Legislator Case Law & Legislation
525/2014 AI generated

525/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 525/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

525/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά το άρθρο 59 ΑΚ στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επι πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η δε ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Keywords

AI generated
labelling and marketing principle of company name truthfulness trade name genuine use of a mark alliance surname usurpation of name
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 525 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 525/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" που εκπροσωπείται νόμιμα, και εδρεύει στο … και 2. Ν. Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αγλαΐα Μυλωνοπούλου .

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. συζ. Α. Β., το γένος Ι. Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσίου Πελέκη, ο οποίος ανεκάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσειοντες με την από 12-6-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 266/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 71/2009 οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου Κορίνθου, στη συνέχεια έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή της και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσείουσα να καταβάλει σ'αυτήν το ποσό των 40.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο και να παύσει να χρησιμοποιεί στο μέλλον το όνομα "Κ." στο διακριτικό της σήμα, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος για κάθε παράβαση της απόφασης ως προς την εν λόγω διάταξη αυτής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553 556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔικ]. Πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2.Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίο το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στη ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση το αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (πρβλ.ΟλΑΠ 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, αν δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Τέλος, από το άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ.19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 224/2012].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ.1εδ.α'και παρ.2 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στη προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, χωρίς να αποκλείεται η αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, ενώ κατά το άρθρο 58 ΑΚ, εάν σ'αυτόν που δικαιούται να φέρει ένα όνομα αμφισβητείται από άλλον το δικαίωμα αυτό ή αν κάποιος χρησιμοποιεί παράνομα ορισμένο όνομα, ο δικαιούχος ή εκείνος που βλάπτεται έχει τα ίδια πιο πάνω δικαιώματα.

Εξάλλου κατά το άρθρο 59 ΑΚ στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επι πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η δε ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 εδ.α ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το όνομα, ως εξωτερικό προσδιοριστικό στοιχείο της κοινωνικής ατομικότητας του ανθρώπου και συνακόλουθα ως εκδήλωση του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, προστατεύεται, όταν δε κάποιος προς χαρακτηρισμό της επιχειρήσεώς του ή των προϊόντων αυτής χρησιμοποιεί παρανόμως (δηλαδή χωρίς δικαίωμα) ως διακριτικό γνώρισμα ορισμένο επώνυμο (οικογενειακό, πατρωνυμικό όνομα) που δεν του ανήκει, στον φορέα (δικαιούχο) του ονόματος παρέχονται, μεταξύ άλλων, οι αξιώσεις προς παύση και παράλειψη της χρησιμοποιήσεως του ονόματος του και στην περίπτωση που συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας του χρησιμοποιούντος το όνομα, η αξίωση προς χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης. 3.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το έτος 1905 ο Κ. Π.-Κ., παππούς της ενάγουσας, ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη η Εταιρεία Επιχειρήσεων και Ιαματικών Πηγών Λουτρακίου …" η οποία είχε ως αντικείμενο την εκμετάλλευση ιαματικών πηγών και την εμπορία πόσιμου επιτραπέζιου νερού.

Η εταιρεία αυτή καθ'όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της, από την ίδρυσή της μέχρι το έτος 1966 πουπτώχευσε, χρησιμοποιούσε το όνομα "Κ." ως διακριτικό σήμα των προϊόντων της, ενώ με τις υπ'αρ.744,745 και 746/1952 αποφάσεις του Α' Διοικητικού Δικαστηρίου Σημάτων είχαν κατοχυρωθεί σ' αυτήν τα σήμα- τα "…" και "Φυσικό Ιαματικό Ύδωρ Λουτρακίου".

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το έτος 1923 η ευρισκόμενη μέσα στον προαύλιο χώρο της οικίας του πατέρα της ενάγουσας Ι. Κ. θέρμη ανακηρύχθηκε ως ιαματική πηγή με το από 28-3-1923 β.δ....Μετά την πτώχευση της ως άνω εταιρείας έγιναν προσπάθειες επανίδρυσης και επαναλειτουργίας από τον πατέρα της ενάγουσας Ι. Κ.

αλλά δεν ευδοκίμησαν. Στις 1-6-1976 ο δεύτερος Μ. σύζυγο εναγόμενος Ν. Π., από κοινού με τους Ι. Κ. του Δ., [κάτοικο ..., οδός ... αρ….,…], Ν. Π., Γ. Π. του Δ. και Δ. Π. του Ν., σύστησαν την ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "…", σκοπό την παρασκευή και εμπορία αεριούχων ποτών (αναψυκτικών, σόδας κλπ) και την εμφιάλωση και πώληση προς τρίτους ύδατος Λουτρακίου, έδρα την πόλη του Λουτρακίου Κορινθίας και διάρκεια επτά ετή, δηλαδή από το έτος 1976 έως το έτος 1983,με αυτοδίκαιη παράταση για μία ακόμη τριετία.

Όπως προαναφέρθηκε ο διακριτικός τίτλος της ομόρρυθμης αυτής εταιρείας, η οποία καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Κορίνθου με αριθμό 195/2-6-1976,ήταν"…", το δε όνομα "Κ." προερχόταν από τον εταίρο και εκ των ιδρυτών της Ι. Κ. του Δ.. Στις 12-5-1988 ιδρύθηκε η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "….", έδρα το …, σκοπό την παραγωγή, εισαγωγή και εμπορία εμφιαλωμένου νερού, αλκοολούχων και μη ποτών και πεντηκονταετή διάρκεια, η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο μητρώο ΑΕ στις14-6-1988 και δημοσιεύθηκε στις 12-5-1988..

Η εταιρεία αυτή που ιδρύθηκε από τα ίδια με αυτά που ίδρυσαν και την προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία πρόσωπα, πλην όμως του Ι. Κ. του Δ. που αποχώρησε, συνέχισε να χρησιμοποιεί στις ετικέτες των προϊόντων της το διακριτικό τίτλο "…" και μάλιστα προτάσσοντας το όνομα "Κ." με μεγάλα γράμματα και πάνω από το αναγραφόμενο με μικρά γράμματα όνομα "Π." (του ιδρυτή της).Η εκ μέρους της εναγομένης χρήση του επωνύμου της ενάγου σας στα προϊόντα της δεν είναι νόμιμη γιατί α)δεν έχει κατοχυρωθεί υπέρ της με τη διοικητική διαδικασία ως διακριτικός τίτλος ή σήμα των προϊόντων της (και ανεξάρτητα από το ότι το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο διάγνωσης της παρούσας δίκης και γι'αυτό δεν ερευνάται)το όνομα "Κ.", β)δεν αναγράφεται ούτε στην επωνυμία της ούτε στο διακριτικό τίτλο της το όνομα αυτό γ) δεν συμμετείχε στην ίδρυσή της ο εκ των ιδρυτών της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας Ι.

Κ. του Δ., δ) δεν προέρχεται από την οικογένεια Κ. και δεν έχει καμιά απολύτως συγγενική σχέση με την ενάγουσα το παραπάνω πρόσωπο, δηλαδή πρόκειται για απλή συνωνυμία με το όνομα "Κ.", που είναι όμως ευρέως γνωστό στο καταναλωτικό κοινό, στη συνείδηση του οποίου είναι συνυφασμένο με την πηγή Κ. και την εμπορία επιτραπέζιου νερού, δηλαδή με την επιχειρηματική δραστηριότητα που άσκησε επί εξήντα και πλέον έτη ο παππούς της ενάγουσας, ε)δεν έχει σχέση η επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης(πλην βεβαίως του παρεμφερούς αντικειμένου της) με την πηγή Κ.

και με αυτή του παππού της ενάγουσας. Με βάση τα παραπάνω και ανεξαρτήτως του μη αποδειχθέντος ισχυρισμού της ενάγουσας ότι παραχωρήθηκε στην εναγομένη το δικαίωμα να χρησιμοποιεί στα προϊόντα της ως διακριτικό σήμα το όνομα "Κ." μόνο για μία δεκαετία, δυνάμει προφορικής συμφωνίας που έγινε το έτος 1989 μεταξύ του δευτέρου εναγομένου, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης και του πατέρα της(ενάγουσας) αλλά και (ανεξαρτήτως επίσης) της αποδειχθείσης μη ενεργού ενασχόλησης από το έτος 1966 και μετέπειτα της οικογένειας Κ.

με το εμπόριο επιτραπέζιου νερού, με τη χρησιμοποίηση αυτή του ονόματος της ενάγουσας που έγινε από την εναγομένη αυθαίρετα, χωρίς δικαίωμα, χωρίς τη συναίνεση και παρά την εκπεφρασμένη αντίρρηση της ενάγουσας, προσβάλλεται παράνομα το δικαίωμα της τελευταίας για αποκλειστική χρήση του ονόματος (επωνύμου) της, ως φραστικού συμβόλου προσδιοριστικού του προσώπου και της ατομικότητάς της ως ανθρώπου αλλά και ως μέλους της οικογένειας Κ.

και κατ' επέκταση (προσβάλλεται) η προσωπικότητά της ως προς την έκφανσή της αυτή αλλά και ως προς τις λοιπές κοινωνικές εκφάνσεις της, η ανάπτυξη των οποίων παρεμποδίζεται από την κατά τα άνω παράνομη χρήση του ονόματος της, αδιάφορα από το αν ασχολείται ή αν θα ασχοληθεί στο μέλλον με παρόμοια ή άλλη εμπορική δραστηριότητα.....Επίσης η ενάγουσα δικαιούται και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την κατά τα ανωτέρω, παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της από υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία προέβη στη χρήση του ονόματος της ενάγουσας αν και γνώριζε ότι δεν δικαιούνταν να το χρησιμοποιεί στα προϊόντα της και παρά το ότι η τελευταία της το ζήτησε [με την κοινοποίηση της από 28-9-2005 εξώδικης δήλωσής της] να πάψει να το χρησιμοποιεί....".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο οδηγήθηκε στη διατύπωση του προαναφερθέντος διατακτικού. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, που απετέλεσε και την μοναδική βάση της αγωγής της, εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτια χρήσης από την πρώτη αναιρεσείουσα του πατρωνύμου της [στο οποίο μόνον αυτή έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης], ως διακριτικού γνωρίσματος των προϊόντων της.

Οι παραδοχές αυτές αντιστοιχούν πλήρως προς το πραγματικό των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το Εφετείο ήτοι των άρθρων 57,58,59,71, 299, 914 και 932 ΑΚ.

Συνεπώς, ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος. Αβάσιμοι επίσης είναι οι δεύτερος και ο τρίτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 [κατ'εκτίμηση αρ.14],8 και 9 ΚΠολΔικ.

Τούτο δε καθόσον από την επισκόπηση της από 15-11-2005 αγωγής της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή περιείχε ως ισχυρισμούς, όλα τα παραπάνω περιστατικά, που έγιναν δεκτά ως αποδεδειγμένα από το δικαστήριο της ουσίας και που ήταν αναγκαία κατά νόμον για να είναι ορισμένη. Ειδικότερα στο δικόγραφό της διαλαμβάνονταν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνονταν η αξίωσή της για άρση της προσβολής της προσωπικότητάς της από την υπαίτια [δόλια] και παράνομη συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας, σχετικά με τη χρήση του επωνύμου της αναιρεσίβλητης στα προϊόντα της, παρά την εκφρασθείσα ρητά εκ μέρους της, αντίρρηση.

Δεν αποτέλεσε δε βάση της αγωγής ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι ο παππούς της παρεχώρησε στους ιδρυτές της πρώτης αναιρεσείουσας το δικαίωμα χρήσης του ονόματος "Κ." για μια δεκαετία [όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες], αφού με την αγωγή δεν ζητήθηκε η προστασία εταιρικής ονομασίας ή σήματος αλλά της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης από την παράνομη χρήση του επωνύμου της.

Επίσης δεν ήταν απαραίτητο να επικαλείται στην αγωγή της ότι η εκτιθέμενη σ'αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντιδίκων της, αποτελούσε και αξιόποινη πράξη [όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες] αφού η αξίωσή της από αδικοπραξία [η οποία δεν αποκλείεται επί προσβολής της προσωπικότητας, κατά τα προεκτεθέντα] δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί ταυτόχρονα και ποινικό αδίκημα.

Επί πλέον, το Εφετείο με το να δεχθεί το αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού κατά τα προαναφερθέντα δέχθηκε την συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας. Τέλος ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προτείνεται απαραδέκτως.

4.Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1, 8, 9 και 20 ΚΠολΔικ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι επιδίκασε μη αιτηθέντα και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου.

Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αναφέρουν τα εξής: "Ότι η προσβαλλομένη χωρίς αιτιολογία με τις άνω παραδοχές της δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και ένστασή τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και που προέβαλαν με τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις τους, ότι δηλαδή η πρώτη από αυτούς αποτελεί συνέχεια της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…." και των ιδρυτών της Μ.

και Ν. Π. (δευτέρου από αυτούς). Ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν ανέγνωσε το καταστατικό της πρώτης από αυτούς, το οποίο προσκόμισαν πρωτοδίκως και κατ'έφεση, από την ανάγνωση του οποίου προκύπτει ότι αυτή προήλθε από την μετατροπή προηγούμενων ατομικών επιχειρήσεων των Μ. και Ν. Π. σε ανώνυμη εταιρεία και ότι ως εκ τούτου αποτελεί οιονεί καθολική διάδοχο των ανωτέρω επιχειρήσεων, ο διακριτικός τίτλος των οποίων μεταβιβάστηκε κατόπιν της συμφωνίας αυτής στην εκ μετατροπής και συγχωνεύσεως ιδρυθείσα πρώτη από αυτούς, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των συγχωνευθεισών επιχειρήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.δ.1297/ 1972,ν.849/1978 καιν.2190/1920,τις οποίες εσφαλμένως δεν εφήρμοσε.

Ότι ως εκ τούτου η προσβαλλομένη δεν εφάρμοσε τους ανωτέρω προσήκοντες κανόνες δικαίου, προκειμένου να ερμηνεύσει το δικαίωμά τους προς χρήση της λέξεως "Κ.", δεν εφάρμοσε το ν.146/1914 και εφάρμοσε, χωρίς να επικαλείται η αναιρεσίβλητη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη τους ούτε υπαιτιότητά τους, εσφαλμένως τα άρθρα 57, 58 και 914 Α.Κ." Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλα τα μέρη του και ειδικότερα:

α)Κατά το πρώτο (από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ.) με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίαση των διατάξεων των πιο πάνω νομοθετημάτων, προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν είναι σαφές ποιό συγκεκριμένο υπαγωγικό ή ερμηνευτικό λάθος αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

β) Κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του (από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α και 9 ΚΠολΔικ.) ως αβάσιμος για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη σε σχέση με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, επανάληψη των οποίων αποτελούν τα μέρη αυτά, γ) Κατά το τέταρτο μέρος του (από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔικ.) ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε ούτε το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο αυτού.

Τέλος αν θεωρηθεί ότι, παρά τη μη ρητή επίκληση του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β και 11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., ο ίδιος λόγος εμπεριέχει και αιτιάσεις από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, αυτές είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η πρώτη από αυτούς είχε δικαίωμα χρήσεως του ονόματος "Κ." ως διάδοχος προηγούμενων εταιρειών και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, αλλά και το καταστατικό της πρώτης αναιρεσείουσας, όπως χωρίς αμφιβολία προκύπτει από την προπαρατεθείσα ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 Κ ΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-6-2010 αίτηση της εταιρίας "…" και του Ν. Π. για αναίρεση της 266/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ