525/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/7/2003 και 2/6/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, την από την από 2/12/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων και την με αριθμό κατάθεσης 3249/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26201/2005 μη οριστική και 2167/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 265/2008 μη οριστική και 2078/2009 οριστική του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/6/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated525/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία, προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 525 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 525/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Καπετανέα και κατέθεσε προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Β. του Λ., 2) Ρ. συζύγου Α. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεονύμφη Τζώρα και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πανούση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/7/2003 και 2/6/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, την από την από 2/12/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων και την με αριθμό κατάθεσης 3249/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26201/2005 μη οριστική και 2167/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 265/2008 μη οριστική και 2078/2009 οριστική του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/6/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 20/12/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, κατά την επιδίκαση αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά
αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932. Όμως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Προέχον πάντως και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς η προστασία αυτή να συνδέεται αναγκαία με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία, προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί.
Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξυπακούεται ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις μπορούν να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. Ολ. ΑΠ 18/2008, ΑΠ 438/2008, ΑΠ 1216/2008, ΑΠ 398/2007, ΑΠ 381/2007). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την αριθ.
καταθ. 28242/03 αγωγή του, εξέθεσε μεταξύ των άλλων και ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος διήγε το 21° έτος της ηλικίας του και ήταν υγιής και δραστήριος, ότι μετά το ατύχημα, υπέστη βλάβη της ψυχικής του υγείας, με συνέπεια να έχει έντονες φοβίες και να ταλαιπωρείται εισερχόμενος για νοσηλεία σε θεραπευτικά ιδρύματα, να τελεί συνεχώς υπό φαρμακευτική αγωγή, να καταστεί ανίκανος για κάθε εργασία γεγονός που έχει δυσμενέστατες συνέπειες στο κοινωνικό και επαγγελματικό του μέλλον.
Ζήτησε δε να του επιδικαστεί κατ' αρθρ. 931 ΑΚ, ως αυτοτελής αποζημίωση και το ποσό των 120.000 ευρώ, προς κάλυψη των μελλοντικών δυσμενών συνεπειών στην προσωπικότητά του, την κοινωνική του αυτοτέλεια και αποκατάσταση και την επαγγελματική και οικονομική του ανέλιξη λόγω της μόνιμης ψυχικής του αναπηρίας, πέραν της αποζημίωσης για την κάλυψη των διαφυγόντων εισοδημάτων, τα οποία θα στερηθεί στο μέλλον λόγω της ανικανότητάς του προς κάθε εργασία και ειδικότερα αυτής του αλουμινοκατασκευαστή την οποία εκτελούσε προ του ενδίκου ατυχήματος και πέραν της χρηματικής του ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία των ανωτέρω δυσμενών συνεπειών της εκδήλωσης της ψυχικής νόσου εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτό το ως άνω αγωγικό κονδύλιο κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 50.000 ευρώ, ως αυτοτελή δηλαδή αποζημίωση, βάσει του άρθρου 931 ΑΚ, ενώ επιδίκασε, επιπλέον, υπέρ αυτού ως αποζημίωση, σύμφωνα με τα παραπάνω και τα αγωγικά κονδύλια για διαφυγόντα εισοδήματα λόγω της αδυναμίας του να εργασθεί στο μέλλον και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τους ίδιους λόγους, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα και με την προηγούμενη νομική σκέψη, καθώς ο ενάγων δεν δικαιούται εν προκειμένω και αυτοτελή αποζημίωση κατ' αρθρ. 931 ΑΚ, εφόσον τόσο η μελλοντική οικονομική του ζημία λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, όσο και οι δυσμενείς συνέπειες της ψυχικής του νόσου στην προσωπική και κοινωνική του ζωή, έχουν καλυφθεί πλήρως κατ' αρθρ. 929, 932 ΑΚ.
Πρέπει επομένως να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν οι σχετικοί λόγοι έφεσης των εναγομένων της πρώτης (κύριας) αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε κατά παραδοχή της εφέσεως των εναγομένων ως νόμω αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο από την ΑΚ 931 που είχε γίνει εν μέρει δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρ. 931 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα.
Επομένως κρίνεται βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η πλημμέλεια για παραβίαση με τη μη εφαρμογή της άνω διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ.
ΙΙ. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 929 του ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επί πλέον εξ αιτίας της αυξήσεως των δαπανών του. Εξάλλου κατά το άρθρο 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Περαιτέρω σύμφωνα με την περίπτωση 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Κατά το ένδικο τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη την 15-8-2001 και περί ώρα 20.20 στη συμβολή των οδών Φιλιππουπόλεως και Ελευθερίας του Δήμου Αμπελοκήπων ..., από τη σύγκρουση της με αριθ.
κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του (κυρίως) ενάγοντος Α. Δ., με το αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου (κυρίως) εναγομένου Θ. Β., το οποίο οδηγούσε η προστηθείσα απ' αυτόν, δεύτερη κυρίως εναγομένη Ρ. Β. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ασφ/κή εταιρία, (η οποία παρίσταται νομίμως υπό τη νέα της επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦ/ΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'', μετά από τροποποίηση του καταστατικού της που εγκρίθηκε με την Κ3-8930/14-9-07 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης), και το οποίο, ατύχημα, όπως ήδη κρίθηκε τελεσίδικα με την 265/08 εν μέρει οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που επικύρωσε την με αριθ. 26201/2005 (εκκαλουμένη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ως άνω εναγομένης οδηγού του ΙΧΕ, τραυματίσθηκε ελαφρά ο ενάγων, Α.
Δ.. Συγκεκριμένα την ίδια μέρα μετά το ατύχημα εξετάσθηκε στο εξωτερικό Ιατρείο της Α' χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ της ..., όπου του έγινε περιποίηση - καθαρισμός επιφανειακών τραυμάτων του, διαπιστώθηκε ευθειασμός ΑΜΣΣ των Α5-Α6 σπονδύλων. Δεν ανέφερε εκεί κάκωση κεφαλής, ούτε απώλεια συνείδησης, δεν είχε υποστεί κάποιο κάταγμα, και δεν διαπιστώθηκε τίποτα το παθολογικό (βλ.
σχ. το 21057/21-8-2001 πιστοποιητικό της Γραμματείας εξωτερ. Ιατρ. του ΑΧΕΠΑ). Ένα μήνα αργότερα εισήχθη και νοσηλεύθηκε στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Γ. Παπανικολάου της ..., επειδή, μετά το ένδικο ατύχημα παρουσίασε απόσυρση, ανηδονία, ελάττωση των κοινωνικών του δραστηριοτήτων και παραμέληση του εαυτού του.
Παρέμενε για νοσηλεία 23 ημέρες και η διάγνωση ήταν σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου, για την οποία του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Στη συνέχεια επανεισήχθη και νοσηλεύτηκε στην ίδια κλινική από 8-9-2002 έως 19-9-2002, από 17-10-2002 έως 20-12-2002 και από 21-1-2003 έως 6-2-2003 και οι συνολικές δαπάνες νοσηλείας του ανήλθαν στο ποσό των 4.765,29 ευρώ (βλ.
προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών Γ. Ν. Παπανικολάου), όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Κατά τα μεσοδιαστήματα των νοσηλειών συνέχισε την παρακολούθηση στα εξωτερικά Ιατρεία (βλ. σχ. την αριθ. πρωτ. 19672/08 απάντηση του νοσοκομείου Παπανικολάου). Η κατάστασή του ήδη έχει βελτιωθεί και παρουσιάζει υπολειμματικά στοιχεία, χωρίς να, έχουν εξαλειφθεί τελείως και οι παραληρητικές ιδέες, εμφανίζει όμως ελαφρότερα συμπτώματα, ενώ βρίσκεται συνεχώς υπό φαρμακευτική αγωγή.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, όπως προκύπτει από το ιατρικό του ιστορικό, δεν είχε προβλήματα ψυχικής υγείας πριν το ένδικο τροχαίο ατύχημα, και οι κοινωνικές και διαπροσωπικές του σχέσεις ήταν ομαλές. Μετά την απόλυσή του από το στρατό, σε ηλικία 21 ετών και μέχρι το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος,(15-8-2001) ο ενάγων εργαζόταν ως βοηθός τεχνίτη σε αλουμινοκατασκευές χωρίς να είναι ασφαλισμένος σε δικό του ασφαλιστικό φορέα, γι' αυτό και ήταν έμμεσα ασφαλισμένος στο βιβλιάριο ασθενείας του πατέρα του, ως προστατευόμενο μέλος, στον οργανισμό ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, από 6-6-2001, ενώ στη συνέχεια κρίθηκε ανίκανος προς εργασία και παρατάθηκε το δικαίωμα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από 1-1-05 έως 31-12-2010 στο βιβλιάριο ασθενείας του πατέρα του (βλ.
σχ. την αριθ. 14212/08 βεβαίωση τον Ο.Α.Ε.Ε). Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε κληρονομική προδιάθεση και υπήρχαν στο περιβάλλον του ψυχοπιεστικοί παράγοντες που ευνοούσαν την εκδήλωση της ψυχικής νόσου της σχιζοφρένειας, όμως η νόσος του εισέβαλε αιφνίδια μετά από το επίδικο ατύχημα, το οποίο δεν ήταν η αιτία της πάθησής του, αλλά ήταν ένας επί πλέον ψυχοπιεστικός παράγοντας που ευόδωσε και επιτάχυνε την εκδήλωση των συμπτωμάτων της, και συνεχίζει να έχει ενεργά αρνητικά συμπτώματα της νόσου (έλλειψη ενδιαφερόντων, κοινωνική απόσυρση κ.λ.π.) και είναι επιβεβλημένη η συνέχιση της φαρμακευτικής του αγωγής.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η εμφάνιση της ψυχικής του νόσου συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον τραυματισμό του ενάγοντος σ' αυτό και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης των εναγομένων των δύο κύριων αγωγών είναι ουσία αβάσιμοι. Ο ενάγων μέχρι το τέλος του έτους 2008 δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσει την ως άνω εργασία του, τούτο όμως δεν είναι βέβαιο ότι θα διαρκέσει μέχρι την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για συνταξιοδότησή του (2038) διότι οι πιθανότητες καλής ή κακής εξέλιξης της ψυχικής νόσου από την οποία αυτός πάσχει, είναι ίδιες
και η δυνατότητά του ν' ασκήσει το προ του επιδίκου ατυχήματος επάγγελμά του ή άλλο συναφές εξαρτάται πέρα από την επάρκεια της επαγγελματικής του κατάρτισης, κυρίως από την εξέλιξη της πάθησής του και την ύπαρξη ή όχι ολοκληρωμένου μηχανισμού υποστήριξης για την κοινωνική και επαγγελματική του επανένταξη.
Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως αποδείχθηκε, η ανικανότητά του προς εργασία θα διαρκέσει με βεβαιότητα μέχρι το έτος 2012. Λόγω της ανικανότητας του ενάγοντος να εργασθεί ως βοηθός τεχνίτη αλουμινοκατασκευών, κατά το χρονικό διάστημα από 16-8-2001 έως 16-8-2003, (24 μήνες), ο ενάγων απώλεσε από την εργασία του το ποσό των 16 ευρώ ημερησίως.
Εάν δεν συνέβαινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο σύμφωνα με τα παραπάνω συνετέλεσε στην αιφνίδια εκδήλωση της ψυχικής νόσου και που εάν δεν συνέβαινε θα μπορούσε και να μη είχε εκδηλωθεί ποτέ (βλ. ιατρική πραγματογνωμοσύνη ιατρού Α. Ωρολογά ψυχιάτρου), αυτός θα εργαζόταν 25 ημέρες το μήνα και με κάθε πιθανότητα θα κέρδιζε το συνολικό ποσό των 9.600 ευρώ το ως άνω χρονικό διάστημα της διετίας (24 μήνες χ 25 ημέρες χ 16 ευρώ ημερησίως) το οποίο και δικαιούται, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια όσον αφορά στην ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία εξαετίας της εκδήλωσης της ψυχικής αυτής νόσου με αφορμή το ένδικο ατύχημα και του επιδίκασε το ίδιο ως άνω ποσό για το ίδιο χρονικό διάστημα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης είναι ουσία αβάσιμοι".
Ακόμη λόγω της συνεχιζόμενης ανικανότητας του για την παραπάνω εργασία, κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα της πενταετίας, από 16-8-2003 έως 15-8-2008, απώλεσε το χρηματικό ποσό των 20 ευρώ ημερησίως και επί 25 εργάσιμες ημέρες το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο με κάθε πιθανότητα θα αποκέρδαινε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν μεσολαβούσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα και η εξ αυτού του λόγου αιφνίδια εκδήλωση της ψυχικής του νόσου και το οποίο δικαιούται ο ενάγων και πρέπει να του καταβληθεί σε ισόποσες δόσεις νομιμοτόκως δε από την επίδοση της αγωγής για τις ληξιπρόθεσμες μηνιαίες δόσεις, για τις λοιπές από τότε που καθεμία θα καταστεί απαιτητή, αφού τα προηγούμενα κονδύλια που επιδικάζονται με την παρούσα απόφαση υπέρ αυτού επαρκούν για την κάλυψη των οικονομικών του αναγκών εν γένει και δεν σύντρεχει επομένως σπουδαίος λόγος για εφάπαξ καταβολή του συνολικού ποσού των 30.000 ευρώ για το παραπάνω χρονικό διάστημα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του επιδίκασε για την παραπάνω αιτία το μικρότερο συνολικό ποσό των 24.000 ευρώ, σε εφάπαξ κεφάλαιο για σπουδαίο λόγο, έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι έφεσης και των δύο αντιδίκων πλευρών είναι βάσιμοι κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα παραπάνω ότι η ολική ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία θα διαρκέσει με βεβαιότητα μέχρι 15-8-2012, με αποτέλεσμα ν' απολέσει αυτός για το χρονικό διάστημα από 16-8-2008 έως 15-8-2012 (τετραετία), το ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως, το οποίο πρέπει ν' αναγνωρισθεί ότι δικαιούται ο ενάγων σε μηνιαίες ισόποσες, (650 ευρώ) νομιμοτόκως δε από την καθυστέρηση καταβολής κάθε απαιτητής δόσης μέχρι την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε για το παραπάνω χρονικό διάστημα της τετραετίας, (16-8-2008 έως 15-8-2012) το μικρότερο ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως και δέχθηκε ότι η ανικανότητα του ενάγοντος για εργασία εξαιτίας της ψυχικής νόσου από την οποία πάσχει ο ενάγων, η οποία εκδηλώθηκε εξαιτίας του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, θα διαρκέσει με βεβαιότητα μέχρι τις 15-3-2008, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των κυρίως εναγομένων φυσικών προσώπων της δεύτερης αγωγής να καταβάλουν στον ενάγοντα για την ίδια ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 144.000 ευρώ (16 ευρώ χ 25 ημέρες χ 12 μήνες χ 30 έτη) εφάπαξ, για σοβαρό λόγο, έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης των αντιδίκων πλευρών (εν μέρει) ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της ψυχικής υγείας του, είχε ανάγκη των υπηρεσιών οικιακής βοηθού-αποκλειστικής νοσοκόμου, αφού δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετείται και να λαμβάνει τα φάρμακά του τακτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 30-9-2006, προσέλαβε δε για το σκοπό αυτό την Α.
Σ., η οποία του παρείχε τις υπηρεσίες αυτές, αντί αμοιβής 500 ευρώ μηνιαίως και δικαιούται επομένως ο ενάγων το ως άνω ποσό των 500 ευρώ, σε μηνιαίες δόσεις, το οποίο δαπάνησε για την ως άνω αιτία, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής για τις ληξιπρόθεσμες μηνιαίες δόσεις για δε τις υπόλοιπες, από τότε που η καθεμία κατέστη απαιτητή.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, όσον αφορά στο ποσό της αποζημίωσης, αλλ' όμως επιδίκασε για την ίδια αιτία στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ εφάπαξ, δεχόμενο ότι συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος στο πρόσωπο του ενάγοντος έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι έφεσης των εναγομένων είναι ουσία βάσιμοι.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων θα συνεχίσει κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, από 1-10-2007 έως 30-9-2012, να έχει περιορισμένη ανάγκη υπηρεσιών οικιακής βοηθού, αφού θα μπορεί κατά ένα μέρος να αυτοεξυπηρετείται και να λαμβάνει μόνος του την φαρμακευτική του αγωγή, λόγω της βελτίωσης της κατάστασης της ψυχικής υγείας του και συγκεκριμένα θα είναι αναγκαία η απασχόλησή του για 3 ώρες ημερησίως, η δε δαπάνη του για την αμοιβή της θα περιοριστεί σε 300 ευρώ μηνιαίως, την οποία πρέπει ν' αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων δικαιούται σε μηνιαίες δόσεις, νομιμοτόκως δε από την καθυστέρηση κάθε απαιτητής δόσης για το ως άνω χρονικό διάστημα της πενταετίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα για την αμέσως παραπάνω αιτία το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως και για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα των εννέα ετών (από 1-10-07 έως 30-9-2016) και μάλιστα σε εφάπαξ κεφάλαιο, δηλ. 54.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης των εναγομένων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λαμβάνει και θα συνεχίσει να λαμβάνει κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή με βεβαιότητα, από 16-9-2001 έως 16-9-2016 δηλ. επί 15 έτη και απαιτείται για την αγορά των φαρμάκων το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, και συνολικά το ποσό των 18.000 ευρώ (180 μήνες χ 100), το οποίο παρά το ότι επί του παρόντος συνεχίζει.
να καλύπτει ο ως άνω ασφαλιστικός του οργανισμός, δικαιούται ο ενάγων από τους δύο πρώτους εναγομένους (φυσικά πρόσωπα) της δεύτερης (κύριας) αγωγής του (αριθ. καταθ. 18640/2004) σε μηνιαίες δόσεις (αρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ), δεκτού γενομένου εν μέρει του σχετικού λόγου έφεσης του ενάγοντος, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε ως αναπόδεικτο κατ' ουσίαν το αιτούμενο κονδύλιο για δαπάνη αγοράς φαρμάκων κατά το παραπάνω αιτούμενο χρονικό διάστημα.
Το παραπάνω ποσό πρέπει να καταβληθεί νομιμοτόκως, για μεν τις ληξιπρόθεσμες δόσεις από την επίδοση της αγωγής για δε τις λοιπές από την καθυστέρηση κάθε δόσης. Περαιτέρω, από την εις βάρος του αδικοπραξία, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται για το λόγο αυτό χρηματική ικανοποίηση, η οποία ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της δεύτερης εναγομένης στην πρόκλησή του, της φύσης των τραυμάτων που υπέστη ο ενάγων της σοβαρής επίπτωσης που είχαν αυτά στην ψυχική του υγεία, της νεαρής ηλικίας του (21 ετών), της στεναχώριας και της ταραχής που δοκίμασε από τον τραυματισμό του και τις σοβαρές φθορές και βλάβες της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, (εκ των οποίων, ο ενάγων ήταν εργάτης και η δεύτερη εναγομένη ασχολείτο με τα οικιακά), πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 25.000 ευρώ, που είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος το ίδιο ως άνω ποσό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης τόσο του ενάγοντος όσο και των εναγομένων των κυρίων αγωγών, είναι ουσία αβάσιμοι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες σε ουσιώδη ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Συγκεκριμένως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα ότι η προς εργασία ανικανότητα του ενάγοντος συνεπεία της εκ του ατυχήματος εμφανισθείσης ψυχικής ασθένειάς του με βάση το προκύψαν αποδεικτικό υλικό θα φθάσει με βεβαιότητα (κατά πάσα περίπτωση)μέχρι το 2012 και δεν εκτείνεται, όπως ζητεί ο ενάγων μέχρι το έτος 2038, χωρίς να αποκλείεται στο μέλλον παραδοχή σχετικής αγωγής με βάση το νέο αποδεικτικό υλικό που θα προσαχθεί, το δε χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων θα απασχολεί θεραπαινίδα για την φροντίδα του το καθόρισε από 1-10-2007 μέχρι 30-9-2012 χωρίς πάλι στο μέλλον να αποκλείεται νέα επιδίκαση βάσει μεταγενέστερης αγωγής και νέου προσφόρου αποδεικτικού υλικού, ενώ το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων θα χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή καθορίσθηκε μέχρι την 15-9-2016 χωρίς πάλι να αποκλείεται στο μέλλον νέα επιδίκαση εφόσον προβληθεί και αποδειχθεί καταλλήλως.
Εντέλει δεν θεωρείται ενδοιαστική η διατύπωση της αποφάσεως κατά την οποία οι πιθανότητες καλής ή κακής εξέλιξης της ψυχικής νόσου από την οποία πάσχει ο ενάγων είναι οι ίδιες και η δυνατότητά του ν' ασκήσει το προ του επιδίκου ατυχήματος επαγγέλματός του ή άλλο συναφές, εξαρτάται πέρα από την επάρκεια της επαγγελματικής του κατάρτισης, κυρίως από την εξέλιξη της πάθησής του και την ύπαρξη ή όχι ολοκληρωμένου μηχανισμού υποστήριξης για την κοινωνική και επαγγελματική του επανένταξη.
Η παραδοχή αυτή της αποφάσεως αποτελεί αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο καταλήγει το Εφετείο μη δυνάμενο επί του παρόντος να προβλέψει τη μελλοντική εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος και επομένως την παραδοχή ή μη των συνδεομένων με αυτή κονδυλίων, γιατί η δυνατότητα ασκήσεως στο μέλλον του προ του ατυχήματος επαγγέλματος ή άλλου συναφούς εξαρτάται κυρίως από την εξέλιξη της πάθησης και την ύπαρξη ή όχι ολοκληρωμένου προγράμματος υποστήριξης, πράγματα που εκ των προτέρων δεν είναι γνωστά ή τουλάχιστον προβλεπτά στο Εφετείο.
Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πράγματι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα πληττομένης κατά τα λοιπά απαραδέκτως της εκτίμησης των αποδείξεων από το Εφετείο.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, ως προς τη διάταξη της που απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2078/2009 απόφαση του Εφετείου ... κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ