Legislator Case Law & Legislation
524/2007 AI generated

524/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 524/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1223/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2395/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20 Ιουνίου 2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

524/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): μισθωτικές συνθήκες. Ωστόσο, παρά την κατακύρωση του γενόμενου μειοδοτικού αυτού διαγωνισμού υπέρ των εναγόντων, η σύμβαση μισθώσεως δεν καταρτίστηκε ποτέ, διότι δεν υπογράφηκε από τους διαδίκους το προβλεπόμενο από το άρθρ. 21 του Π.Δ/τος 19/19-11-1932 μισθωτήριο, το οποίο κατ' άρθρ. 84 του ν.δ. 321/1989 αποτελούσε συστατικό τύπο αυτής και χωρίς την τήρησή του δεν υπήρχε καταρτισμένη σύμβαση μίσθωσης.

Keywords

AI generated
lack of signature lack of standing of association unauthorized representation non-implementation of the offending agreements subcontract collection of signatures
AI generated
467/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1740/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
250/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
495/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 17/5/2004 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20976/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 751/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/4/2005 αίτησή του.
360/2018
Κοινοποίηση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." και πρώην "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Α.Ε." η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 524 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 524/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σαντιπαντάκη, 2. .....και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ταγκλή, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιό τους και τον ως άνω δικηγόρο Νικόλαο Σαντιπαντάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1223/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2395/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20 Ιουνίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 4 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 (όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ 1120/1938 και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938), 29 (όπως αντικαταστάθηκε και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938) και 30 του ΠΔ της 19/1911 1932 "Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών" που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι σε μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια της σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο.

Η παράταση αυτής της σύμβασης είναι δυνατή, για ορισμένο και πάλι χρόνο, με την τήρηση όμως των διατυπώσεων και τη συνδρομή των προϋποθέσεων, τις οποίες τάσσει η διάταξη του άρθρ. 29 του άνω π.δ/τος. Ειδικότερα, απαιτείται : α) δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών (ήδη Νομάρχη), που να έχει κοινοποιηθεί στον εκμισθωτή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της μίσθωσης, β) πρόταση της Επιτροπής Στεγάσεως, και γ) διενέργεια δύο τουλάχιστον δημοπρασιών για τη μίσθωση άλλου ακινήτου, οι οποίες να απέβησαν άγονες ή το αποτέλεσμά τους να κρίθηκε ασύμφορο.

Η χρησιμοποίηση του μισθίου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης κατά νομικό πλάσμα θεωρείται σιωπηρή παράταση για το χρονικό διάστημα της χρησιμοποίησης και το δημόσιο υποχρεούται σε καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 611 ΑΚ, δηλαδή εφόσον ο εκμισθωτής, παρόλο ότι γνωρίζει ότι το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο δεν εναντιώνεται.

Ως εναντίωση, κατά την έννοια του νόμου αυτού, νοείται η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους. Η δε εναντίωση αυτή μπορεί να είναι όχι μόνο ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει η βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους, γίνεται δε σε οποιοδήποτε αρμόδιο για τη λήψη της όργανο του δημοσίου (ανεξάρτητα από το αν το όργανο αυτό το εκπροσωπεί κατά νόμο), ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ και η στεγαζόμενη δημόσια υπηρεσία.

Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί εκτός από την αγωγή απόδοσης του μισθίου και η δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από εκείνο που καταβάλλεται κατά τη σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Αυτό δε για το λόγο ότι, εφόσον ως σιωπηρή παράταση νοείται η εξακολούθηση της μίσθωσης με τους όρους της σύμβασης μίσθωσης που έληξε και ουσιώδης όρος κάθε σύμβασης μίσθωσης πράγματος είναι το ύψος του μισθώματος η αναζήτηση μεγαλύτερου μισθώματος δεν αποτελεί τίποτε άλλο από εναντίωση στη συνέχιση της μίσθωσης.

Αν παρά την εναντίωση του εκμισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο αυθαιρέτως παρακρατεί και χρησιμοποιεί το μίσθιο, ευθύνεται κατά το άρθρο 601 ΑΚ για πλήρη αποζημίωση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίστηκε στις 16-4-1997 και περιβλήθηκε τον τύπο του ιδιωτικού συμφωνητικού, ύστερα από μειοδοτική δημοπρασία που έγινε κατά τις διατάξεις του ΠΔ της 19/19-11-1932 "Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών" την 1-4-1997, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκμίσθωσαν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπήθηκε νομίμως προς τούτο από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, τον δεύτερο και τον τρίτο όροφο, συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 270 μ2 και μικτής επιφάνειας 340 μ2, καθώς και τέσσερις θέσεις στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται επί τη οδού ...., προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση του Υποθηκοφυλακείου .... .

Η διάρκεια της μίσθωσης αυτής, που καταρτίστηκε κατά τις διατάξεις του Π.Δ/τος 19/19-11-1932 και διεπόταν από το άρθρο 29 αυτού, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρ. 41 παρ.17 του ν.2648/1998, με συνέπεια να μην είναι εφαρμόσιμες επ' αυτής οι διατάξεις του Π.Δ/τος 34/1995 περί της διάρκεις της μισθώσεως, συμφωνήθηκε για τρία χρόνια με χρόνο έναρξης την ημέρα παράδοσης του μισθίου κατάλληλου για τη συμφωνημένη χρήση, γεγονός που έλαβε χώρα στις 30-5-1997, το δε συνολικό μηνιαίο μίσθωμα σε 900.000 δραχμές, που ήταν καταβλητέο στον πρώτο ενάγοντα, κύριο του τρίτου ορόφου, κατά το ένα δεύτερο (1/2) και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, συγκυρίους κατ' ισομοιρίαν του δεύτερου ορόφου, κατά το ένα τέταρτο (1/4).

Με τη λήξη, όμως, της μίσθωσης, η οποία κατά το σε χρήση ημερολόγιο επήλθε με την παρέλευση της 30ης Μαΐου 2000, το μεν εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδωσε στους ενάγοντες τη χρήση του μισθίου, ούτε τήρησε τη διαδικασία του άρθρ. 29 του Π.Δ/τος 19/19-11-1932, ώστε να συντρέξει περίπτωση νόμιμης παράτασης της μίσθωσης για ορισμένο και πάλι χρόνο, οι δε ενάγοντες εκμισθωτές δεν εναντιώθηκαν στην εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους ζητώντας την απόδοσή του ή την αύξηση του μισθώματος και συνέχισαν να εισπράττουν το καταβαλλόμενο έως τότε μίσθωμα από 900.000 δραχμές, με συνέπεια κατά πλάσμα νόμου η μίσθωση αυτή να παραταθεί σιωπηρά.

Ωστόσο, μετά την πάροδο ολίγου χρόνου ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής με την υπ' αριθ. πρωτ. 2.619/22-6-2000 διακήρυξη μειοδοτικής δημοπρασίας μίσθωσης ακινήτων προκήρυξε τη διενέργεια μειοδοτικής δημοπρασίας για 12ετή μίσθωση ακινήτου, κειμένου στην περιφέρεια .... , προκειμένου τούτο να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του Υποθηκοφυλακείου .... , με προσφερόμενο ανώτατο μηνιαίο μίσθωμα 1.000.000 δραχμές για το πρώτο μισθωτικό έτος και με προβλεπόμενη κατ' έτος αναπροσαρμογή ίση με τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκάμηνου, όπως αυτή υπολογιζόταν από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος, προσαυξημένη κατά μία μονάδα.

Κατά τη γενόμενη στις 12-9-2000 με βάση τη διακήρυξη αυτή μειοδοτική δημοπρασία οι ενάγοντες πρόσφεραν προς νέα εκμίσθωση τα επίδικα μίσθια ακίνητά τους έναντι του διακηρυχθέντος μηνιαίου μισθώματος των 1.000.000 δραχμών και της προβλεφθείσας ετήσιας αναπροσαρμογής, η δε καθύλην αρμόδια Επιτροπή Στεγάσεως Δημόσιων Υπηρεσιών με το από 17-10-2000 πρακτικό της, το μεν έκρινε τα μίσθια ακίνητα κατάλληλα για την προς σύναψη μίσθωση, με τον όρο ότι οι ενάγοντες εκμισθωτές θα εκτελούσαν τις υποδεικνυόμενες σε αυτό εργασίες, το δε γνωμοδότησε ότι το προσφερόμενο από τους ενάγοντες εκμισθωτές μηνιαίο μίσθωμα από 1.000.000 δραχμές, με την από την οικεία διακήρυξη προβλεπόμενη κατ' έτος αναπροσαρμογή του, ήταν εύλογο, δίκαιο και συμφέρον για το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, διότι ανταποκρινόταν στη μισθωτική αξία των μισθίων ακινήτων με βάση τη θέση τους και την εν γένει κατάστασή τους και τις κρατούσες στην περιφέρεια του .....

μισθωτικές συνθήκες. Ωστόσο, παρά την κατακύρωση του γενόμενου μειοδοτικού αυτού διαγωνισμού υπέρ των εναγόντων, η σύμβαση μισθώσεως δεν καταρτίστηκε ποτέ, διότι δεν υπογράφηκε από τους διαδίκους το προβλεπόμενο από το άρθρ. 21 του Π.Δ/τος 19/19-11-1932 μισθωτήριο, το οποίο κατ' άρθρ. 84 του ν.δ. 321/1989 αποτελούσε συστατικό τύπο αυτής και χωρίς την τήρησή του δεν υπήρχε καταρτισμένη σύμβαση μίσθωσης.

Όμως, οι ενάγοντες με τη συμμετοχή τους στη διενεργηθείσα στις 12-9-2000 μειοδοτική δημοπρασία και την από μέρους τους προσφορά των επίμαχων ακινήτων τους για νέα εκμίσθωσή τους αντί του υπέρτερου μισθώματος του 1.000.000 δραχμών και ετήσιας αναπροσαρμογής του σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης δήλωσαν ρητώς στην αρμόδια προς τούτο, εντολοδόχο του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής την αντίθεσή τους στην περαιτέρω (από την ημέρα αυτή 12-9-2000 και εφεξής) σιωπηρή παράταση της μισθώσεως με τους όρους του από 16-4-1997 μισθωτηρίου και ειδικότερα στην καταβολή του μισθώματος των 900.000 δραχμών.

Η κατά τον άνω τρόπο εκφρασθείσα βούληση των εναγόντων να αξιώσουν ως μίσθωμα για τα μίσθια ακίνητα και για τον εφεξής χρόνο το διακηρυχθέν και προσφερθέν στη μειοδοτική δημοπρασία ποσό αποτελεί, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν και στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ρητή εναντίωσή τους στο να εξακολουθήσει να ισχύει η σιωπηρώς παραταθείσα παλαιά μίσθωση με καταβαλλόμενο το ίδιο μειωμένο μίσθωμα, εναντίωση η οποία και επέφερε την άμεση λύση της παραταθείσας σιωπηρά και συνεχιζόμενης ως τότε μίσθωσης.

Εντούτοις το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, παρά τη επελθούσα από 12-9-2000 λύση της μίσθωσης, συνέχισε να παρακρατεί παράνομα και αυθαίρετα τα μίσθια και να τα χρησιμοποιεί, όπως και προηγουμένως, για τη στέγαση του Υποθηκοφυλακείου .... καταβάλλοντας στους ενάγοντες ως αποζημίωση χρήσης το μέχρι τότε καταβαλλόμενο μίσθωμα από 900.000 δραχμές μηνιαίως.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος μισθωτή Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε την άμεση λύση της σιωπηρά παραταθείσας παλαιάς μίσθωσης, εξαιτίας της ρητής εναντίωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων συνεκμισθωτών του μισθίου στην εξακολούθηση της ισχύος της και στη συνέχεια επιδίκασε στους τελευταίους την βάσει του άρθρου 601 ΑΚ αποζημίωση.

΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με την έννοια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28,29 και 30 του ΠΔ της 19/19-11-1932, 611 και 601 ΑΚ και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένης κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.6.2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2395/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ