Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of claim for missing income due to statute of limitations error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final judgment dismissing a claim for missing income, ruling the lower court erred on statute of limitations grounds. The appellant argued the dismissal was procedural rather than substantive, preventing the statute of limitations from running. The court found the lower court misinterpreted the law, incorrectly treating the dismissal as a formal rejection that triggered the limitation period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 263 of the Civil Code: The Supreme Court held that a dismissal of a lawsuit as premature does not constitute a formal rejection for the purpose of interrupting the statute of limitations, and the lower court erred in applying this rule.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 524 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 524/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Κ. Π. του Ι. και
2) Ε. συζ. Κ. Π., το γένος Κ. Τ., κατοίκων ... Θεσσαλονίκης, υπεισελθέντων στην παρούσα δίκη ως μόνων εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσείοντος και ήδη αποβιώσαντος στις 23-08-2019 Ι. Π. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοντογιαννίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω κατατεθείσα στις 12-11-2020 δήλωση, καθώς και στις από 13-3-2020 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε το θάνατο του αρχικώς αναιρεσείοντος Ι. Π. του Κ. και τη συνέχιση της δίκης στο όνομα των ως άνω αναιρεσειόντων.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕΖ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2010 αγωγή του αποβιώσαντος και αρχικώς αναιρεσείοντος Ι. Π. του Κ., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι ήδη αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12981/2012 μη οριστική και 9640/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1217/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αρχικώς αναιρεσείων με την από 14-9-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 286 και 287 ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρο 2 του ν. 4335/2015, οι οποίες, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, η οποία μπορεί να γίνει και ενιαία μαζί με τη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι Κ. Π. και Ε. σύζ. Κ. Π., το γένος Κ. Τ., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 13 Μαρτίου 2020, γνωστοποίησαν στην αναιρεσίβλητη το γεγονός του θανάτου του αναιρεσείοντος και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν οι ίδιοι τη διακοπείσα δίκη ως νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του. Από τα έγγραφα που οι τελευταίοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, ήτοι το από 18-09-2019 απόσπασμα της …/1/2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε. Καλλινδοίων Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, τα 659/2019 πρακτικά δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά και τα 548/26-2-2020 και 193/26-2-2020 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 23-08-2019, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 28-11-2018 και ως προς την επίδικη αξίωσή του άφησε ως κληρονόμους του, δυνάμει της από 12-04-2019 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 659/2019 πρακτικά δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, τους παραπάνω γονείς του, οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του και συνεχίζουν νόμιμα την παρούσα δίκη.
[Β] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχήν, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017).
Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος 2 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1).
"Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής" (παρ. 2).
Με το άρθ.7 του ν. 3557/2007 η ως άνω παρ. 2 του άρθρου 10 του ν.489/1976, αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής". Η διαφορά του χρόνου παραγραφής μεταξύ προγενέστερου και νέου δικαίου (δύο και πέντε έτη αντίστοιχα) θέτει ζητήματα διαχρονικού δίκαιου, για το οποίο, αφού το νέο δίκαιο δεν διαλαμβάνει σχετική ρύθμιση, επιβάλλεται, ως πλέον πρόσφορη, η προσφυγή στη διάταξη του αρθρου18 του ΕισΝΑΚ, που ορίζει ότι "Οι διατάξεις του ΑΚ για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του.
Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται ως προς το πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα". Έτσι, αφού ο νέος νόμος καλείται να ρυθμίσει έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μεν μετά την έναρξη εφαρμογής του αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις και καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, πρόκειται περί επιτρεπτής μη γνήσιας αναδρομής νόμου και η παραγραφή που έχει αρχίσει υπό το προγενέστερο δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που την επιμηκύνει, τότε αυτή συνεχίζεται υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του ως πενταετής.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε να αποκλείσει τέτοια επιμήκυνση θα το όριζε σαφώς (ΑΠ 1063/2013, ΑΠ 1307/2019). Η εν λόγω πενταετής παραγραφή έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος και αρχίζει, κατ' άρθρο 241 του ΑΚ, από την επομένη του ατυχήματος, ανεξαρτήτως του χρόνου γνώσης της ζημίας από μέρους του ζημιωθέντος, αφού η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν 489/1976, ως ειδική, επικρατεί της γενικής του άρθρου 937 ΑΚ.
Μέσα στην πενταετία πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Η παραπάνω πενταετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως αυτό μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Και στην πενταετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του ΑΚ γενικές ρυθμίσεις περί αναστολής και διακοπής (ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδάφ. α' του ΑΚ (ήδη παρ.1 εδάφ. α', μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 101 παρ.1 ν.4139/2013) και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή της, αρχίζει δε και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, σε περίπτωση δε άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντίστοιχα, εκκρεμοδικία. Αν ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως για διαφυγόντα εισοδήματα ορισμένης χρονικής περιόδου, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης (ΑΠ 401/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς. Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικά δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγούμενης αγωγής.
Πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη, δηλαδή εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται γενομένη για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται, όταν νεαρής ηλικίας πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρά από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη. Η απόρριψη όμως της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί απόρριψη για τυπικούς λόγους και αυτό γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικά δυνατή η, εντός εξαμήνου από την προηγούμενη απόρριψη ως πρόωρης, έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 416/2019, ΑΠ 1445/2018).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 268 εδάφ. α' του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", προκύπτει ότι, αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται, κατ' αρχήν, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ ή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, από την τελεσιδικία, ήτοι από το χρόνο δημοσίευσης της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.
Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, αν και δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 του ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στη μέχρι την τελεσιδικία ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 του ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 732/2019, ΑΠ 274/2019, ΑΠ 52/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
[Γ] Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αρχικώς αναιρεσείων Ι. Π., με την από 25-11-2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 32583/2011) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος Κ. Μ., οδηγώντας στις 14-11-2005 το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ.", προκάλεσε, από υπαιτιότητά του, τον τραυματισμό αυτού, οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή.
Ότι πριν το ατύχημα αυτός εργαζόταν ως αρτεργάτης-ζυμωτής και ότι συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του κατέστη ανάπηρος και μονίμως ανίκανος προς εργασία.
Ότι κατά των εναγομένων άσκησε αγωγή περί αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα από την εργασία του 35 ετών, επί της οποίας εκδόθηκε η 909/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιδικάστηκε σ' αυτόν σχετική αποζημίωση έως την 01-10-2010 και για το υπόλοιπο διάστημα, έως τη συμπλήρωση της 35ετίας, η αγωγή του απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα.
Με αυτό το ιστορικό ζήτησε, εκτός των άλλων, ως αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του του διαστήματος από 01-10-2010 έως 31-12-2016, το συνολικό ποσό των 81.240 ευρώ.
Η δεύτερη εναγομένη πρότεινε την ένσταση της διετούς άλλως πενταετούς παραγραφής της ως άνω αξίωσης του ενάγοντος, κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά το ν. 3557/2007, λόγω παρόδου διετίας άλλως πενταετίας από την επομένη του ατυχήματος έως την επίδοση σ' αυτή της αγωγής την 01-09-2011.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν:
α) η 12981/2012 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, σε σχέση με το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού απορρίφθηκε η παραπάνω ένσταση παραγραφής της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, διατάχθηκε επανάληψη της συζήτησης ως προς τα διαφυγόντα εισοδήματα του διαστήματος από 01-10-2010 έως 31-12-2011 και ως προς το υπόλοιπο διάστημα από 01-01-2012 έως 31-12-2016 η αγωγή απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα και
β) η 9640/2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκε στον ενάγοντα ως αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από 1-10-2010 έως 31-12-2011 το ποσό των 2.519,92 ευρώ.
Κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 20-05-2015 έφεσή της, παραπονούμενη, με τον πρώτο λόγο αυτής, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασής της περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του εφεσιβλήτου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη, 1217/2016 οριστική του απόφαση, έκρινε ότι η ως άνω αξίωση του εφεσιβλήτου-αρχικώς αναιρεσείοντος έχει υποκύψει σε παραγραφή και αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε τις εκκληθείσες αποφάσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα:
«| Όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, με την υπ' αριθμόν 909/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε (τελεσιδίκησε) την 06-05-2010 και εκδόθηκε επί εφέσεως, που άσκησε ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Ι. Π. κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" και κατά του εναγόμενου Κ.
Μ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, καθώς και επί εφέσεως, που άσκησε η ως άνω ασφαλιστική εταιρία κατά του προαναφερόμενου ενάγοντος Ι. Π. και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", οι οποίες (εφέσεις) στρέφονταν κατά της υπ' αριθμόν 2022/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ, από τον ενάγοντα κατά των εναγομένων από 25-10-2007 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 4 9013/29-10-2007) αγωγή αποζημίωσης, που συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αγωγές και η οποία στηριζόταν στην ίδια με την υπό κρίση αγωγή ιστορική και νομική αιτία (άρθρα 321, 322 παρ. 1, 324 και 325 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), την 14-11-2005 και περί ώρα 23.00', με αποκλειστική υπαιτιότητα του Κ. Μ., προκλήθηκε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, όταν το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Ζαγκλιβερίου - Καλαμωτού, με κατεύθυνση προς το Καλαμωτό, συγκρούσθηκε, στο ύψος του 3ου χιλιομέτρου της οδού αυτής, με την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων και εκινείτο στην ως άνω επαρχιακή οδό, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι προς το Ζαγκλιβέρι, με αποτέλεσμα από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, εκτός από τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στα οχήματα, να τραυματισθεί σοβαρά ο ενάγων, ο οποίος υπέστη κάταγμα βραχιονίων άμφω, υπερδιακονδύλιο κάταγμα αρ.
αγκώνος, κάταγμα αρ. αντιβραχίου, κάταγμα λεκάνης και υποβλήθηκε στις 15-11-2005 σε εξωτερική οστεοσύνθεση δεξιού βραχιονίου και στις 17-11-2005 σε εξωτερική οστεοσύνθεση αριστερού βραχιονίου, εσωτερική οστεοσύνθεση αρ. αγκώνος και αρ. αντιβραχίου. Περαιτέρω, λόγω τραυματισμού της αρ. κνήμης με διατομή αγγείων και νεύρων, έχει υποστεί πάρεση αριστερού περονιαίου νεύρου, ενώ παρουσιάζει και αγκύλωση αρ.
αγκώνος, μειωμένη δύναμη δραγμού αρ. άκρας χειρός με περιορισμό κάμψης (30°) και έκτασης (70°) της αρ. πηχεοκαρπικής, κατάργηση πρηνισμού και υπτιασμού αρ. αντιβραχίου. Ακόμη, παρουσιάζει ατροφία αρ. τετρακεφάλου, βαδίζει με χωλότητα λόγω των κακώσεων του αρ. σκέλους και χρησιμοποιεί βακτηρία μασχάλης.
Επίσης, με την ίδια ως άνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγινε δεκτό ότι ο ενάγων εργαζόταν, κατά το χρόνο του τραυματισμού του, ως ανειδίκευτος αρτεργάτης - ζυμωτής στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "..." και οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 900 ευρώ, συνυπολογιζομένων στο ποσό αυτό και των πάσης φύσεως επιδομάτων, δώρων εορτών και αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση και νυκτερινή εργασία, καθώς και ότι ο ενάγων κατέστη, λόγω του τραυματισμού του, ανίκανος για εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από την 15-11-2005 μέχρι την 01-10-2010, κατά το οποίο θα συνέχιζε να εργάζεται ως αρτεργάτης, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο τραυματισμός του.
Κατόπιν δε τούτου, επιδίκασε το Εφετείο σε αυτόν το ποσό των 17.363,50 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία, που υπέστη, λόγω της απώλειας των εισοδημάτων, που θα αποκέρδαινε από την εργασία του, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του, εάν δεν συνέβαινε το ατύχημα και δεν τραυματιζόταν, μετά από αφαίρεση των χρηματικών ποσών που έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ), ενώ, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από την 01-10-2010 μέχρι τη συμπλήρωση τριακονταπενταετίας, απέρριψε το αίτημα της απώλειας εισοδημάτων ως προώρως ασκηθέν, διότι, όπως δέχθηκε, "δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με ασφάλεια από τώρα η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος και η ολική ή μερική ανικανότητά του για την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος ή οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου γι' αυτόν επαγγέλματος, καθώς και το πώς θα διαμορφωθούν οι σχετικές αποδοχές του κλπ.
Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των εναγομένων Κ. Μ. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", την ένδικη από 25-11-2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 32583/3-8-2011) αγωγή, με την οποία, αφού ισχυρίσθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν έχει αποκατασταθεί, αλλά, αντίθετα, παρουσίασε έκτοτε δυσμενή εξέλιξη, εξαιτίας της οποίας κρίθηκε, με απόφαση της διευθύντριας του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, μονίμως και διαρκώς ανάπηρος κατά ποσοστό 80%, που είναι μεγαλύτερο του προηγουμένως κριθέντος ποσοστού αναπηρίας 67%, που είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά την έκδοση της ανωτέρω υπ' αριθμόν 909/2010 απόφασής του, ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 21.478,23 ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων από την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από την 01-10-2010, ήτοι κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα από αυτό της ως άνω απόφασης του Εφετείου, μέχρι την 31-12-2011 και του ποσού των 81.240 ευρώ, ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα εισοδήματα από την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από την 01-01-2012 μέχρι την 31-12-2016, τα οποία θα αποκέρδαινε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την ως άνω εργασία του και τα οποία, λόγω του τραυματισμού του και της συνακόλουθης ανικανότητάς του προς εργασία, απώλεσε.
Προς απόκρουση της ανωτέρω αγωγής, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία προέβαλε παραδεκτά, με προφορική στο ακροατήριο δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος και, συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι από την επόμενη ημέρα που συνέβη το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ήτοι από την 15-11-2005, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, υπό την έννοια 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι την 01-09-2011, που επιδόθηκε σε αυτήν η κρινόμενη αγωγή, παρήλθε διετία ή, άλλως, πενταετία, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, χωρίς να μεσολαβήσει γεγονός διακοπής ή αναστολής της παραγραφής και, συνεπώς, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος υπέπεσε σε παραγραφή.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμόν 12981/2012 εν μέρει οριστική απόφασή του, η οποία συμπροσβάλλεται, όπως προελέχθη, με την εκκαλούμενη οριστική, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, όπως δέχθηκε, εφόσον, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 909/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίθηκε ότι η απαίτηση του ενάγοντος για καταβολή αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων εισοδημάτων του από την ανικανότητά του προς εργασία, εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την 01-10-2010 μέχρι την 31-12-2011, δεν ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί εκ των προτέρων με ασφάλεια και, ως εκ τούτου, ότι δεν ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του v. 489/1976, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το ν. 3557/2007 και, συνεπώς, σύμφωνα με τις παραδοχές της ίδιας ως άνω απόφασης (12981/2012), ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος έναντι της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, όσον αφορά την αξίωσή του για διαφυγόντα εισοδήματα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, άρχισε να τρέχει μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 909/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η οποία κατατέθηκε την 03-08-2011 και επιδόθηκε στην εναγομένη την 01-09-2011.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμόν 909/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε τελεσιδίκως επί της προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος, έγινε πράγματι δεκτό ότι η απαίτηση του ενάγοντος για την καταβολή αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων εισοδημάτων του για το ήδη επίδικο (με την ένδικη αγωγή) χρονικό διάστημα από την 01-10-2010 μέχρι την 31-12-2011 δεν ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί εκ των προτέρων με ασφάλεια και, ως εκ τούτου, ότι δεν ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Κατόπιν δε τούτου, το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε την προηγούμενη αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό, ως προώρως ασκηθείσα. Η απόρριψη, όμως, αυτή, ήτοι για το λόγο ότι ασκήθηκε η αγωγή πρόωρα, αποτελεί απόρριψη για τυπικούς (μη ουσιαστικούς) λόγους, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Συνεπώς, εφόσον η ένδικη από 25-11-2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 32583/3-8-2011) αγωγή ασκήθηκε την 01-09-2011 (κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 03-08-2011 και αντίγραφο της επιδόθηκε στην εναγομένη την 01-09-2011, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της αγωγής), μετά την παρέλευση της από το άρθρο 263 εδ.
β' ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 06-05-2010 της ως άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δεν επαναφέρθηκε εντός έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης αυτής, ενώ, περαιτέρω, ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε, σε αντίκρουση της ως άνω ένστασης της εναγομένης, ότι προέκυψε από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα και δυσμενής συνέπεια, που ήταν από την αρχή απρόβλεπτη, ώστε, σε περίπτωση απόδειξής της, να υπόκειται η ένδικη αξίωση σε ιδιαίτερη παραγραφή, που δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (μόνη η αναφερόμενη στην ένδικη αγωγή διαφοροποίηση του ποσοστού αναπηρίας του ενάγοντος από 67% σε 80%, χωρίς την επίκληση επιζήμιων συνεπειών, δεν συνιστά άνευ ετέρου απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του, μετά την άσκηση της προηγούμενης αγωγής του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 909/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως, άλλωστε, δέχθηκε σχετικά με αυτό, κατά την ανέκκλητη κρίση του, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμόν 12981/2012 απόφασή του), η επίδικη αξίωση του ενάγοντος κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, που ασκήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, έχει παραγραφεί, λόγω παρέλευσης διετίας από το επίδικο ατύχημα.
Κατά ουσιαστική παραδοχή, επομένως, της ένστασης διετούς παραγραφής, που προβλήθηκε από την εναγομένη, η υπό κρίση αγωγή έπρεπε να απορριφθεί για την αιτία αυτή|».
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:
(α) το ατύχημα συνέβη στις 14-11-2005,
(β) ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης το έτος 2007 την πρώτη (από 25-10-2007) αγωγή του, στην οποία περιλαμβανόταν και κονδύλιο περί αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα 35 ετών, ήτοι από 15-11-2005 έως 15-11-2040 ως προβλεπτή εξ αρχής ζημία,
(γ) επί της ίδιας αγωγής εκδόθηκε η δημοσιευθείσα στις 06-05-2010, εντός πενταετίας από το ένδικο ατύχημα 909/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιδικάστηκε τελεσίδικα στον αναιρεσείοντα αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από 15-11-2005 έως 01-10-2010 και για το υπόλοιπο διάστημα η αγωγή απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα,
(δ) η ένδικη (δεύτερη κατά σειρά) αγωγή (κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη) αφορά αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του διαστήματος από 01-10-2010 έως 31-12-2011, ήτοι αξίωση η οποία είχε περιληφθεί και στην πρώτη, από 25-10-2007, αγωγή, πλην όμως είχε απορριφθεί ως πρόωρη και
ε) η ένδικη-δεύτερη αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία την 01-09-2011, ενάμισι περίπου έτος μετά τη δημοσίευση της 909/6-5-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Υπό τις παραδοχές όμως αυτές, η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα εισοδήματα του διαστήματος από 01-10-2010 έως 31-12-2011 δεν έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 (όπως ισχύει μετά την αντικαστάστασή της με το άρθρο 7 του ν. 3557/14-5-2007) πενταετή παραγραφή (σημειώνεται ότι εν προκειμένω o χρόνος παραγραφής για τον ασφαλιστή είναι πέντε και όχι δύο έτη, γιατί από την επομένη του ατυχήματος (15-11-2005) έως την έναρξη ισχύος του ν. 3557/2007 με τον οποίο καθιερώθηκε η πενταετής παραγραφή (14-05-2007) δεν είχε συμπληρωθεί διετία και έτσι η παραγραφή από διετής επεκτάθηκε σε πενταετή).
Και αυτό γιατί η ως άνω πενταετής παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της πρώτης αγωγής το έτος 2007, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο κονδύλιο και άρχισε νέα παραγραφή από την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως προς το ίδιο κονδύλιο ως προώρως ασκηθείσας με την 909/6-5-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η νέα αυτή παραγραφή είναι πλέον εικοσαετής, γιατί με την προαναφερόμενη απόφαση επιδικάστηκε στον αναιρεσείοντα αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από 15-11-2005 έως 1-10-2010 και θεωρείται έτσι ότι αναγνωρίστηκε τελεσίδικα κάθε σχετική αξίωσή του τόσο του προγενέστερου όσο και του μεταγενέστερου χρόνου και συνεπώς και η επίδικη, η οποία δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή έως τη δημοσίευση της 909/2010 απόφασης στις 6-5-2010.
Την ως άνω διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της πρώτης αγωγής και την επιμήκυνση αυτής δυνάμει της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είχε ήδη επικαλεστεί, καθ' υποφοράν, ο αναιρεσείων στην ένδικη αγωγή του. Ο τελευταίος δε δεν είχε υποχρέωση επανάσκησης της αγωγής για το μετά την 01-10-2010 διάστημα εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής ως πρόωρης, προκειμένου να θεωρηθεί διακοπείσα η παραγραφή με την άσκηση της πρώτης αγωγής, γιατί, όπως εκτέθηκε στη σχετική μείζονα σκέψη, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν θεωρείται απόρριψη για τυπικό λόγο κατά την έννοια του άρθρου 263 του ΑΚ.
Κρίνοντας, συνεπώς, το Εφετείο ότι η απόρριψη της πρώτης αγωγής του αρχικώς αναιρεσείοντος, στην οποία περιλαμβανόταν και η επίδικη αξίωσή του περί διαφυγόντων εισοδημάτων, ως προώρως ασκηθείσας, συνιστά απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους, ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να επανεγείρει την αγωγή του εντός 6 μηνών από την τελεσιδικία της 909/2010 απορριπτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ότι η ένδικη αξίωσή του έχει υποπέσει σε διετή παραγραφή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, τις οποίες ευθέως παραβίασε και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους, όπως εκτιμάται, αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι ως άνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα του τρίτου και του τέταρτου και τελευταίου λόγου από τους αριθμούς 19 και 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμώνται, γιατί η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου και του δεύτερου λόγου καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, την αναίρεση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης, να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων-κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσείοντος, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στους ίδιους (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1217/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες, κληρονόμους του αρχικώς αναιρεσείοντος, του παραβόλου που έχει καταθέσει ο τελευταίος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ