524/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated524/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη, αντίθεση προς αυτά. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Full text
Απόφαση 524 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 524/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Ά. Π… , 2.Ι.Π… 3.Γ.Π… κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένης Μουτσοκάπα.
Της αναιρεσίβλητης: Κ.Π…, κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γιάννη Δαρκαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2012 και 3-4-2015 αγωγές των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15170/2017 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1920/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 1753/1984, ΟλΑΠ 19/1998), όπως είναι και οι πολεοδομικές διατάξεις, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου), και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης.
Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των έντιμων και συνετών ανθρώπων, ενώ κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου (ΑΠ 1332/2013).
Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη, αντίθεση προς αυτά. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα, αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων - ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 88/1980), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014, ΑΠ 988/2009). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, ή όχι τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε, δηλαδή, περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 1666/2010, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 493/2008, ΑΠ 1287/2007).
ΙΙ. Ο από το αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 1920/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ. … συμβολαίου αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θωμά Κωνσταντινίδη ή Γιώβη, που νομίμως μεταγράφηκε στο τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, ο, αποβιώσας την 22-6-2011, δικαιοπάροχος των εναγόντων και αδελφός της εναγομένης, Χ.Π…, απέκτησε την κυριότητα του με αριθμό … οικήματος του υπό στοιχείο Κ τετραγώνου του κείμενου στην … και επί των οδών … και … … (πρώην … και …) μετά του υπ' αυτού και πέριξ οικοπέδου, έκτασης … τ.μ.
και κατόπιν πρόσφατης εμβαδομέτρησής του … τ.μ. Επί του οικοπέδου αυτού, κατόπιν κατεδαφίσεως του παλαιού κτίσματος, ανήγειρε οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο που περιλάμβανε ένα κατάστημα και ένα διαμέρισμα (ανώγειο λόγω της κλίσης του εδάφους) και πρώτο όροφο, ενώ δυνάμει του υπ'αρ… προσυμφώνου συμβολαίου της άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευμορφίλης Μεταξά υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην εναγόμενη-αδελφή του, το ανώγειο διαμέρισμα εμβαδού καθαρού … τ.μ., αποτελούμενο από δυο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα αποχωρητήριο και διάδρομο, συνορευόμενο με την οδό … στην οποία προσβλέπει, με ιδιοκτησία Λ. .Β. , με την είσοδο της οικοδομής και με οπίσθια πρασιά, με ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο 63%ο, αντί τιμήματος … δρχ.
Ορίστηκε, δε, στα πλαίσια του ανωτέρω προσυμφώνου ότι η αγοράστρια παρέλαβε από την κατάρτισή του τη χρήση, νομή και κατοχή του διαμερίσματος και ότι το οριστικό συμβόλαιο θα συντασσόταν σε πρώτη ζήτηση της αγοράστριας, κατόπιν προφορικής ή έγγραφης πρόσκλησης προς τον πωλητή μετά την εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος, ενώ στην περίπτωση μη προσέλευσής του κατά την κοινοποιούμενη ημέρα και ώρα για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου χορηγήθηκε στην αγοράστρια δικαίωμα αυτοσύμβασης για την κατάρτισή του.
Σημειωτέον ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί εικονικότητας του ανωτέρω προσυμφώνου πώλησης και περί υποκρυπτόμενης συμφωνίας δωρεάς προς την εναγόμενη της "κάρπωσης" (επικαρπίας) του επιδίκου, κρίθηκαν αβάσιμοι από την εκκαλουμένη, χωρίς να προσβάλλεται αυτή με σχετικό λόγο έφεσης ή αντέφεσης (522 ΚΠολΔ).
Κατόπιν της εξόφλησης του τιμήματος από την εναγομένη, εντός τριημέρου από την κατάρτιση του ανωτέρω προσυμφώνου, ο Χ.Π. παρέδωσε τη νομή και κατοχή του ανωτέρω διαμερίσματος σ' αυτή, η οποία διέμενε σ' αυτό με την οικογένεια της για λίγα χρόνια και εν συνεχεία και μετά την εγκατάσταση της στην πόλη της Πάτρας, προέβαινε συνεχώς σε εκμίσθωσή του, εκπροσωπούμενη μάλιστα κατά την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων , από τον αδελφό της, όπως προκύπτει με βεβαιότητα από τα με ημερομηνίες …, …, …, ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, θεωρημένα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ το κύρος του ανωτέρω προσυμφώνου, ή να συμφωνηθεί προφορικά η λύση του, όπως και πάλι αβάσιμα, όπως κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο Χ.Π. δυνάμει της υπ' αριθ. ΔΤΥ … αναθεώρησης της υπ'αρ… οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας … και με σκοπό την επωφελέστερη αξιοποίησή του επιδίκου, ενόψει της θέσης του σε κεντρική οδό της … με σημαντική εμπορική κίνηση, προέβη σε προσθήκη στο ανωτέρω διαμέρισμα, εμβαδού 17,31 τ.μ.
καθώς και σε αλλαγή της χρήσης του σε κατάστημα, εργασίες για τις οποίες ήταν ενήμερη η εναγομένη, μάλιστα ο αρχιτέκτονας Χ. Σ. , που ανέλαβε την έκδοση της σχετικής άδειας, πήγε στην Πάτρα για να συνεννοηθεί μαζί της, χωρίς να επιβαρυνθεί η εναγομένη με τη δαπάνη τους, ύψους …δραχμών (… ευρώ), την οποία επωμίστηκε αποκλειστικά ο Χ.Π...
Ωστόσο, προς απόσβεση των καταβληθεισών δαπανών, συμφωνήθηκε μεταξύ της εναγομένης και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, η εκμίσθωση του διαμορφωθέντος καταστήματος, από αυτήν (εναγόμενη) στον τρίτο ενάγοντα (ανεψιό της), προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο τελευταίος ως επαγγελματική στέγη για την άσκηση επιχείρησης αναψυκτηρίου, έναντι του ιδιαίτερα χαμηλού ενόψει των οικονομικών συνθηκών της εποχής και της μισθωτικής αξίας του ακινήτου, λόγω της θέσης του στο κέντρο της Καλαμαριάς, μηνιαίου μισθώματος ύψους 120.000 δραχμών (352,56 ευρώ), συνταχθέντος σχετικά του από … ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, ενώ τα μισθώματα αντίστοιχων καταστημάτων της περιοχής, το έτος 2000 και καθόλη τη μετέπειτα δεκαετία, όπως κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο μάρτυρας των εναγόντων Κ.
Β…, αρχιτέκτονας μηχανικός, ανέρχονταν στο ποσό των 3.000 ευρώ τουλάχιστον ανά μήνα, σε κάποιες δε περιπτώσεις ανερχόταν και μέχρι του ποσού των 5.000 ευρώ, ενώ αντίθετα το μίσθωμα του επιδίκου συμφωνήθηκε να παραμείνει στο ιδιαίτερα χαμηλό ποσό των 352,56 ευρώ, για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Αυτός είναι όπως είναι φανερό ο λόγος που ο δικαιοπαρόχου των εναγόντων αποφάσισε στην ιδία δαπάνη διενέργεια των δαπανών για τη διαμόρφωση του επιδίκου από διαμέρισμα σε κατάστημα, δεδομένου ότι θα μίσθωνε εν συνεχεία ένα ελκυστικό κατάστημα, λόγω της θέσης του στο κεντρικό πεζόδρομο της …, έναντι ιδιαίτερα χαμηλού μισθώματος για μια διετία και με τη διαφορά του ύψους του συμφωνηθέντος μισθώματος, θα συμψήφιζε τις δαπάνες που είχε υποβληθεί για τη διαμόρφωση του οικήματος, τακτική άλλωστε συνήθης κατά τα χρόνια εκείνα, στην αγορά της πόλης.
Στο σημείο αυτό πρέπει επιπλέον να σημειωθεί , όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του μισθωτηρίου συμβολαίου, ότι συμβαλλόμενοι στη σύμβαση αυτή της μίσθωσης του επιδίκου, ήταν μόνο η εναγόμενη ως εκμισθώτρια και ο τρίτος ενάγων, ως μισθωτής, και δεν ήταν εκμισθωτής του επιδίκου και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, όπως και πάλι αβάσιμα οι τελευταίοι ισχυρίζονται, γεγονός άλλωστε που αν συνέβαινε θα καταγραφόταν στο μισθωτήριο συμβόλαιο.
Το πιο πάνω συμφωνηθέν μίσθωμα, κατέβαλε ανελλιπώς ο τρίτος ενάγων στην εναγόμενη, όπως κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ο δεύτερος των εναγόντων, εξεταζόμενος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (βλ υπ' αριθμ 37176/2007 πρακτικά). Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. … πράξης της άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευμορφίλης Μεταξά, που μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … , ο Χ.Π.
συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία σε όλους τους διαιρετούς χώρους της οικοδομής, μεταξύ των οποίων και στο επίδικο υπό στοιχείο … κατάστημα, εμβαδού πλέον … τ.μ., συνορεύον με την οδό … , με ιδιοκτησία Λ. και με την είσοδο της οικοδομής, με ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο 8,60%, το οποίο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου … με ΚΑΕΚ ….
Εν τέλει, η συναφθείσα μεταξύ της εναγομένης και του τρίτου ενάγοντος σύμβαση μίσθωσης του επιδίκου καταστήματος, λύθηκε πριν τη λήξη της, κατά τον Οκτώβριο του έτους 2003, το γεγονός δε αυτό της πρόωρης λήξης της μίσθωσης προκάλεσε την έναρξη προστριβών μεταξύ των διαδίκων, σχετικά με το δικαίωμα νομής της εναγομένης επ' αυτού, δεδομένου ότι δικαίωμα κυριότητος δεν μπορούσε να έχει αποκτηθεί από την τελευταία κατά το χρόνο εκείνο , επ' αυτού , αφενός μεν λόγω της μη σύνταξης οριστικού συμβολαίου σε εκτέλεση του προσυμφώνου, αφετέρου δε, λόγω του γεγονός ότι από του χρόνου που ήταν το επίδικο δεκτικό χρησικτησίας (1999), δεν είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για την απόκτηση δικαιώματος κυριότητος επ' αυτού, με έκτακτη χρησικτησία.
Εξαιτίας, δε, της αμφισβήτησης της νομής της εναγομένης και του δικαιώματος της να συνεχίσει να προβαίνει σε εκμίσθωσή του επιδίκου, κατόπιν της μετατροπής του σε κατάστημα, από τον αδελφό της Χ.Π. , η εναγόμενη προέβη στην υποβολή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής σε βάρος του, η οποία έγινε δεκτή δυνάμει της υπ'αρ.4066/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ'αρ.29212/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ περαιτέρω και δυνάμει της τελεσίδικης υπ'αριθ. 37176/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εναγομένη αναγνωρίστηκε νομέας του επιδίκου.
Επιπλέον, ενόψει αφενός της μη υπογραφής οριστικού συμβολαίου για τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου εξαιτίας της οικονομικής αδυναμίας της εναγομένης να αντεπεξέλθει στις δαπάνες σύνταξης του, σε συνδυασμό και με την εμπιστοσύνη που επέδειξε στον αδελφό της με τον οποίο μέχρι το έτος 2003 διατηρούσαν αρμονικές σχέσεις, αφετέρου της εμφιλοχωρήσασας στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ τους αντιδικίας, η εναγόμενη κατέθεσε σε βάρος του Χ.
Π. τη με αριθμό κατάθεσης 25436/2005 αγωγή της, για την καταδίκη του σε δήλωση βούλησης πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας του επιδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού , επί της οποίας, αφού δυνάμει της υπ'αριθμ .27009/2006 απόφασής του διατάχθηκε η παραπομπή της υπόθεσης λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκδόθηκε η υπ'αρ.31759/2008 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή, καθώς κρίθηκε ότι το επίδικο δεν ταυτίζεται κατά όρια, εμβαδόν, αναλογούν ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, με το αναφερόμενο στο ανωτέρω προσύμφωνο ακίνητο, με συνέπεια να πρόκειται για διαφορετικό ακίνητο για το οποίο δεν συντρέχει υποχρέωση του (εκεί) εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία.
Κατά της ανωτέρω απόφασης, η εναγομένη άσκησε τη με αριθμό 4768/2008 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της υπ'αρ.2108/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ και η με αριθμό εκθ. κατ. 254/2013, από 13- 6-2013 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης κατά της τελευταίας απόφασης απορρίφθηκε δυνάμει της υπ'αρ. 1039/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης σε συνδυασμό με το αντίγραφο της από 14-1-2005 μισθωτικής σύμβασης του επιδίκου, η εναγόμενη προέβαινε τουλάχιστον μέχρι την 31-1-2016 στην εκμίσθωση του επιδίκου στην εταιρία με την επωνυμία "Σ.Γώγος- Ν.Τουρουτουτούδης Ο.Ε." αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 2.400 ευρώ, που σταδιακά μειώθηκε στο ποσό των 700 ευρώ, προκειμένου να το χρησιμοποιεί (η μισθώτρια) για την άσκηση επιχείρησης καφέ-μπαρ- αναψυκτηρίου-αίθουσας επιτραπέζιων παιχνιδιών, τα δε εισπραχθέντα μισθώματα η εναγομένη τα δήλωνε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ κατά την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων της, όπως έπραττε και για εισπραχθέντα μισθώματα του προηγούμενου χρονικού διαστήματος (βλ αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων χρήσης ετών 1995-2011).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν του από 22-6-2011 θανάτου του Χ. Π. , την κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η πρώτη ( σύζυγος του) κατά ποσοστό 1/4 (2/8) εξ αδιαιρέτου και οι λοιποί (τέκνα του) έκαστος κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ'αρ.5462/9-4-2012 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Σουρμπά- Σερέτη, που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου … με αριθμό … και εν συνεχεία άσκησαν εναντίον της εναγομένης τις εξεταζόμενες υπό στοιχ.
α και β αγωγές, περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητας τους επί του επιδίκου και απόδοσης της νομής αυτού, καθώς και της υποχρέωσης της εναγομένης να τους καταβάλλει το ποσό των 118.100 και 22.400 ευρώ, αντίστοιχα, ως εισπραχθέντα ωφελήματα από την αυθαίρετη εκμετάλλευση, κατά τους ισχυρισμούς τους, του επιδίκου.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο κρίνει ότι, ο τρόπος με τον οποίο απέκτησαν το επικαλούμενο δικαίωμα συγκυριότητος τους οι ενάγοντες και η άσκηση του τελευταίου με την κρινόμενη αγωγή, είναι καταχρηστική γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτής, όπως οι έννοιες αυτές αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά παραδοχή του σχετικού προβληθέντος ισχυρισμού της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τον οποίο η τελευταία ζήτησε την απόρριψη των κρινόμενων αγωγών για το λόγο αυτό.
Και συγκεκριμένα, η εναγόμενη, κατά το χρόνο εγκατάστασης της στο εν λόγω ακίνητο το έτος 1982, αφού κατέβαλε το συμφωνηθέν και ισάξιο για την αγορά του ακινήτου, ενόψει της θέσης, του εμβαδού και της απλής κατασκευής του, τίμημα, ύψους 500.000 δραχμών και καθόλη τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μέχρι και το έτος 2003, που ο δικαιοπάροχος των εναγόντων για πρώτη φορά αμφισβήτησε τη νομή της, επί τμήματος του επιδίκου και ειδικότερα μόνο της προσθήκης των 17 τμ και όχι όλου του επιδίκου, (βλ δικόγραφα αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου καθώς και τις αντίστοιχες μαρτυρικές καταθέσεις), πίστευε δικαιολογημένα ότι είχε αποκτήσει, έστω και άτυπα, την κυριότητα του επιδίκου, δεδομένου ότι είχε τη φυσική εξουσία αυτού και το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως άλλωστε δέχθηκε η υπ' αριθμ 37176/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία την αναγνώρισε νομέα του επιδίκου και υποχρέωσε τον δικαιοπάροχο των εναγόντων να παύσει να διαταράσσει τη νομή της, ανεξάρτητα αν λόγω του γεγονότος οριζόντια ιδιοκτησία συστάθηκε επί του επιδίκου το πρώτον το έτος 1999 και για το λόγο αυτό η νομή της επ' αυτού ήδη από το έτος 1982, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας του με έκτακτη χρησικτησία.
Σε κάθε περίπτωση, μέχρι το έτος 2003 δεν είχε αμφισβητηθεί ποτέ από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων-αδελφό της , ούτε η νομή της ούτε το δικαίωμα προσδοκίας κυριότητας επ' αυτού, αντίθετα ο τελευταίος εκμίσθωνε ως αντιπρόσωπος της και για λογαριασμό της το επίδικο, σε τρίτους, όπως αποδείχθηκε , εν συνεχεία συνεννοήθηκε μαζί της για τη μετατροπή της χρήσης του επιδίκου από κατοικία σε κατάστημα, μετέβη μάλιστα στην Πάτρα ο ίδιος με το μηχανικό που ανέλαβε το έργο, και τέλος και κυρίως συμβλήθηκε μαζί της ο τρίτος ενάγων , προκειμένου να του εκμισθώσει το κατάστημα που είχε πλέον διαμορφωθεί, γεγονός που προφανώς δε θα συνέβαινε , εάν δε τη θεωρούσε κυρία αυτού, ώστε της δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση ότι το ακίνητο της ανήκει.
Εξάλλου, η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιοπαρόχου των εναγόντων καθώς και των ιδίων, συνοδευόμενη και από την προηγούμενη συμπεριφορά τους, αφού ουδέποτε από το έτος 1982, που συντάχθηκε το προσύμφωνο και η εναγομένη εγκαταστάθηκε στο επίδικο, έως το έτος 2003, αμφισβήτησαν το δικαίωμα της εναγομένης να νέμεται το επίδικο ακίνητο, εύλογα δημιούργησαν στην εναγόμενη την καλόπιστη πεποίθηση, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων-αδελφός της, δεν θα αθετήσει την υποχρέωση του σε εκτέλεση του προσυμφώνου να της μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, αλλά αντίθετα ότι οι κληρονόμοι του και νυν ενάγοντες, θα ασκήσουν εν συνεχεία την επίδικη αξίωση κατ' αυτής, η μεταβολή δε της στάσης των εναγόντων, με την άσκηση των κρινόμενων αγωγών, επιχειρεί την ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης που διαμορφώθηκε κάτω από αυτές τις συνθήκες, η οποία θα επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα της εναγομένης, διότι με την ανατροπή της παγιωμένης αυτής κατάστασης θα προκληθούν στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα της, και θα δημιουργηθεί έντονη η εντύπωση της αδικίας, εφόσον τα αποτελέσματα της ανατροπής αυτής αντικειμενικά έρχονται σε αντίθεση με το αίσθημα περί δικαίου και την ηθική τάξη και έτσι το δικαίωμα των εναγόντων να ζητήσουν από την εναγόμενη να τους αποδώσει τη νομή του επίδικου ακίνητου προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ.
και τούτο διότι, η ενάγουσα, αφενός μεν απώλεσε το ποσό των 500.000 δραχμών το οποίο εν έτει 1982 κατέβαλε για την αγορά του επιδίκου, ποσό που δεν υπολειπόταν της αξίας του αγορασθέντος απ' αυτήν ακινήτου και το οποίο (ποσό) σε αντίθετη περίπτωση θα είχε διαθέσει για την αγορά άλλου ισάξιου περιουσιακού στοιχείου, το οποίο θα είχε σήμερα στην κυριότητα της και το οποίο θα συνέχιζε να της αποφέρει με την εκμετάλλευση του εισοδήματα, αφετέρου δε για τα εισπραχθέντα κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα μισθώματα του επιδίκου, τα οποία οι ενάγοντες ζητούν να τους καταβληθούν ως ωφελήματα, η εναγόμενη έχει ήδη φορολογηθεί, ενώ σε κάθε δε περίπτωση το πιο πάνω ποσό έχει αναλωθεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της υγείας της, η ίδια δε είναι ηλικίας σήμερα 81 ετών και συνταξιούχος ΤΕΒΕ.
Μάλιστα, η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου για το γεγονός ότι οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο και τα ωφελήματα αυτού, είναι επαχθείς για την εναγόμενη, ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν σε βάρος των εναγόντων-δικαιούχων από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος τους, είναι μηδαμινές, ενόψει του ότι κατά τα προαποδειχθέντα, ήδη, κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου πώλησης του επιδίκου ακινήτου, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων εισέπραξε το ισάξιο τίμημα της πώλησης, όσον αφορά δε τις δαπάνες που υποβλήθηκε για τη διαμόρφωση του επιδίκου και την κατασκευή προσθήκης σ' αυτό, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δυο αδελφών να επέλθει συμψηφισμός των δαπανών αυτών, με το μειωμένο μίσθωμα που θα κατέβαλε ο τρίτος των εναγόντων-μισθωτής αυτού επί 8 ετία, μίσθωμα που όπως προαναφέρθηκε ήταν ιδιαίτερα χαμηλό σε σχέση με τις κρατούσες μισθωτικές συνθήκες της περιοχής όπου κείται το επίδικο, ιδιαίτερα μετά τη διαμόρφωση του πεζόδρομου της … , του εμπορικότερου δρόμου της περιοχής, έμπροσθεν αυτού.
Μόνο δε το γεγονός, ότι με πρωτοβουλία του τρίτου ενάγοντος-μισθωτή, η μίσθωση αυτή λύθηκε πριν τη συμβατική λήξη της, για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του τελευταίου, δε συνιστά προφανώς ακύρωσης του συμψηφισμού, γεγονότος άλλωστε που προκάλεσε και τις προηγηθείσες μεταξύ των διαδίκων δίκες. Ενόψει τούτων το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι το επίδικο δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτει η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, και, κατά παραδοχή του ως άνω ερειδομένου στο άρθρο 281ΑΚ, προβληθέντος από την εναγόμενη ισχυρισμού ως βάσιμου και στην ουσία πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αγωγή κατά το σκέλος της περί αναγνώρισης της κυριότητος των εναγόντων.
Περαιτέρω, με βάση τα περιστατικά αυτά η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να αξιώσουν με την ένδικη αγωγή την καταβολή των ωφελημάτων , συνολικού ποσού 140.500 ευρώ, αντίκειται στην καλή πίστη και είναι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Γι' αυτό η υπό κρίση αγωγική αξίωση για τα ωφελήματα, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω παραδοχής, της, από το άρθρο 281 ΑΚ, ενστάσεως της εναγομένης, που επαναφέρθηκε παραδεκτά, με λόγο εφέσεως.
Η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης, ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε την αγωγή τόσο ως προς τη διάταξη της αναφορικά με την κτήση της κυριότητος των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο όσο και ως προς την πιο πάνω ένδικη αξίωση, των ωφελημάτων από την αυθαίρετη εκμετάλλευση του επιδίκου και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλλει στους ενάγοντες το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό των 114.1160 ευρώ για την υπο στοιχ.
α αγωγή και το ποσό των 22.400 ευρώ για την υπο στοιχ. β αγωγή, εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και συνεπώς έσφαλε. Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας-εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο και τα ωφελήματα αυτού".
Μετά ταύτα, το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 15170/2017, που είχε δεχθεί εν μέρει την απ'το 2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική (συγκυριότητά τους και καταβολής απ' την αναιρεσίβλητη ωφελημάτων για το επίδικο ακίνητο στην … … ) και επίσης, είχε δεχθεί την συνεκδικασθείσα από 2015 αγωγή, αναγνώρισης καταβολής (απ' την αναιρεσίβλητη) ωφελημάτων και αφού, κράτησε και συνεκδίκασε αυτές τις αγωγές, τις απέρριψε κατά παραδοχή της απ'το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης της αναιρεσίβλητης.
IV. Mε τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'άρθρ. 559 αρ. 1α ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται κατά τα λεπτομερώς στο περιεχόμενο του λόγου αναπτυσσόμενα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχός τους (σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών) δεν είχε επιδείξει αδράνεια εναντίωσής του στη νομή του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη και ότι τα δεκτά γενόμενα ως δυσμενείς συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος δεν συνιστούν τέτοιες συνέπειες, αφού εστιάζουν στη συναισθηματική ανάλυση της μετά την άσκηση του δικαιώματος βιοτικής κατάστασης της αναιρεσίβλητης και, άρα, κατά τους αναιρεσείοντες και τα ειδικότερα στο περιεχόμενο του λόγου εκτιθέμενα, η άσκηση του δικαιώματός τους δεν έχει την προβλεπόμενη από το άνω άρθρο καταχρηστικότητα.
Ο λόγος είναι βάσιμος, διότι από την προηγηθείσα επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης καταδεικνύεται ότι ο δικαιούχος - κύριος του επιδίκου και δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν είχε επιδείξει αδράνεια, αλλ' αντίθετα είχε εκφράσει την αμφισβήτησή του να νέμεται η αναιρεσίβλητη το επίδικο.
Η δε αντίδρασή του, με την οποία αυτός είχε εναντιωθεί στη νομή του επιδίκου ακινήτου απ' την αναιρεσίβλητη (αδελφή του), είχε εκφρασθεί από αυτόν ως άνω, (όπως άλλωστε δέχεται και η προσβαλλομένη και γίνεται μνεία στη 13η σελίδα του αποδεικτικού πορίσματος), με συνέπεια να ασκήσει η αναιρεσίβλητη (κατά τις περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου), ασφαλιστικά μέτρα νομής και κατόπιν την αντίστοιχη τακτική αγωγή.
Προσέτι, (κατά τα ωσαύτως δεκτά γενόμενα), η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει αγωγή καταδίκης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων σε δήλωση βούλησης για να υποχρεωθεί αυτός σε σύναψη του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του επιδίκου προς την αναιρεσίβλητη (μετά από συμβολαιογραφικό προσύμφωνο), αγωγή επί της οποίας η πρωτόδικη απορριπτική κρίση (λόγω μη ταύτισης του επιδίκου με το προσυμφωνηθέν) επικυρώθηκε, με την 2108/10 απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης και η επ'αυτής αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την 1039/15 απόφαση του Α.Π.
Προσέτι, όπως έτι περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι η μεταβολή της στάσης των εναγόντων, με την άσκηση των αγωγών, επιχειρεί την ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, η οποία θα επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης (που είναι 81 ετών και συντ/χος ΤΕΒΕ), ότι θα δημιουργήσει σε αυτήν έντονη εντύπωση αδικίας, εφόσον τα αποτελέσματα της ανατροπής αυτής αντικειμενικά έρχονται σε αντίθεση με το αίσθημα περί δικαίου και την ηθική τάξη και δη, διότι αφενός έχει ήδη καταβάλει (και απώλεσε) τις 500.000 δρχ. = 1.467 €), όταν είχε καταρτισθεί το προσύμφωνο, αφετέρου για εισπραχθέντα μισθώματα, που οι αναιρεσείοντες ζητούν ως ωφελήματα, η αναιρεσίβλητη είχε αντίστοιχα φορολογηθεί.
Εν τούτοις, οι άνω παραδοχές δεν πληρούν τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνδρομής της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αναλύεται στη νομική σκέψη. 'Ητοι, δεν συντρέχουν εδώ ούτε η αδράνεια στη συμπεριφορά του δικαιούχου, ούτε δε και η παρενέργεια των δυσμενών (= επαχθών) στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης συνεπειών, αφού τέτοιες δυσμενείς συνέπειες δεν είναι τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, που η κρίση του βρίσκει έρεισμα στο πεδίο των συναισθηματικών παρενεργειών με την επίκληση της δημιουργίας εντύπωσης αδικίας και αντίθεσης με το περί δικαίου αίσθημα, κατά τα ως άνω. 'Ετσι, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, επέπεσε στην αντίστοιχα (με τον πρώτο λόγο) καταλογιζόμενη πλημμέλεια αφού με τις παραδοχές του αυτές εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική διάταξη.
V. Κατά συνέπεια, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, (ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη (στο σύνολό της). Μετ' αναίρεση η υπόθεση, κατ' άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ θα παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο, προς περαιτέρω εκδίκαση, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου και, κατά παραδοχή του αιτήματός τους και να επιβληθεί στην ηττώμενη αναιρεσίβλητη η δικαστική τους δαπάνη (άρθρα 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί (στο σύνολό της) την 1920/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, το ποσό της οποίας ορίζει σε τρείς χιλιάδες ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ