524/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, με το π.δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων" (ΓΚΠ-ΚΤΕΛ), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ.2 και 29 του ν.δ. 103/1973 (ΟλΑΠ 15/2002) και ίσχυσε κατά την ένδικη περίοδο (ήτοι, πριν από την κατάργησή του με το π.δ. 246/2006, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2963/2001), ορίσθηκε:
Legislator headnote
AI generated524/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2963/2001 παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για να εκδοθεί με προεδρικό διάταγμα νέος κανονισμός του προσωπικού των ΚΤΕΛ, αλλά ορίσθηκε ότι μέχρι την έκδοση του εν λόγω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του προαναφερθέντος π.δ. 229/1994.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 524 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 524/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσειοντος: Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Νιζάμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλητων: 1) Ν. Γ. του Κ. και 2) Β. Γ. του Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν ο 1ος μετά και ο 2ος δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Διονυσίου Μπάστα και Θεοφίλου Κώτσιου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 98/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 114/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείον με την από 18-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψή της και καθένας και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, με το π.δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων" (ΓΚΠ-ΚΤΕΛ), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ.2 και 29 του ν.δ. 103/1973 (ΟλΑΠ 15/2002) και ίσχυσε κατά την ένδικη περίοδο (ήτοι, πριν από την κατάργησή του με το π.δ. 246/2006, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2963/2001), ορίσθηκε:
α) στο άρθρο 1 παρ.1, ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά στο πάσης φύσεως προσωπικό των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ, ως και στο προσωπικό των ενταγμένων σ' αυτά λεωφορείων και καθορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσεως, β) στο άρθρο 3, ότι κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος ΚΤΕΛ, εφ' όσον δεν έχει τα γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα, που περιγράφονται στο άρθρο αυτό και γ) στο άρθρο 3 στοιχείο 1 περ.
δ', ότι ειδικά για τους οδηγούς και όλο το προσωπικό κινήσεως, οι προσλαμβανόμενοι πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Ειδικότερα, η καταλληλότητα από άποψη υγείας, καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, πρέπει να πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, κατά περίπτωση και τα περί αυτής πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από την έκδοσή τους.
Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 2, 3 παρ.1, 6 και 10 του ν. 2963/2001 αναμορφώθηκε το νομικό καθεστώς των ΚΤΕΛ και ορίσθηκε ότι αυτά μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρίες, που τα υποκαθιστούν αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Με το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2963/2001 ορίσθηκε ότι οι ιδιοκτήτες - οδηγοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, καθώς και οι οδηγοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας πρέπει, κατ' ελάχιστον, να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και τις προϋποθέσεις υγείας, για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης.
Με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2963/2001 παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για να εκδοθεί με προεδρικό διάταγμα νέος κανονισμός του προσωπικού των ΚΤΕΛ, αλλά ορίσθηκε ότι μέχρι την έκδοση του εν λόγω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του προαναφερθέντος π.δ. 229/1994.
Από τις ρυθμίσεις αυτές συνάγεται ότι, ως αναγκαίο προσόν για την πρόσληψη ενός προσώπου ως οδηγού σε ΚΤΕΛ ή σε λεωφορείο ενταγμένο σε ΚΤΕΛ, αξιώνεται η καταλληλότητα αυτού, από άποψη υγείας, για την εργασία που προορίζεται. Η καταλληλότητα πιστοποιείται αρμοδίως και το πιστοποιητικό υγείας ισχύει επί ορισμένο χρόνο.
Αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του οδηγού στο ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις εν λόγω διατάξεις δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε (ΑΚ 174, 180, ΑΠ 1435/1991). Και μετά την έγκυρη πρόσληψη, όμως, η σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη για το μεταγενέστερο χρόνο, αν το πιστοποιητικό υγείας, που έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, δεν ανανεωθεί κατά τη λήξη του, διότι η καταλληλότητα του οδηγού πρέπει να διατηρείται σε όλο το χρόνο που υφίσταται η σύμβαση εργασίας (άρθρο 3 στοιχείο 1, περ.
δ' εδ. β' του π.δ. 229/1994, ΑΠ 1129/1998). Μετά την ισχύ του ν. 2963/2001, ως νέος κανονισμός του προσωπικού των ΚΤΕΛ εκδόθηκε το π.δ. 246/2006, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 1-1-2007. Στο άρθρο 5 στοιχείο 2, περ. β' (αα) του π.δ. 246/2006 ορίσθηκε για τους οδηγούς ότι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται, προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή τους το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί το πολύ πριν από έξι (6) μήνες.
Με τη ρύθμιση αυτή, συνδυαζόμενη με το άρθρο 14 παρ.2 του εξουσιοδοτικού ν. 2963/2001, καταργήθηκε για τους οδηγούς η υποχρέωση της ετήσιας ανανέωσης του πιστοποιητικού υγείας, το οποίο στο εξής μόνο κατά την πρόσληψή τους πρέπει να προσκομίζεται, ενώ κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αρκεί η έμμεση πιστοποίηση της υγείας, η οποία συνάγεται από τη διατήρηση της εκ μέρους εκάστου οδηγού κατοχής της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης, η οποία προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, την από άποψη υγείας καταλληλότητα του ενδιαφερόμενου για να οδηγεί επιβατικό λεωφορείο.
Η ως άνω ρύθμιση του νέου κανονισμού, όμως, που απαιτεί και πάλι την προσκόμιση πιστοποιητικού υγείας κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας ως προϋπόθεση του κύρους αυτής, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στις συμβάσεις εργασίας που λειτούργησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Και το άρθρο 14 του ν. 2963/2001, που προβλέπει τη διατήρηση των ρυθμίσεων του παλαιού κανονισμού (π.δ. 229/1994) μέχρι την εισαγωγή του νέου (π.δ. 246/2006), δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι τροποποιεί σιωπηρώς τον παλιό κανονισμό σχετικά με το πιστοποιητικό υγείας, απλά και μόνο επειδή ορίζει ότι οι οδηγοί του ΚΤΕΛ πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης (ΑΠ 60/2012).
2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 5 παρ.3, 6 παρ.1, 8 και 9 παρ.1 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", σε συνδυασμό με την αντίστοιχη εισηγητική έκθεση, συνάγεται ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργοδότης, αν αποφασίσει να παύσει να δέχεται την εργασία, που προσφέρεται σ' αυτόν από τον εργαζόμενο, πρέπει και πάλι να καταγγείλει τη σχέση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του νόμου αυτού, δηλαδή εγγράφως και με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, η οποία θα υπολογισθεί ανάλογα με τη διάρκεια της σχέσεως. Η μη τήρηση, όμως, των διατυπώσεων αυτών, λόγω του ότι από την άκυρη σύμβαση δεν απορρέουν δεσμεύσεις για τα μέρη (ΑΚ 180), δεν συνεπάγεται ακυρότητα της καταγγελίας και υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού (ΑΠ 205/1999), αλλά, απλώς, δημιουργεί αξίωση του τελευταίου για καταβολή της αποζημίωσης του ν. 3198/1955 (ΑΠ 1667/2010).
3. Επειδή, από τα άρθρα 324 και 330 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στη διάγνωση της ένδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, το δεδικασμένο καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, δηλαδή την έννομη σχέση που αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, αλλά και την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή από το δικαστήριο, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που ήσαν αναγκαία για τη διαμόρφωση της κρίσης του, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στο νομικό κανόνα που εφάρμοσε.
Όταν αντικείμενο της δίκης υπήρξε η αναγνώριση της ακυρότητας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, η τελεσίδικη απόφαση παράγει δεδικασμένο μεταξύ των αυτών διαδίκων, για το ίδιο αντικείμενο και για το ίδιο χρονικό διάστημα, ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της, καθώς και ως προς τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν, αλλά δεν προτάθηκαν.
Μεταξύ των ζητημάτων αυτών συγκαταλέγεται και το κύρος της συμβάσεως εργασίας, διότι, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, προϋπόθεση της άσκησης των αξιώσεων του μισθωτού, που πηγάζουν από άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι η εγκυρότητα της σύμβασης, αφού σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας ο εργοδότης, αν παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει μισθούς υπερημερίας.
Το δεδικασμένο, όμως, ως προς το κύρος της σύμβασης, αναφέρεται μόνο στο ένδικο χρονικό διάστημα, διότι μόνο γι' αυτό η σχετική διάγνωση είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως, από την οποία απορρέει δεδικασμένο. Εάν, συνεπώς, το κύρος της συμβάσεως διαγνώσθηκε θετικά στην αρχική δίκη, διότι δεν αμφισβητήθηκε από το διάδικο, που θα μπορούσε τότε να το αμφισβητήσει, σε μεταγενέστερη δίκη παραδεκτώς καθίσταται αντικείμενο νέας δικαστικής διάγνωσης για το επέκεινα χρονικό διάστημα, εφ' όσον ο λόγος, που απέκλειε το κύρος της συμβάσεως, εξακολουθεί να υφίσταται.
Αυτό ισχύει ιδίως στην περίπτωση, κατά την οποία το κύρος της συμβάσεως εξαρτάται από την πιστοποίηση της καλής υγείας του εργαζόμενου, η οποία, κατά νόμον, πρέπει να υφίσταται κατά την κατάρτιση και να διατηρείται καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως. Οπότε, η εξ αυτού του λόγου ακυρότητα, που υπήρξε εξ αρχής, αλλά δεν προτάθηκε στην αρχική δίκη, καλύπτεται μεν από το δεδικασμένο για το τότε ένδικο χρονικό διάστημα, αλλά, εφ' όσον δεν έχει αρθεί κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η νέα δίκη, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτής για τον εν λόγω νεότερο χρόνο, ως μεταγενέστερο πραγματικό περιστατικό που δεν ήταν αναγκαίο ζήτημα για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης (ΑΠ 391/2011).
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη : Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε την 1-7-1992 μεταξύ του μη διαδίκου, Σ. Μ. και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο πρώτος προσέλαβε τον εναγόμενο ως μόνιμο, τακτικό οδηγό στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧ λεωφορείο [τότε] ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ενταγμένο στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Υπεραστικών Γραμμών Ν. Μαγνησίας ΑΕ". Ότι, σε εκτέλεση της συμβάσεως, ο εναγόμενος πρόσφερε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του, επί 15 χρόνια περίπου, ως οδηγός του ως άνω λεωφορείου, πραγματοποιώντας τα εκάστοτε προγραμματισμένα δρομολόγια.
Ότι, την 3-1-2007, όταν οι μηνιαίες αποδοχές του εναγομένου ανέρχονταν στο ποσό των 1.909,45 ευρώ, ο ως άνω εργοδότης κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας, κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Ότι ως λόγο για την καταγγελία, ο εργοδότης επικαλέσθηκε το γεγονός ότι δυνάμει του από 12-12-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού είχε πουλήσει το λεωφορείο στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, εκ των οποίων ο δεύτερος επρόκειτο να καταλάβει τη θέση του οδηγού.
Ότι η καταγγελία αυτή, με την 234/2010, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, κρίθηκε άκυρη, διότι ο λόγος, που προβλήθηκε μ' αυτήν, δεν περιλαμβάνεται στους λόγους απολύσεως των οδηγών λεωφορείων ΚΤΕΛ, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 26 παρ.1 και 2 του π.δ. 246/2006, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε ο νέος Κανονισμός προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ, που εφαρμόζεται από 1-1-2007 και ήδη ίσχυε κατά το χρόνο της από 3-1-2007 καταγγελίας.
Ότι, κατόπιν αυτού, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η σύμβαση εργασίας εξακολουθούσε να υφίσταται και ότι ο Σ. Μ., μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του εναγομένου, είχε καταστεί υπερήμερος. Ότι με τη μεταβίβαση της κυριότητας του λεωφορείου, ως οικονομικής οντότητας και με την παράδοσή του στους ενάγοντες, η οποία έλαβε χώρα την επομένη της καταγγελίας, ήτοι την 4-1-2007, αυτοί, ως διάδοχοι του αρχικού εργοδότη, υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκείνου από τη σύμβαση εργασίας.
Ότι, κατόπιν αυτού, ως νέοι εργοδότες του εναγομένου, οφείλουν στον τελευταίο τις ως άνω, κατά το χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενες αποδοχές, μέχρι την άρση της υπερημερίας, καθόσον ούτε αυτοί δέχθηκαν να τον απασχολήσουν ως οδηγό του λεωφορείου. Ότι ο εναγόμενος, ούτε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας ούτε κατά τη διάρκεια αυτής, είχε προσκομίσει στο ΚΤΕΛ Μαγνησίας πιστοποιητικό υγείας, σε συμμόρφωση προς την υποχρέωση, η οποία επιβαλλόταν από το π.δ. 229/1994 καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως και επαναλήφθηκε με το π.δ. 246/2006, που ίσχυσε κατά τις δύο τελευταίες ημέρες της συμβάσεως πριν από την άκυρη καταγγελία (ως υποχρέωση εφ' άπαξ προσκομιδής, την οποία και πάλι παρέλειψε ο εναγόμενος).
Ότι, ως προς το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες κατά την προηγηθείσα δίκη [τότε ως εναγομένους διαδόχους του αρχικού εργοδότη], στην οποία κρίθηκε το κύρος της καταγγελίας και επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας, υφίσταται δεδικασμένο από την 234/2010 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης.
Ότι το δεδικασμένο αυτό καταλαμβάνει μεν το τότε κρίσιμο χρονικό διάστημα, αλλά δεν μπορεί να ισχύσει για το ήδη ένδικο τοιούτο, κατά το οποίο [μεταξύ άλλων αιτημάτων που δεν έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας] ζητείται να αναγνωρισθεί ότι κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής η σύμβαση εργασίας μεταξύ των εναγόντων, ως διαδόχων του αρχικού εργοδότη και του εναγομένου είναι άκυρη, διότι ο τελευταίος ούτε κατά την κατάρτισή της ούτε μέχρι την επίδοση της αγωγής είχε προσκομίσει πιστοποιητικό καλής υγείας.
Και τέλος, ότι, πέραν αυτών, ουδέποτε εκδηλώθηκε βούληση των διαδίκων για επικύρωση (ΑΚ 183 παρ.1) της συμβάσεως εργασίας μετά την ενδεχόμενη προσκομιδή του εν λόγω πιστοποιητικού. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι σύμβαση εργασίας ανάμεσα στους ενάγοντες, ως ειδικούς διαδόχους του αρχικού εργοδότη και στον εναγόμενο οδηγό είναι άκυρη για τον μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής χρόνο.
5. Επειδή, με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Λαρίσης ερμήνευσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν και τις εφάρμοσε προσηκόντως, διότι με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αποδεδειγμένα. Και ακόμη, ουχί παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από την προεκδοθείσα 234/2010 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης ως προς το ζήτημα του κύρους της συμβάσεως εργασίας για το μετά την άσκηση της από 6-2-2012 νέας αγωγής χρονικό διάστημα, αφού η παράλειψη του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος οδηγού να προσκομίσει, έστω και για μία μοναδική φορά σύμφωνα με τις διατάξεις του ήδη ισχύοντος π.δ. 246/2006, το κατά νόμον πιστοποιητικό καλής υγείας αποτελούσε, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, νέο περιστατικό, το οποίο, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές ότι α) ούτε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας είχε προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό και β) ουδέποτε είχε εκδηλωθεί βούληση των μερών για επικύρωση της αρχήθεν άκυρης σύμβασης, καθιστούσε παραδεκτή την έρευνα του κύρους της συμβάσεως για τον επέκεινα χρόνο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τα τρία μέρη του οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 16 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορριπτει την από 18-7-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 114/ 2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης. -Και
Καταδικαζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαρτίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ