Supreme Court quashes lower court appeal dismissal for attorney fee recovery due to insufficient reasoning on abuse of rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court's dismissal of an appeal regarding attorney fee recovery, ruling the lower court's reasoning insufficient. The appellant sought fees based on statutory minimums, arguing the defendants' refusal to pay was abusive given the prior rejection of similar claims. The court found the lower court failed to substantiate its finding of abuse of rights with specific facts or quantify the financial impact on the defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal dismissing a claim for attorney fees based on abuse of rights is void if the court fails to provide adequate reasoning regarding the specific circumstances and consequences of the alleged abuse.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 524 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 524/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Στυλιανής Σφακιανάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "Κ....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και 3) εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., και παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Ακονίδου που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 262/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1873/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: O ενάγων δικηγόρος Αθηνών με την από 4-7-2011 αγωγή του (αρ. εκθ. καταθ.365/2011) απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επιδίωκε την καταβολή των αμοιβών με βάση τα κατώτατα όρια του Κώδικα Δικηγόρων (νδ3026/1954) για παρασχεθείσες δικηγορικές υπηρεσίες κατ' εντολήν των εναγομένων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2007-2009. Ειδικότερα, ζητούσε να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να του καταβάλει 1) το ποσό των 26.475 ευρώ 2) το ποσό των 464.281,74 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, άλλως να υποχρεωθούν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι το ανωτέρω ποσό των 464.281,74 ευρώ ως εξής: ο πρώτος ποσό 30.000 ευρώ, η δεύτερη εταιρεία ποσό 303.997,22 ευρώ, η τρίτη εταιρεία ποσό 130.284,52 ευρώ πλέον ΦΠΑ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Τα ποσά αυτά ο ενάγων παραδεκτώς περιόρισε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε αναγνωριστικά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 262/2014 απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή ένστασης καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος. Ύστερα από άσκηση έφεσης και πρόσθετων λόγων έφεσης κατ' αυτής, εκδόθηκε η εδώ αναιρεσιβαλλομένη με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι και επικυρώθηκε έτσι η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
2. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.(Ολ.8/2018). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, η παραδοχή της ενστάσεως αποκλείει τις υπέρ του δικαιούχου έννομες συνέπειες της ασκήσεως του δικαιώματος και δεν επάγεται κατάργηση του καταχρηστικώς ασκούμενου δικαιώματος (ΑΠ467/2001, Α.Π.905/1981) Εξ` άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελαχίστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ.
του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" (Ολ ΑΠ 1753/1984, ΑΠ 229/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού .(ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). 3.
Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, οι εναγόμενοι, κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αρνήθηκαν την ιστορική βάση της αγωγής και ακολούθως, μεταξύ άλλων, πρότειναν παραδεκτά, με δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όπως τα πραγματικά περιστατικά περιέχονται στις κατατεθείσες προτάσεις τους ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος με το ακόλουθο πραγματικό:
Ότι ο ενάγων, έμπειρος δικηγόρος, παρότι γνώριζε ότι η νόμιμη αμοιβή του ορίζονταν με βάση τα ελάχιστα όρια του νδ3026/1954, προκειμένου να πείσει τον πρώτο εναγόμενο ατομικά και με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου των εναγομένων εταιρειών να του αναθέσει τις στην αγωγή υποθέσεις αιτήθηκε από τον εναγόμενο και συμφώνησε με τον τελευταίο για την παροχή των υπηρεσιών του ως αμοιβή του τα προβλεπόμενα ποσά των γραμματίων προείσπραξης ΔΣΑ από την ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012/7-12-2007, πλέον των εξόδων κατάθεσης, αναβολής.
Ότι στα πλαίσια της ανατεθείσας σ' αυτόν εντολής κατά τη διάρκεια της τετραετούς συνεργασίας τους έλαβε για όλες τις δικαστικές ενέργειες ως αμοιβή του ποσά με βάση τα γραμμάτια προείσπραξης, πλέον αμοιβών για κατάθεση δικογράφου και αναβολών ύψους 7.350 ευρώ, υπολειπόμενων των ανωτέρω νομίμων, χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη ή διαμαρτυρία ως προς το ύψος της, ούτε αιτήθηκε τη δικηγορική του αμοιβή με βάση τα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων, αποδεχόμενος τον τρόπο αυτό της αμοιβής.
Ότι ο πρώτος εναγόμενος, που ήταν αεροπόρος, αγνοούσε τις υποχρεώσεις του από τον Κώδικα περί Δικηγόρων και ειδικότερα το ύψος των υποχρεώσεών του με βάση τα ελάχιστα όρια νόμιμης αμοιβής, για το οποίο δεν είχε ενημερωθεί από τον εντολοδόχο δικηγόρο, ότι η επί τέσσερα έτη συμπεριφορά του τελευταίου να εισπράττει χωρίς καμία επιφύλαξη τα ανωτέρω συμφωνηθέντα ποσά δημιούργησε την πεποίθηση σ' αυτόν ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή ήταν η πράγματι οφειλόμενη απ' αυτόν, αν δε αυτός γνώριζε το ύψος της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής δεν θα ανέθετε την εντολή για τις αναφερόμενες δικηγορικές υπηρεσίες στον ενάγοντα λόγω και των ειδικών συνθηκών του ίδιου, που ξεκινούσε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στο χώρο των επιχειρήσεων ατομικά και δια των εναγομένων εταιρειών και με οφειλές προς αυτόν της ΟΑ και του Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος, σε συνδυασμό και με τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των διαδίκων φυσικών προσώπων, δημιούργησε στους εναγομένους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την ελάχιστη αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων και ότι η ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε εξαιτίας της προηγηθείσας της ασκήσεως της επιδίκου αξιώσεως συμπεριφοράς του ενάγοντος που επιδιώκεται με την άσκηση της ενδίκου αγωγής για συμπληρωματική σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων αμοιβή λόγω της παροχής υπηρεσιών προς εκτέλεση εντολής επάγεται για τους εναγόμενους δυσμενείς συνέπειες και ότι η με τα περιστατικά αυτά αξίωση ασκείται καταχρηστικώς, ως υπερβαίνουσα τα υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφόμενα όρια.
Η με το ανωτέρω ιστορικό ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος δικηγόρου να απαιτήσει την κατά το άρθρο 92 νδ3026/1954 ελάχιστη αμοιβή, με την οποία διώκεται η παραδοχή αυτής ώστε να αποκλειστούν υπέρ αυτών (εναγομένων) οι έννομες συνέπειες ασκήσεώς του και να απορριφθεί η αγωγή, ήταν νόμιμη, ως διαλαμβάνουσα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία προς θεμελίωση της.
Το Εφετείο, κατόπιν έρευνας του συναφούς λόγου της έφεσης και του πρόσθετου λόγου περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 281ΑΚ, απέρριψε αυτούς ως αβάσιμους και εκ του πράγματος, δεχόμενο τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα ήδη αναιρεσείοντα, τον διαλαμβανόμενο σ' αυτούς ισχυρισμό περί νόμω αβασίμου της ένστασης καταχρήσεως.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως υπήγαγε τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος περιστατικά και ορθώς κατ' αποτέλεσμα απέρριψε τον ισχυρισμό περί μη νομίμου της ένστασης αυτής και δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως,ο κατά το μέρος αυτό πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 9/2016, 1/1999).
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ((Ολ ΑΠ 15/2006). 5.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2), το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του πρώτου εναγόμενου με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή αεροσκαφών με την Ολυμπιακή Αεροπορία λύθηκε υποχρεωτικά στις 11-12-2003 βάσει του Ν. 3185/2003, χωρίς να καταβληθεί σ' αυτόν η συμφωνηθείσα πρόσθετη αποζημίωση ποσού 529.500 ευρώ.
Ότι στις αρχές του 2002 και ενόψει του ότι ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι θα υποχρεωθεί σε αποχώρηση και ότι θα λάβει την ως άνω πρόσθετη αποζημίωση, συνέστησε τις εναγόμενες εταιρείες, με σκοπό να επενδύσει το ποσό αυτό για την κατασκευή αιολικών πάρκων. Ότι η ανωτέρω αποζημίωση δεν κατεβλήθη και η σχετική αγωγή του κατά της Ο.Α.
απερρίφθη αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 2089/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε τον μήνα Σεπτέμβριο του 2007 στον ενάγοντα δικηγόρο τη διεκδίκηση της άνω απαίτησης ποσού 529.500 ευρώ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και απαίτησης ποσού 23.214.087 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη των εναγομένων εταιρειών, με τη συμφωνία να λάβει ο ενάγων μόνο τη νόμιμη αμοιβή που προβλέπεται από την υπ' αρ.1117864/2297/Α0012/7-12-2007ΚΥΑ (ΦΕΚ 2422Β).Ότι ο ενάγων σε εκτέλεση των ως άνω υποχρεώσεων του συνέταξε για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου την από 27-12-2007 ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή με αίτημα την επιδίκαση ποσού 529.500 ευρώ, κατέθεσε δε υπόμνημα στην οικεία γραμματεία στις 23-9-2008.
Ότι επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 538/ 2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Ότι κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων συνέταξε την από 7-5-2009 έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 7-5-2009, συνέταξε δε και το αντίστοιχο υπόμνημα και το κατέθεσε στη γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 585/2010 απόφαση του απέρριψε την έφεση.
Ότι ο ενάγων συνέταξε για λογαριασμό και των τριών εναγομένων την από 17-12-2009 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Ελληνικού Δημοσίου με αίτημα την επιδίκαση ποσού 23.214.087 ευρώ, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου και την κοινοποίησε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Ότι για τις προαναφερόμενες επίδικες νομικές του υπηρεσίες ο ενάγων έλαβε από τους εναγομένους το συνολικό ποσό των 3.971,96 ευρώ. Ότι η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε ομαλά επί τέσσερα και πλέον έτη. Συγκεκριμένα, μετά την έκδοση επί της προαναφερόμενης από 17-12-2009 αγωγής της υπ' αριθμ. 539/2009 απόφασης, ο ενάγων συνέταξε και κατέθεσε κατ' αυτής την από 7-5-2009 έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο, μετά από αλλεπάλληλες αναβολές, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 88/2011 απορριπτική της έφεσης απόφασή του.
Ότι κατά τη διάρκεια της τετραετούς συνεργασίας τους ο ενάγων ουδέποτε αξίωσε από τους εναγομένους συμπληρωματική αμοιβή, προκειμένου αυτή να είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στον Κώδικα περί Δικηγόρων, επιλέγοντας έτσι με τη δική του ελεύθερη βούληση να συνεχίζει την παροχή προς αυτούς των εν λόγω νομικών υπηρεσιών του υπό το προαναφερόμενο καθεστώς, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά του αυτή να δημιουργήσει στους εναγομένους την πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων, το ύψος της οποίας αν γνώριζε από την αρχή ο πρώτος εναγόμενος, ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος των λοιπών εναγομένων εταιρειών, δεν είναι βέβαιο ότι θα συμφωνούσε την ανάθεση των υποθέσεων αυτών στον ενάγοντα.
Επομένως, ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι προαναφερόμενες αγωγές απορρίφθηκαν τελεσιδίκως, η επιχειρούμενη από τον ενάγοντα ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως ασκείται καταχρηστικώς, καθόσον σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή θα προκληθούν όχι μόνο δυσμενείς απλώς επιπτώσεις αλλά δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες για τους εναγομένους.
Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά δέχθηκε τυπικά την έφεση του εναγομένου,απέρριψε αυτήν κατ' ουσία και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη. Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281ΑΚ με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τούτο διότι 1) με την παραδοχή ότι σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή θα προκληθούν όχι μόνο δυσμενείς απλώς επιπτώσεις αλλά δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες για τους εναγομένους καταφάσκεται το αγωγικό δικαίωμα όμως με ελλιπείς αιτιολογίες χωρίς να διαλαμβάνεται η έκταση-ύψος των χρηματικών ποσών σε βάρος καθενός των εναγομένων παραδοχή που συνδέεται με την επαγωγή επαχθών οικονομικών συνεπειών, 2) δεν διαλαμβάνονται οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες ανατέθηκε η εντολή στον αναιρεσείοντα και 3) η παραδοχή ότι αν γνώριζε ο εναγόμενος το ύψος των αμοιβών δεν είναι βέβαιο ότι θα συμφωνούσε στην ανάθεση της εντολής στον αναιρεσείοντα διατυπώνεται ενδοιαστικώς και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα.
Επομένως, η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και πρέπει, κατά παραδοχή του συναφούς μέρους του πέμπτου λόγου του αναιρετηρίου, κατ' ορθή εκτίμηση των αιτιάσεων που στηρίζουν πράγματι την αποδιδόμενη, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ ως άνω παραβίαση και όπως, παραδεκτά, συμπληρώνεται, ως ανωτέρω, αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατ` εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΑΠ204/2021), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αποβαίνει μετά ταύτα περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 1873/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ