Legislator Case Law & Legislation
525/2007 AI generated

525/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 525/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 104/2002 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 630/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

525/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 525 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 525/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. .....και 2. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 8 Φεβρουαρίου 2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Γρύλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 104/2002 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 630/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 15 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ 670/2006).

Το ποσό του επιδικαζομένου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.

αξιώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ΄ αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες.

Περαιτέρω, "πράγματα", η από το δικαστήριο παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Η αναιρετική όμως αυτή πλημμέλεια δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις αιτιάσεις της εφέσεως και τις απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ή με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το λόγο εφέσεως, με τον οποίον προβλήθηκε το παράπονο, ότι το ποσό της κατά το άρθρο 931 Α.Κ. χρηματικής παροχής, που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έπρεπε να μειωθεί κατά το ποσοστό 50% της συνυπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσιβλήτου, που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά τα προκύπτοντα από την αναιρεσιβαλλομένη, με το να συνεκτιμήσει απλώς μαζί με τους μνημονευομένους άλλους προσδιοριστικούς παράγοντες, κατά τον υπολογισμό της κατά το άρθρο 931 Α.Κ. επιδικαστέας εύλογης χρηματικής παροχής, και τη συνυπαιτιότητα του παθόντος, έλαβε υπόψη και απέρριψε τον πιο πάνω λόγο εφέσεως.

Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από τη διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., διότι, ενώ η επιδικασθείσα εκ του άρθρου αυτού αποζημίωση αφορά αυτοτελή περιουσιακή ζημία και σαν τέτοια επιδικάζεται στον παθόντα κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του για την επέλευσή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τη ζημία αυτή ως μη περιουσιακή, ήτοι την προσδιόρισε κατά τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με την εκτεθείσα νομική σκέψη για τον χαρακτήρα της αξιώσεως αυτής και τον τρόπο της συνεκτιμήσεως της συνυπαιτιότητας του παθόντος κατά τον υπολογισμό της εύλογης χρηματικής παροχής της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2005 αίτηση των .... και άλλου για αναίρεση της 215/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ