Legislator Case Law & Legislation
524/2014 AI generated

524/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 524/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

524/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 524 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 524/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. συζ. Θ. Μ., το γένος Β. Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λεωνίδα Κόσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΠΕ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, o οποίoς εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2220/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2502/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21/12/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 15-11-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 2502/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 11-10-2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 2220/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την ανακοπή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε την ακύρωση της επισπευδόμενης σε βάρος της από τον αναιρεσίβλητο εκτέλεσης, ως αντικειμένης στο άρθρο 281 ΑΚ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημόσιου δικαίου και συνεπώς λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 25/1/2007 ανακοπής της αναιρεσείουσας, η τελευταία ισχυρίστηκε, με το μοναδικό λόγο της: Ότι μετά την ολοκλήρωση της προσβαλλόμενης εκτέλεσης και της επί του εδάφους εφαρμογής του διατακτικού της 7572/1997 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα, το οικόπεδό της, επιφάνειας κατά τον τίτλο κτήσης του 400 τ.μ έχει πλέον εμβαδόν 352, 15 τ.

μ και είναι μη άρτιο σύμφωνα με τους ισχύοντες στην περιοχή όρους δόμησης, με συνέπεια αυτή να υφίσταται τεράστια οικονομική βλάβη σε αντίθεση με την μικρή οικονομική βλάβη που θα υποστεί ο καθού αν ακυρωθεί η συντελεσθείσα αναγκαστική εκτέλεση. Ότι της επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τον Ιανουάριο 2004, οπότε υπέβαλε αίτημα στον καθού, ο οποίος έχει στην κυριότητά του 365.000 τμ στην περιοχή του επιδίκου, για την αγορά αυτού, ο τελευταίος όμως αδιαφόρησε και προχώρησε στην εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση έξι ετών από την τελεσιδικία της.

Ότι υπάρχει αντιφατική συμπεριφορά του καθού η ανακοπή, ο οποίος στη δίκη για την οποία εκδόθηκε η ως άνω απόφαση συνομολόγησε την έκταση της ιδιοκτησίας της, ανερχομένης σε 400 τ.μ, ισχυριζόμενος ότι η έκταση αυτή δεν θίγεται από την εκτέλεση, εντούτοις μετά την αναγκαστική εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης το εμβαδόν της ιδιοκτησίας της ανέρχεται πλέον σε 352,15 τ.μ.

Ότι, τέλος, ενόψει των προαναφερθέντων, η ενέργεια του καθ' ου να προβεί στην αναγκαστική εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης προσκρούει στην καλή πίστη, αντίκειται στα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και γίνεται κατά κατάχρηση δικαιώματος με αποκλειστικό γνώμονα την οικονομική συντριβή της με την εκτέλεση λανθασμένης (κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα) απόφασης για την ανάκτηση ενός ασήμαντου γι' αυτόν τμήματος της ιδιοκτησίας της.

Με τέτοιο, όμως, περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος ανακοπής ήταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμος, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την επισπευδόμενη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης προφανώς αντίθετη στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον πιο πάνω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται τ' αντίθετα.

Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά, που δεν ελήφθησαν υπόψη, δεν προτάθηκαν παραδεκτώς ή είναι αλυσιτελή και, συνεπώς, δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, (που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, τον πιο πάνω λόγο ανακοπής της ως μη νόμιμο), διότι δεν έλαβε υπόψη του και την παραπάνω αντιφατική συμπεριφορά του καθού (ο οποίος στη διαγνωστική δίκη συνομολόγησε την έκταση της ιδιοκτησίας της ανερχομένης σε 400 τ.μ), που αναφερόταν στην ένδικη ανακοπή.

Ο λόγος αυτός κρίνεται αλυσιτελής, διότι το ως άνω περιστατικό (της επικαλούμενης αντιφατικής συμπεριφοράς του καθού), εκτιμώμενο συνολικώς με τα λοιπά ως άνω περιστατικά που το Εφετείο έλαβε υπόψη, δεν είναι δυνατόν να προσδώσει καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα το αναιρεσιβλήτου για εκτέλεση της προαναφερθείσης τελεσίδικης απόφασης.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, εφόσον διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001 και 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 11/96). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον λόγο της έφεσης, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, από τον αρ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του το σχετικό λόγο έφεσής της, με τον οποίο έπληττε την εσφαλμένη (κατ' αυτήν) αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης, ότι τα αναφερόμενα στην ένδικη ανακοπή περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό του κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Επίσης, με τον έβδομο λόγο, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αρ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας της επισπευδόμενης εκτέλεσης ως αντικειμένης στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, αφού παραβιάζεται (για τους αναφερομένους λόγους) η αρχή της αναλογικότητας.

Όμως, ο πρώτος λόγος αβασίμως προβάλλεται, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω λόγο έφεσης και τον απέρριψε, ως αβάσιμο, με την παραδοχή, ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα με την ένδικη ανακοπή περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ προβλεπόμενη καταχρηστικότητα άσκησης του δικαιώματος από τον καθού η ανακοπή, ο δε 7ος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την ένδικη ανακοπή δεν περιείχετο σ' αυτήν σχετικός λόγος ανακοπής και ως εκ τούτου απαραδέκτως, κατ' άρθρο 585 παρ.2 ΚΠολΔ, προτάθηκε (για πρώτη φορά) στο Εφετείο, το οποίο ως εκ τούτου δεν μπορούσε να τον λάβει υπόψη.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή ενστάσεις, ως αόριστες ή νόμω αβάσιμες, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 503/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης , από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο, την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτήν έγγραφα με συνέπεια να οδηγηθεί στην απόρριψη του ως άνω λόγου ανακοπής, ως μη νομίμου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, αλλά απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, τον μοναδικό λόγο ανακοπής, ως μη νόμιμο.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με αυτή το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παρεπονείτο, ότι η εκκαλούμενη απόφαση "εσφαλμένα της αποδίδει έλλειψη προβολής πραγματικών περιστατικών από τα οποία οδηγήθηκε η εκκαλούσα στο συμπέρασμα ότι ο αντίδικός της δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του".

Ο λόγος αυτός της έφεσης απορρίφθηκε, ως αόριστος, διότι η εκκαλούσα "δεν επικαλείτο με το εφετήριο τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκε πρωτοδίκως και κατ' αυτήν τεκμηριώνουν την πιο πάνω καταχρηστικότητα (τη δημιουργηθείσα, δηλαδή σε αυτήν πεποίθηση περί μη άσκησης από τον αντίδικό της του δικαιώματος του) και τα οποία δεν έλαβε υπόψη της η εκκαλούμενη απόφαση" Επίσης, με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε ο διατυπούμενος με την έφεση ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι η κρίση της 10706/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατά της προαναφερόμενης 7572/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο), ότι "η έκταση που κατέχει η (τότε) εκκαλούσα (και τώρα αναιρεσείουσα) ανέρχεται ήδη σε 635,40 τ.μ και, επομένως, δεν περιορίζεται κάτω των 400 τ.μ με την απόδοση του καταληφθέντος" είναι εσφαλμένη, αφού από την πιο πάνω εκτέλεση προκύπτει ότι η εναπομείνασα έκταση της ιδιοκτησίας είναι μικρότερη των 400 τ.μ.

Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε (με την προσβαλλόμενη απόφαση), διότι μετά την τελεσιδικία της πιο πάνω 10707/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν μπορούν να εξετασθούν θέματα που προσκρούουν στο δεδικασμένο που προκύπτει από την εν λόγω απόφαση. Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι "με το να μη εξετάσει αν ήταν νόμω βάσιμο το πραγματικό του ισχυρισμού που έλλειπε και ο οποίος κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να περιλαμβάνεται (για το ορισμένο) στην ανακοπή, υιοθέτησε, εμμέσως πλην σαφώς την ψευδή ερμηνεία που επιχείρησε το πρωτοδικείο, εκλαμβάνοντας την καλή πίστη που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ως υποκειμενική", και έτσι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την εν λόγω διάταξη.

Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά τον νόμο απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό της, ο οποίος κατέτεινε στην ενίσχυση του λόγου της ανακοπής της περί καταχρηστικότητας της εκτέλεσης (και) εκ του ότι η εκτελούμενη απόφαση ήταν λανθασμένη αναφορικά με τον προσδιορισμό της έκτασης που αυτή κατείχε.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης παραδοχή της με την οποία να παραβιάζεται, με εσφαλμένη ερμηνεία, το πραγματικό του κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου, ο ανωτέρω έκτος λόγος αναίρεσης προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι ο ως άνω ισχυρισμός, (στον οποίο στηρίζεται), περί εσφαλμένης κρίσης της πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης, εκτιμώμενος συνολικώς με τα λοιπά ως άνω περιστατικά που το Εφετείο έλαβε υπόψη, δεν είναι δυνατόν, όπως και σε προηγούμενη σκέψη αναφέρθηκε, να προσδώσει καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου για εκτέλεση αυτής (τελεσίδικης απόφασης), από την οποία πάντως παράγεται δεδικασμένο, έστω και αν θεωρηθεί βάσιμος ο πιο πάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας (ΑΠ 1278/2011).

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21/12/10 αίτηση της Ά. συζ. Θ. Μ. για αναίρεση της 2502/09 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ