Legislator Case Law & Legislation
524/2008 AI generated

524/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 524/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1880/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3583/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/1/2004 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

524/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 927/1982). Ειδικότερα, η ισότητα αμοιβής μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια, υπό τις αυτές συνθήκες και προσόντα εργασία, επιβάλλεται, όταν πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή από την αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άνω άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της ΕΕ.

Keywords

AI generated
resignation of the government opt-out clause cessation of benefits withdrawal of debt enforcement withdrawal leading to termination regime change
AI generated
1408/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου) και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
1169/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
119/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1079/2011
Ι. Έ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Λ. Α. του Ε., κατοίκου ... 3) Α. Ζ. του Κ., κατοίκου ... 4) Κ. Ζ. του Δ., κατοίκου ... 5) Α. Ζ. του Α. , κατοίκου ... ,6) Ε. Ζ. του Χ. , κατοίκου ... 7) Π. Ζ. του Κ., κατοίκου ...,8) Θ. Θ. του Ε., κατοίκου ...,9) Μ. Θ. του Κ., κατοίκου ...,10) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 11) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 12) Θ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 13) Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 14) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... 15) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 16) Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 17) Σ. Κ. του Π. ,κατοίκου ... 18) Β. Κ. του Α., κατοίκου ... 19) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 20) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 21) Ζ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 22) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 23) Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 24) Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 25) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 26) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 27 ) Χ. Κ.- Δ. του Θ., κατοίκου ..., 28) Θ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 29) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 30) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ....
1084/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 524 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 524/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαρμαρινό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ ΛΤΔ" (AMERICAN EXPRESS LTD), η οποία εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και λειτουργεί νόμιμα και στην Ελλάδα νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λειβαδά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1880/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3583/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/1/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το άρθρο 288 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, θεσμοθετεί αρχή που εφαρμόζεται στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη και του δανειστή, οι οποίες απορρέουν από οποιαδήποτε ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται άλλη προστασία, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες γι' αυτήν ειδικές προϋποθέσεις.

Λειτουργεί δε συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών στις περιπτώσεις που ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, που παρέχει στον δικαστή τη δυνατότητα, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία αντλούνται από την έννομη τάξη και από τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, κατ' απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, περιστέλλοντας ή επεκτείνοντας το συμφωνημένο μέγεθός της, έτσι ώστε ν' ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης (Ολ.

ΑΠ 927/1982). Ειδικότερα, η ισότητα αμοιβής μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια, υπό τις αυτές συνθήκες και προσόντα εργασία, επιβάλλεται, όταν πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή από την αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άνω άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της ΕΕ.

Από την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αυτή αρχή δεν δεσμεύεται μόνο ο νομοθέτης, ως προς την ίση, σε σχέση την αμοιβή, μεταχείριση των υπό τις αυτές εν γένει συνθήκες εργαζομένων, αλλά συνάγεται συγχρόνως και κανόνας δημόσιας τάξης, με τον οποίο οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη, την οικειοθελή παροχή που αυτός καταβάλλει σε άλλο μισθωτό του, ο οποίος ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει τις ίδιες και υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής του.

Αν η παροχή χορηγείται με διάταξη νόμου η ισότητα της αμοιβής επιβάλλεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό και με το άρθρο 22 παρ. 1β' αυτού, το οποίο αποτελεί ειδικότερη μορφή της αρχής της ισότητας, που καθιερώνεται από το πρώτο και δεσμεύει και το νομοθέτη. Διαφοροποιήσεις, πάντως, από την προαναφερόμενη αρχή επιτρέπονται στην περίπτωση των εκούσιων παροχών, όταν αυτές είναι εύλογες, επειδή δικαιολογούνται από τη συνδρομή ειδικού και σοβαρού, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγου, και στην περίπτωση των νομοθετικών ρυθμίσεων, αν επιβάλλονται από λόγους γενικότερους, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.

Τέλος για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η σύμβαση, για οποιονδήποτε λόγο έχει λυθεί, ο μισθωτός δε μπορεί να την επικαλεσθεί, εκτός αν πρόκειται για παροχή, εκ μέρους του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός.

Εξάλλου, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο και ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού, μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά, με ανακοίνωσή του, υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής θέλησης.

Για την ύπαρξη όμως επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη και να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο. Η συνήθεια δε μπορεί ν' αναφέρεται και στο ύψος της καταβαλλόμενης κατά την αποχώρηση του μισθωτού αποζημίωσης.

Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα και έφθασε μέχρι το βαθμό του τμηματάρχη Α'. Στις 15-3-2001 η αναιρεσείουσα αποχώρησε από την εργασία της οικειοθελώς.

Στο μεταξύ, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, στα πλαίσια εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της στην Ελλάδα είχε εξαγγείλει στο προσωπικό της προγράμματα εθελούσιας εξόδου, με διάφορα κάθε φορά κίνητρα και προς κάλυψη διαφορετικών αναγκών. Έτσι στη 1-3-1996, με ανακοίνωσή της προς το προσωπικό της έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου των υπαλλήλων της, που τότε ανερχόταν συνολικά σε 333 άτομα.

Με βάση την ανακοίνωση, δικαίωμα συμμετοχής στο άνω πρόγραμμα είχαν υπάλληλοι που συμπλήρωναν στις 22-3-1996 ηλικία 50 ετών, ανεξάρτητα από τα έτη υπηρεσίας τους στην αναιρεσίβλητη, είτε είχαν πραγματική υπηρεσία σε αυτή τουλάχιστον 25 έτη. Περαιτέρω στο πρόγραμμα αυτό εθελούσιας εξόδου αναγραφόταν αναλυτικά το προσφερόμενο από μέρους της αναιρεσίβλητης ποσό αποζημίωσης καθώς και ο τρόπος υπολογισμού.

Στο πρόγραμμα αυτό δήλωσαν συμμετοχή 58 συνολικά υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι έλαβαν την προβλεπόμενη από αυτό (πρόγραμμα) αυξημένη αποζημίωση και αποχώρησαν από την υπηρεσία. Η αναιρεσίβλητη, με την εξαγγελία του προγράμματος της δεν έδωσε καμμία υπόσχεση ότι με τους ίδιους όρους και την ίδια αυξημένη αποζημίωση θα μπορούσε να αποχωρεί στο μέλλον οικειοθελώς οποιοσδήποτε υπάλληλος που θα συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις του προγράμματος αυτού, αφού η διαίρεση του εν λόγω προγράμματος ήταν περιορισμένη και συγκεκριμένα μόνο για το χρονικό διάστημα από 4-3-1996 έως 22-3-199?.

Αργότερα και δη το καλοκαίρι του 1999 η αναιρεσίβλητη αποφάσισε τη διακοπή της λειτουργίας του καταστήματός της στη Θεσσαλονίκη για λόγους οικονομικούς. Στους εργαζόμενους στο κατάστημα αυτό (όχι περισσότεροι από 23 άτομα) δόθηκε η δυνατότητα να συνεχίσουν να προσφέρουν την εργασία τους σε άλλα καταστήματα ή υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης στην περιοχή της Αττικής, αφού στη Θεσ/νίκη δεν υπήρχε άλλο κατάστημα ή υπηρεσία της, ή, εφόσον επιθυμούσαν να αποχωρήσουν από την εργασία τους, τότε να λάβουν την τότε προσφερόμενη αποζημείωση από την αναιρεσίβλητη.Από το προσωπικό του καταστήματος αυτού, άλλο αποχώρησε από την υπηρεσία και άλλο ανέλαβε υπηρεσία σε καταστήματα της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα.

Στις 6-10-2001 η αναιρεσίβλητη ανακοίνωσε τη διακοπή της λειτουργίας του καταστήματος της στην Αγία Παρασκευή Αττικής, αναγγέλοντας ταυτόχρονα στους εργαζομένους στο κατάστημα αυτό την εναλλακτική λύση, ή να αποχωρήσει από την εργασία τους, λαμβάνοντας τη νόμιμη κατά περίπτωση αποζημίωσή τους ή να καταλάβουν θέσεις εργασίας σε άλλο κατάστημα ή υπηρεσία της.

Από το προσωπικό του καταστήματος της Αγίας Παρασκευής ( 9 άτομα), 8 υπάλληλοι επέλεξαν τη συνέχιση της εργασίας τους στην αναιρεσίβλητη και ένας υπάλληλος που είχε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, αποχώρησε από την εργασία, αφού έλαβε κατά την προφερόμενη από την αναιρεσίβλητη αποζημίωση. Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη με τις από 16.10.2000 και 24.10.2000 ανακοινώσεις της, έκανε γνωστό στους υπαλλήλους της ότι παρέχει σ' αυτούς τη δυνατότητα ν'αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία τους, εφόσον συμφωνούσαν στην καταβολή σ' αυτούς της νόμιμης, κατά περίπτωση, αποζημίωσης και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ηλικία μικρότερη των 64 ετών.

Στη σχετική ανακοίνωση τονιζόταν επίσης ότι προτεραιότητα θα δοθεί σε υπαλλήλους οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα θα ίσχυε μέχρι τις 20.11.2000, ότι οι σχετικές αιτήσεις των ενδιαφερομένων έπρεπε να υποβληθούν εγγράφως και ότι η αναιρεσίβλητη διατηρούσε το δικαίωμα ν' αποδεχθεί ή μη την αίτηση συμμετοχής του υπαλλήλου της, ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες της.

Στις 17.11.2000 η αναιρεσείουσα, εμπροθέσμως, με έγγραφη αίτηση - δήλωση, γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη ότι επιθυμεί να συμπεριληφθεί στο σχετικό πρόγραμμα, όπως αυτό προσδιοριζόταν με την από 24.10.2000 ανακοίνωση της τελευταίας, με την επί πλέον αίτηση να παραμείνει στην εργασία της μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 2001, προκειμένου με την παρατάση αυτή να συμπληρώσει ένσημα για την αλλαγή της συνταξιοδοτικής κλίμακας και δηλώνοντας ότι θ' αποχωρούσε οριστικά στις 28.2.2001 με την καταβολή από την αναιρεσίβλητη της νόμιμης αποζημίωσής της και ότι παραιτείται από το δικαίωμα ανάκλησης της δηλώσεώς της.

Η αναιρεσίβλητη απάντησε στην αναιρεσείουσα με το από 24.11.2000 έγγραφό της ότι δέχεται την αίτηση αποχώρησής της από την υπηρεσία στις 28.2.2001 και ταυτόχρονα γνώρισε σ' αυτήν ότι δικαιούται ως αποζημίωση, οικειοθελούς αποχώρησης, το ποσό των 23.714.000 δρχ. και μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων το ποσό των 16.055.444 δρχ.

Η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση του απαντητικού εγγράφου της αναιρεσίβλητης και τελικώς αποχώρησε οικειοθελώς στις 15.3.2001, υπογράφοντας σχετική απόδειξη οφειλόμενης αποζημίωσης, ακαθάριστου ποσού 24.176.333 δρχ. και καθαρού ποσού 76.537.458 δρχ., αυξημένου έναντι του αναγραφόμενου στο ανωτέρω έγγραφο, λόγω της αναμενόμενης αύξησης των αποδοχών από 1.1.2001 με την σ.σ.ε.

που θα υπογραφόταν με τους τραπεζικούς υπαλλήλους. Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχεται ότι με την καταβολή στην αναιρεσείουσα μόνο της νόμιμης αποζημίωσης και όχι της αυξημένης αποζημίωσης, που καταβλήθηκε με την εθελούσια εξουσία του 1996 δεν παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της οικονομικής πολιτικής της, της αρχής της συμβατικής ελευθερίας και της άσκησης του διευθυντικού δικαιώματός της χορήγησε στους εργαζομένους της το 1996 αυξημένα κίνητρα για ν' αποχωρήσουν με τη θέλησή τους από την εργασία τους.

Το πρόγραμμα του 1996, όπως αυτό καθορίστηκε και εφαρμόστηκε από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις υπάρχουσες ανάγκες της χρονικής εκείνης περιόδου, δεν καθιστά από μόνο του την αναιρεσίβλητη υπόχρεη στο ν' ακολουθεί, σε περίπτωση που επιθυμεί να εφαρμόσει πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου των υπαλλήλων της από την εργασία τους, αφού η συγκεκριμένη παροχή (αποζημίωση) είναι δυνατόν να αυξομειώνεται σύμφωνα με τις ειδικότερες ανάγκες της επιχείρησης και του εκάστοτε εξυπηρετούμενου σκοπού, με την προϋπόθεση να μη υπολείπεται της αποζημίωσης που προβλέπεται από το νόμο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία η τελευταία ζητούσε τη συμπλήρωση της αποζημίωσης που της καταβλήθηκε έτσι ώστε αυτή να εξισωθεί με αυτή που καταβλήθηκε κατά την εφαρμογή του προγράμματος εθελούσιας αποχώρησης από την εργασία του έτους 1996, επικαλούμενη προς τούτο την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες στηρίζει το διατακτικό αυτής με το οποίο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, διότι δεν συντρέχει περίπτωση της επικαλούμενης από αυτήν αρχή της ίσης μεταχείρισης αλλά ούτε και περίπτωση συνδρομής της επιχειρησιακής συνήθειας.

Συνεπώς, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος της αίτησης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.1.2004 αίτηση της ..... για αναίρεση της 3583/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ