524/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated524/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κύριος σκοπός της εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ’ αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. Κατά τούτο διαφέρει η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση μαθητείας, με την οποίαν επιδιώκεται κυρίως η εκπαίδευση ή η επιστημονική προσαρμογή και ειδίκευση του μαθητευόμενου, στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν σ` αυτές τις έννομες σχέσεις την ιδιοτυπία τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 524 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 524/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πλιάτσικα, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/5/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 27/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ. προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας, οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε παρεχόμενες, από τον συμβληθέντα εργοδότη, οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί αυτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου γιο τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτελέσεως της εργασίας.
Κύριος σκοπός της εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ’ αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. Κατά τούτο διαφέρει η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση μαθητείας, με την οποίαν επιδιώκεται κυρίως η εκπαίδευση ή η επιστημονική προσαρμογή και ειδίκευση του μαθητευόμενου, στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν σ` αυτές τις έννομες σχέσεις την ιδιοτυπία τους.
Δεν είναι δε ασυμβίβαστη και στην εκπαιδευτική σχέση η παροχή, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων αμοιβής και ασφαλίσεως του εκπαιδευομένου ( Α.Π. 581/2009 ). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντιθέτως, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου, ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος, ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ., όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίον συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση ( Ολ.
Α.Π. 18/2006 ). Εξάλλου, κατά το αρθρ. 8 παρ. 1 και 3 του Νόμου 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί ( Νόμος 4558/1920, άρθρο 11 του Α.Ν. 547/1937 ), οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των, περί υποχρεωτικής καταγγελίας, διατάξεων.
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως. Περαιτέρω, με το Π.Δ/μα 81|2003, που εκδόθηκε " με σκοπό την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/Ε.Κ.
του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με την συμφωνία - πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UΝΙCE και CEEP (E.E.L.175/10-7-1999 ), με την οποίαν επιδιώκεται η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διακρίσεως σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και θεσπίζονται διατάξεις για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ αυτού και με το άρθρο 5 ειδικότερα αυτού, ορίζονται τα εξής : " Κανόνες προστασίας εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους. 1.
Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως : Αν δικαιολογείται από την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχειρήσεως, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό την διευκόλυνση μεταβάσεως του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός, ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσεως. 2.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στην σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του.
Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα ( 10 ) εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο ( 2 ) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, με συνέπεια την μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ( 2 ) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις ( 3 ), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταποδείξεως, σε κάθε περίπτωση, φέρει ο εργοδότης. 4. " Διαδοχικές " θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου, με τους ιδίους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε ( 45 ) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.
Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου στην έννοια του όρου " ιδίου εργοδότη " περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά την θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του Ν.Δ/τος 102/1973, που διέπει τα της λειτουργίας των Κ.Τ.Ε.Λ., τα τελευταία, τα οποία ιδρύθηκαν με την μορφή Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου και τελούν υπό την εποπτεία του οικείου Νομάρχη, ως εκ του σκοπού που επιδιώκουν, συνισταμένου στην οργάνωση (μονοπωλιακώς ) της επιβατικής, δια λεωφορείων, συγκοινωνίας, προς εξυπηρέτηση βασικής ανάγκης ( μεταφοράς ) του κοινωνικού συνόλου, αλλά συγχρόνως και στην επίτευξη οικονομικού και κερδοσκοπικού αποτελέσματος υπέρ των μετόχων, αποτελούν ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που λειτουργούν υπό την μορφή οργανισμών.
Με το Π.Δ/μα 229/1994 " Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων ( Γ.Κ.Π. - Κ.Τ.Ε.Λ. ) ", που ισχύει από 20-8-1994, ορίζεται : α ) στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως Προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ., αστικών και υπεραστικών και ορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού μέχρι την λύση της εργασιακής σχέσεως, στο άρθρο 2 παρ. 1 και 5 ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του Κ.Τ.Ε.Λ. ( που λειτουργεί με βάση το Ν.Δ/μα 102/1973 ) διακρίνεται σε :
α ) τακτικό και β ) έκτακτο - τακτικό είναι το προσωπικό που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του Κ.Τ.Ε.Λ. - έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται για εκτέλεση ορισμένης έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας ( π.χ. εποχιακή ανάγκη λόγω αυξημένης κινήσεως, ασθένειας κ.λ.π. ), η διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβεί τους έξη ( 6 ) μήνες και γ ) στο άρθρο 5 παρ. 2 εδ.
ε και στ, ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Τ.Ε.Λ. χωρίς διαγωνισμό, για την αντιμετώπιση δε εκτάκτων και απροβλέπτων αναγκών, με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Κ.Τ.Ε.Λ., μετά από έγκριση του οικείου Νομάρχη, μπορεί να γίνει ανακατανομή στα καθήκοντα του έκτακτου προσωπικού.
Όμοια ρύθμιση προέβλεπαν τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 6, 7 και 5 του Π.Δ/τος 257/1989, που ίσχυσε από τις 1-7-1989 μέχρι τις 15-4-1991, και τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 5, 6 και 7 και 5 του Π.Δ/τος 133/1991, που ίσχυσε από τις 16-4-1991 μέχρι τις 19-8-1994. Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 229/1994 " Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κ.Τ.Ε.Λ. " που ισχύει από τις 20-8-1994 καθορίζονται οι όροι προσλήψεως και τακτικού και έκτακτου προσωπικού του Κ.Τ.Ε.Λ., ορίζεται ότι η πρόσληψη για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται από πενταμελές συμβούλιο που αποτελείται από τον κρατικό αντιπρόσωπο ( που είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας ), ως πρόεδρο, από δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Κ.Τ.Ε.Λ.
και από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, ενώ το έκτακτο προσλαμβάνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, χωρίς διαγωνισμό και, περαιτέρω, για επείγουσες περιπτώσεις μπορεί το Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Τ.Ε.Λ. να διενεργήσει απευθείας πρόσληψη, υπό την προϋπόθεση, ότι θα εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση εντός διμήνου ( άρθρο 6 του Π.Δ/τος 229/1994 ).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του άνω Π. Δ/τος, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της Διοικήσεως του Κ.Τ.Ε.Λ. που αντιβαίνουν στον εν λόγω Κανονισμό είναι ακυρώσιμες ( άρθρο 9 του Ν.Δ/τος 102/1973 ), ενώ συνεπάγονται και τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 458 του Π.Κ., για τους παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 229/1994.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ., σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται, μετά την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξη ( 6 ) μήνες, ότι η τέτοια, για ορισμένο χρόνο, πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του εκτάκτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε κατ’ εξαίρεση η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας.
Όμως οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του Νόμου 2112|1920 και άρθρο 5 παρ. 3 του Π.Δ/τος 81|2003, χαρακτηρισμό της συμβάσεως, ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν από την αποδεικτική διαδικασία προκύπτει πράγματι ότι τα μέρη απέβλεψαν, στην ουσία, στην κατάρτιση μιας τέτοιας συμβάσεως, ο δε μισθωτός εξυπηρετούσε, στην πραγματικότητα, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι οι διατάξεις του Π.Δ/τος 81|2003 είναι μεταγενέστερες αυτών του Π.Δ/τος 229/1994 ( Α.Π. 815|2011, Α.Π. 1326|2010 ).
Εξάλλου, τα Κοινά Ταμεία, Εισπράξεων Λεωφορείων ( Κ.Τ.Ε.Λ. ) αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου και ήδη, μετά την ισχύ του Νόμου 2063|2002, ανώνυμες εταιρίες, επί των οποίων έχουν εφαρμογή οι γενικές, περί Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, διατάξεις και, συνεπώς και αυτές του Π.Δ/τος 81|2003 ( Α.Π. 1326|2010, Α.Π. 1647/2003 - βλ.
και τον από Σεπτεμβρίου 2013 Πίνακα, στον οποίον περιλαμβάνονται τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, που ανήκουν στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα και στον οποίον - πίνακα, δεν αναφέρονται τα Κ.Τ.Ε.Λ. ). Τα Κ.Τ.Ε.Λ., εξάλλου, δεν φέρουν χαρακτηριστικά τέτοια, ώστε να μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι ανήκουν στον ( ευρύτερο ) δημόσιο τομέα, αφού :
α ) μέτοχοι αυτών είναι αποκλειστικά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ( ιδιωτικού δικαίου ), στα οποία παρέχεται η, κατά νόμο, άδεια κυκλοφορίας των λεωφορείων, που είναι ενταγμένα σε αυτά, β ) η Γενική Συνέλευση και το Διοικητικό Συμβούλιο των Κ.Τ.Ε.Λ. συγκροτούνται αποκλειστικά από μετόχους τους και γ ) το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα δεν επιδοτεί ετησίως τα Κ.Τ.Ε.Λ.
με ποσό, που να υπερβαίνει το 50% των δαπανών της λειτουργίας τους.
Συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή επ’ αυτών οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και ειδικότερα αυτή της παρ. 8, όπως προστέθηκε με το Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής και σύμφωνα με το οποίο " απαγορεύεται αδιακρίτως η μονιμοποίηση προσωπικού, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή Νομικά Πρόσωπα, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον δεν προσλαμβάνεται αυτό, σύμφωνα με τις, από την κειμένη νομοθεσία προβλεπόμενη διαδικασία, καθώς και η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου ".
Εφαρμογή, συνεπώς, επ’ αυτών έχουν οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Νόμου 2112|1920 και του Π.Δ/τος 81|2003 ( Α.Π. 89/2014, Α.Π. 883/2014 ). ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( Ολ.
Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 883/2014, Α.Π. 1632/2013 ). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού κανόνα κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση ( Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008 ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Λάρισας δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 25-11-2002, προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα γραμματέως στο " ... " του οποίου καθολική διάδοχος τυγχάνει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία " ... " αμειβόμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας των Κ.Τ.Ε.Λ.
και τις νόμιμες προσαυξήσεις. Την 28-9-2012 η εναγομένη της κοινοποίησε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, με τρίμηνη προειδοποίηση, επικαλουμένη οικονομική δυσχέρεια και από την 27-12-2012, αφού της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Όμως, η προαναφερομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν άκυρη, επειδή δεν τηρήθηκε για την πρόσληψη της ενάγουσας η διαδικασία που προέβλεπε το Π.Δ/μα 229/1994 για το τακτικό και έκτακτο προσωπικό και επομένως η ενάγουσα παρείχε την εργασία της, υπό το καθεστώς της απλής εργασιακής σχέσεως.
Επειδή δε η ενάγουσα δεν αποτέλεσε ποτέ τακτικό προσωπικό της εναγομένης, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή της ο προβλεπόμενος από το Π.Δ/μα 246/2006 Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ., αφού δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία προσλήψεως, που προβλέπεται από το ίδιο Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο της προσλήψεώς της.
Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αναγνωρίσεως ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως αβάσιμο και συνακόλουθα το αίτημα καταβολής αποδοχών υπερημερίας. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 8 παρ. 1 και 3 του Νόμου 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί ( Νόμος 4558/1920, άρθρο 11 του Α.Ν. 547/1937 ), του Π.Δ/τος 81/2003, της υπ’ αριθμ. 99/70/Ε.Κ.
Οδηγίας του Συμβουλίου της 28-6-1999, 103 του Συντάγματος, 3 περ. γ και 5 του Π.Δ/τος 164/2004, του Ν.Δ/τος 102/1973, του Π.Δ/τος 229/1994 που ισχύει από τις 20-8-1994, 1 παρ. 1, 2 παρ. 6, 7 και 5 του Π.Δ/τος 257/1989, του Π.Δ/τος 133/1991 και αυτών του Νόμου 2063/2002 και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. η απόφαση είναι αναιρετέα αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως " πράγματα " θεωρούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση, η αντένσταση, ουσιαστικού δικαιώματος ( Ολ.
Α.Π. 3/1997 ). Αν όμως από την απόφαση προκύπτει ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ’ ουσίαν, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι εργάσθηκε στην αναιρεσίβλητη με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προς εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών της και ότι η σύμβαση εργασίας της είναι έγκυρη ως αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι απαράδεκτος, προταθείς το πρώτον με την προσθήκη των πρωτοδίκων προτάσεων και επαναφερθείς με λόγο εφέσεως, γιατί συνιστά μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε αποτελέσει αγωγική βάση, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και τα οποία ήταν υποχρεωμένο, να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά το Νόμο 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ( Ολ.
Α.Π. 2/2008 ). Ωστόσο, καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική επιβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα, κατ’ είδος μόνο, αναφερόμενα μέσα. Μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο, από το άρθρο 559, αριθμ. 11 περ.
γ του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του : 1 ) Την υπ’ αριθμ. 222/29-1-2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποίαν αποφασίσθηκε η σύσταση οργανικών θέσεων της εταιρείας, μεταξύ δε αυτών και της Γραμματέως, την θέση της οποίας αποφασίσθηκε να καλύψει η ίδια, 2 ) την υπ’ αριθμ. 2400/16-12-2011 απόφαση του ιδίου ως άνω οργάνου με την οποίαν της επιβλήθηκε η ποινή του προστίμου ενός ημερομισθίου, 3 ) την υπ’ αριθμ. 298/6-2-2012 απόφαση του αυτού οργάνου με την οποίαν της επιβλήθηκε η ποινή της αργίας των τριών ημερών και 4 ) τη με αριθμό πρωτοκόλλου 8792/28-8-2012 επιστολή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης από την οποίαν προκύπτει ότι της πρότειναν την μετατροπή της συμβάσεως εργασίας της από αορίστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως σε αορίστου χρόνου μερικής απασχολήσεως.
Όμως, από την αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ένδικη διαφορά, έλαβε υπόψη του ( μεταξύ των άλλων ) " όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους " σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ανενδοίαστα ότι το Μονομελές Εφετείο Λάρισας έλαβε υπόψη του, για την εξαγωγή του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του και τα παραπάνω έγγραφα, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, των οποίων όμως την αποδεικτική αξία και κατά την ανέλεγκτη σχετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ), εκτίμησε, ως ανωτέρω, κατά διάφορο τρόπο, από αυτόν που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα, ορθώς έκρινε και για τον λόγο αυτόν ο τρίτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια ότι δέχθηκε πως η συνδέουσα αυτήν με την αναιρεσίβλητη σχέση εργασίας είναι άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το Π.Δ/μα 229/1994 για το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διαδικασίες, χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, την ως άνω κρίση του το Εφετείο άντλησε από τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην απόφαση ( καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έγγραφα ).
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη, κάθε μεταβολή της βάσεως, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς της ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δεχόμενο ότι με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μετέβαλλε, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 224 του Κ.Πολ.Δ., την βάση της αγωγής της.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ( άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) ότι η αναιρεσείουσα, το πρώτο, με την προσθήκη των πρωτοδίκων προτάσεων, μετέβαλε την βάση της αγωγής.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν του σχετικού, νομίμου και βασίμου αιτήματος της τελευταίας ( άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13 Μαΐου 2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 85/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ( 1.800 ) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ