524/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσείων Χ8 απεβίωσε στις 4/12/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1)Φ1, 2) Φ2, 3) Φ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated524/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 524 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 524/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 χήρας Ζ, 2) Χ2 του Ζ, κατοίκων ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4 , 5) Χ5 και 6) Χ6, κατοίκων ..., 7) Χ7, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη και κατέθεσαν προτάσεις, 8) Χ8, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 9) Χ9, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσείων Χ8 απεβίωσε στις 4/12/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1)Φ1, 2) Φ2, 3) Φ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/71997 και 15/9/1997 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5974/1999 και 2354/2004 μη οριστικές και 6832/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με τις από 29/12/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 402/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6832/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5289/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/2/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 8/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 ορίζεται, ότι "κανένας δε στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) που ισχύει από 7-5-2001, με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13. Περαιτέρω, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδ α' και β' του τελευταίου αυτού ν. 2882/2001, ορίζει ότι "απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για απαλλοτριώσεις, που έχουν κηρυχθεί από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου ως κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση είχε ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του εδ β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν 2882/2001 ή και πριν από τη θέση σε ισχύ του εδ γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος.
Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία ορίζει ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους...".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως κρίσιμου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό.
Άλλωστε, η νέα ρύθμιση του εδ γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αναφορικά με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι, "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό (ΑΠ 402/2007).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 404/2007 443/2006). Κατά συνέπειαν, σε περίπτωση αναίρεσης απόφασης που είχε προβεί σε οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σύμφωνα με τις ανωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2, των άρθρων 13 παρ. 4 και 29 παρ. 2 Ν 2882 (ΚΑΑΑ), αλλά αυτές του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας είναι εκείνος της μετ' αναίρεση συζήτησης ενώπιον του εφετείου (ΑΠ 721/2009, 1054/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με κλήσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών συζητήθηκαν στις 6 Μαϊου 2008 α) οι από 15-9-1997 και 15-9-1997 αιτήσεις των αναιρεσειόντων και β) οι ασκηθείσες επ' αυτών παραδεκτά με τις προτάσεις ανταιτήσεις των καθών με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την αναφερόμενη σ' αυτές εδαφική έκταση με τα επικείμενά της, τα οποία απαλλοτριώθηκαν για δημόσια ωφέλεια, και για τα οποία είχε γίνει προσωρινός καθορισμός της τιμής με την 311/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Για τις αιτήσεις και ανταιτήσεις είχε εκδοθεί α) η 5974/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τα απαλλοτριούμενα με την 1059448/4108/0010/18-7-1991 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, β) η 2354/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου Εφετείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, γ) η 6832/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις και τις ανταιτήσεις και δ) η 402/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προαναφερόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και για εσφαλμένη κρίση ως προς το χρόνο που έλαβε υπόψη για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, επειδή έλαβε υπόψη ως κρίσιμο χρόνο αυτόν της συζήτησης ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού προβαίνει σε εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το ανωτέρω κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης: "Με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και όσα δε μνημονεύονται ρητά, τα συγκριτικά στοιχεία, εκτιμώμενα κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής προσφορότητάς τους, το δικαστήριο κρίνει ότι η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων και των επικειμένων τους κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής κατά τον οποίο αναβαλλομένης της οριστικής κρίσης διατάχθηκε με την 5974/1999 απόφαση του δικαστηρίου τούτου η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την 4-5-1999, δοθέντος ότι παρήλθε έτος και πλέον από τη γενομένη στις 13-3-1997 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και η παρούσα συζήτηση λαμβάνει χώρα υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους εξαιτίας της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και συνακόλουθα η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία οι καλούντες μπορούν να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια, ανέρχεται στις αναγραφόμενες στο διατακτικό τιμές".
Το Εφετείο με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τιμής μονάδας την 4-5-1999 και όχι το χρόνο της κατά την ενώπιον αυτού συζήτησης της υπόθεσης (6-5-2008), μετά την αναίρεση της 6832/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το ανωτέρω ζήτημα, παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του επομένως, καθώς και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αληθώς προσάπτεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της αποζημίωσης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου κατά το μέρος που προσάπτει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή 9 άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5289/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ