσα αντίθετα ο ίδιος υποστηρίζει, αβασίμως όμως ότι στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα δεν γίνεται μνεία για την προέλευση του επιδίκου (από αγρόκτημα οριστικής διανομής ή όχι), ότι αυτός με αναδρομή στους τίτλους του απωτάτου δικαιοπαρόχου, (όπως περαιτέρω γίνεται δεκτό), θα διαπίστωνε ότι ο τελευταίος είχε αποκτήσει από την Ι.Μ.

Π. εξαιρεθείσα της απαλλοτρίωσης έκταση 8 στρεμμάτων (εμφυτευτικό κτήμα), ενώ στον ειδικό διάδοχό του μεταβίβασε (8+4=) 12 στρέμματα. Τέλος, έγινε δεκτό για την ενδελεχέστερη ανάλυση της συνδρομής της κακής πίστης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα, ότι αυτός με τη διερεύνηση των στοιχείων, που τηρούνται στη Διεύθυνση Εποικισμού, θα διαπίστωνε ότι το επίδικο ανήκε στα αδιάθετα κληροτεμάχια (διαθέσιμης έκτασης) κυριότητας του Δημοσίου (αναιρεσιβλήτου) και ότι δεν είχε καταλυθεί η κυριότητα του τελευταίου επ' αυτού.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το β' μέρος, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια του αρ.19 του άνω άρθρου, διότι με ανεπαρκή αιτιολογία διατυπώνει τη συνδρομή της βαρειάς αμέλειας στο πρόσωπό του, σε σχέση με τα συναφώς περιγραφόμενα περιστατικά και, επιπλέον, αντιφατικά διατυπώνει τις αιτιολογίες, ως προς τη δυνατότητα του αναιρεσείοντα να διαπιστώσει (ελλείψει τοπογραφικού) ότι το επίδικο δεν ανήκε στα εξαιρεθέντα της απαλλοτρίωσης και παραχωρηθέντα στον απώτατο δικαιοπάροχό του Χ.

Κ. Ο λόγος, κατά το β' μέρος του είναι αβάσιμος, διότι οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης κατά την ανάπτυξη των παραδοχών του αποδεικτικού πορίσματος είναι επαρκείς και χωρίς αντιφατικότητα, καθόσον αφορά στη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της κακής πίστης (? βαρειάς αμέλειας) και της (σε σχέση με αυτήν) δυνατότητάς του να διαπιστώσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το γ' μέρος του ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, ότι υπέπεσε με την προσβαλλομένη στην πλημμέλεια του αρ. 20 του παραπάνω άρθρου, αφού δέχθηκε ότι ο Χ. Κ. απέκτησε από την Ι.Μ. Π. μόνον οκτώ και όχι δώδεκα στρέμματα, εξαιρεθέντα της απαλλοτρίωσης, συνάγοντας το συμπέρασμα ότι στα επιπλέον τέσσερα στρέμματα περιλαμβανόταν το επίδικο και ότι αυτά δεν ανήκαν στο δικαιοπάροχό του, ενώ από το …./19..

πωλητήριο συμβόλαιο, που αυτός (Χ. Κ.) μεταβιβάζει στον ειδικό διάδοχό του 12 στρέμματα και από το …/19… γραμμάτιο παρακαταθήκης προκύπτει ότι πέραν των 8 στρεμμάτων, τα οποία πράγματι απέκτησε με το άνω γραμμάτιο παρακαταθήκης, απέκτησε και την υπόλοιπη έκταση (των 4 στρεμμάτων), με έτερο και δη με το …/19… γραμμάτιο παρακαταθήκης.

Με τον τρόπο αυτό, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο τόσο του …./19.. συμβολαίου, όσο και του …../19… γραμματίου, αφού δέχθηκε ότι ο μέσος συνετός αγοραστής θα μπορούσε ευχερώς από την αντιπαραβολή των εν λόγω εγγράφων (συμβολαίου και …… γραμματίου) να συναγάγει ότι από τον Χ..

Κ. εξαγοράσθηκαν μόνον 8 στρέμματα, ενώ αυτός στη συνέχεια μεταβίβασε 12 στρέμματα. Εν τούτοις το αληθές, κατά τον αναιρεσείοντα, είναι ότι τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορούσε να εξαχθεί, αφού στο άνω συμβόλαιο αναφέρονται ρητά δύο γραμμάτια παρακαταθήκης, το ένα εκ των οποίων αφορά 8 στρέμματα και το έτερο άγνωστο ποια έκταση, πάντως έκταση άλλη, πέραν των 8 στρεμμάτων.

Η δε παραμόρφωση των παραπάνω εγγράφων ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι είναι ουσιώδης, αφού σε αυτή η προσβαλλομένη στηρίζει την κρίση ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν καλόπιστος νομέας. Ο λόγος, κατά το γ' μέρος του είναι αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη, δεν θεμελιώνεται η αντίστοιχη πλημμέλεια.

Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλ' αντίθετα τα έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, λοιπά έγγραφα), χωρίς να εξαίρει τα έγγραφα, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, κατά τα ως άνω.

Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, κατά το α'μέρος του ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 10 του ίδιου άρθρου, γιατί δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, ότι δεν δήλωνε αυτός το επίδικο στα φορολογικά έντυπα Ε9, τα οποία όμως αυτός δεν είχε προσκομίσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος, γιατί κατά την αντίστοιχη έννοια, ο λόγος ιδρύεται, όταν γίνονται δεκτά "πράγματα" ουσιώδη ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Εδώ, τα έντυπα αυτά είναι απλώς φορολογικού ενδιαφέροντος και όχι "πράγματα", (όπως η έννοια ανωτέρω αναπτύσσεται) και δη ουσιώδη. Με τον ίδιο λόγο, κατά το β' μέρος του ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρ. 11β, γιατί την κρίση του, ότι αυτός δεν είχε τη νομή του επιδίκου, στηρίζει στις μη προσκομισθείσες αποδείξεις των άνω (μη προσκομισθέντων) εντύπων Ε9.

Ο λόγος κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος, καθόσον τα έντυπα αυτά (φορολογικά) δεν συναρτώνται κατά τις επισκοπηθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, με την άσκηση της νομής, δηλαδή δεν αποτελούν (σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο), πράξεις άσκησης νομής (φυσικής εξουσίας με διάνοια κυρίου) επί του επιδίκου, κατά το άρθρ. 974 ΑΚ.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το γ' μέρος αυτού ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 20, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρά του, που εμπεριέχεται στα …../2009 πρακτικά του Πρωτοδικείου. Ο λόγος, κατά τα ειδικότερα στο περιεχόμενό του (ότι το δικαστήριο δέχθηκε πραγματικό γεγονός διαφορετικό απ' τα αναφερόμενα στο έγγραφο, ήτοι στα πρακτικά), είναι απαράδεκτος, διότι στο έγγραφο αυτό, (πρακτικό συνεδρίασης) αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (η κατάθεση του μάρτυρα) και δεν αποτελεί έγγραφο κατά την πιο πάνω έννοια, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος, ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναίρεσης, που επαναφέρεται με την από …../18 κλήση, μετά τη ματαίωση της συζήτησης στις ………., πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 3-1-2017 αίτηση (που επαναφέρεται με την από 5-12-18 κλήση) του Κ. Μ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 40/2014 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και -Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300 €).- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ