Legislator Case Law & Legislation
523/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against excessive compensation award for moral damages violating proportionality principle.

Case Number 523/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against the Third Instance Court's decision awarding 120,000 euros in moral damages. The heirs argued this sum was excessive and violated the principle of proportionality under Article 25 of the Constitution. The Court agreed, finding the award far exceeded reasonable limits for the proven harm and remanded the case for a new determination of the appropriate amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25 paragraph 1 of the Constitution; Article 932 of the Civil Code: The Court must ensure that awarded moral damages are proportional to the harm suffered and cannot arbitrarily exceed reasonable limits established by judicial practice.

Keywords

AI generated
moral damages proportionality principle excessive compensation civil procedure appeal admissibility judicial discretion Article 25 Constitution

Cited Legislation

AI generated
Article 25 paragraph 1 of the Constitution
Article 2, paragraph 2 of the ECHR
Article 10, paragraph 2 of the ECHR
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 523 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 523/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Τ. (T.) Π. (P.) του Ε. (E.), συζύγου Σ. (S.) Ν. (D.), 2) Σ. (S.) Ν. (D.) του Σ. (S.), 3) Σ. (S.) Ν. (D.) του Σ. (S.), 4) Β. (V.) Ν. (D..) του Σ. (S.), κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Σ. (S.) Ν. (D.) του Σ. (S.), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κολιόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΤΙΤΑΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραμητσάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2016 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17331/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1014/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/1/2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 25-1-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1014/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20-10-2019 έφεση των κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος (ήδη αναιρεσειόντων) κατά της υπ' αριθ. 17331/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δεχόμενο εν μέρει την από 15-9-2016 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης, την υποχρέωσε να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το αναφερόμενο ποσό, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη σε αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λ.π.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Σκοπός της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Εξάλλου, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1274/2022, ΑΠ 677/2022, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 1341/2018, ΑΠ 752/2018, ΑΠ 1370/2017, ΑΠ 221/2016, AΠ 76/2016).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

3. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους αναιρεσείοντες, ως κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντος, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο τελευταίος, το ποσό των 30.000 ευρώ συνολικά και κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, παραβίασε ευθέως κατά τον προσδιορισμό του την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ποσό υπολείπεται κατά πολύ των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής, κρίσιμα για την έρευνα του ερευνώμενου λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΤΙΤΑΝ" (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι από τις μεγαλύτερες τσιμεντοβιομηχανίες στην Ελλάδα, εδρεύει στην Αθήνα και διατηρεί εργοστάσια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεταξύ των οποίων και το εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου που βρίσκεται στην περιοχή της Ν.

Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης. Με την από 1.4.2013 έγγραφη σύμβαση έργου η εναγομένη ανέθεσε στην ομόρρυθμη τεχνική εταιρία με την επωνυμία "Γ. Ρ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, το έργο της συντήρησης των κινητήρων των μηχανών παραγωγής του εργοστασίου της στη Θεσσαλονίκη για διάστημα ενός έτους, με πρόβλεψη περί αυτοδίκαιης κάθε φορά ανανέωσης αυτής, με τους ίδιους όρους και η οποία ανανεώθηκε και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο.

Κατά τους όρους της σύμβασης αυτής η εργολάβος εταιρία υποχρεούται να λαμβάνει, κατά την εκτέλεση του έργου που της έχει ανατεθεί, όλα τα νόμιμα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχημάτων σε βάρος του προσωπικού της ή τρίτων (βλ. άρθρο 5 παρ. 1 συμβατικός όρος). Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, η εργολάβος εταιρία συνέστησε συνεργείο, μονίμως τοποθετημένο στο εργοστάσιο της εναγομένης, για την ταχύτερη αντιμετώπιση των τεχνικών προβλημάτων και για τη διασφάλιση της εύρυθμης παραγωγής του εργοστασίου αυτής στην Ν.

Ευκαρπία Θεσσαλονίκης. Μεταξύ των μελών του συνεργείου αυτού συγκαταλεγόταν και ο ενάγων, Σ. Ν., ηλικίας, τότε, ... ετών, ένας από τους παλαιότερους και πλέον έμπειρους εργαζομένους της εργολάβου εταιρίας, καθώς είχε προσληφθεί από αυτήν το 2004. Στις 18.1.2015, ο ενάγων ειδοποιήθηκε από την εργοδότριά του εταιρία να προσέλθει εκτάκτως στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της εναγομένης προκειμένου, ως μέλος συνεργείου αποτελούμενο από τον ίδιο και τους Γ.

Σ. και Μ. Π., να αποκαταστήσουν βλάβη που παρουσιάστηκε στον ηλεκτροκινητήρα του καδομεταφορέα ... ...Κατά την ανύψωση του κινητήρα προκειμένου να αποσυνδεθεί από τον μειωτήρα ο καδομεταφορέας που ήταν πλήρης υλικού άρχισε να κινείται με φορά αντίθετη με την κανονική, λόγω του φορτίου του, μεταδίδοντας την κίνηση στον μειωτήρα, παράγοντας ισχυρές δονήσεις και θόρυβο και γεμίζοντας το χώρο με σκόνη, ταυτόχρονα δε έσπασε ο σύνδεσμος (κόμπλερ) που ενώνει τον κινητήρα με τον άξονα του μειωτήρα και θραύσματα εκτοξεύτηκαν στο χώρο.

Οι εργαζόμενοι προσπάθησαν να προστατευτούν με οποιαδήποτε τρόπο και ο ενάγων έπεσε στο δάπεδο πλην όμως τον χτύπησαν θραύσματα προκαλώντας του ανοικτό κάταγμα στην κνήμη του δεξιού του ποδιού και τραυματισμό στην κεφαλή. Το ατύχημα οφείλεται στην κίνηση του καδομεταφορέα με φορά αντίθετη προς την κανονική, λόγω του φορτίου που μετέφερε, με αποτέλεσμα να μεταδοθεί περιστροφική κίνηση στον μειωτήρα ο οποίος με τη σειρά του λειτούργησε αντίστροφα πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό στροφών πράγμα που οδήγησε τελικά στη θραύση του κομπλέρ και την καταστροφή του και το ατύχημα.

Το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί εάν είχε αποτραπεί η αντίστροφη κίνηση του καδομεταφορέα η οποία εξασφαλίζεται από την ύπαρξη εντός του μειωτήρα της διάταξης "backstop".... Η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της δεν μερίμνησε για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή του ενάγοντος στο μηχανολογικό εξοπλισμό της και δη σ' αυτόν του καδομεταφορέα αλλά επέτρεψε σ' αυτόν να εκτελέσει εργασίες αποκατάστασης της βλάβης αυτού χωρίς να λάβει, πριν την είσοδο του ενάγοντα στο χώρο του εργοστασίου της, πρόσθετα μέτρα εξασφάλισης του αμετακίνητου του καδομεταφορέα με μηχανικό τρόπο πέραν του backstop ή να ενημερώσει, ως έχουσα εκ του νόμου το συντονισμό των μεταξύ αυτής και της εργολάβου εταιρίας δραστηριοτήτων, την εργολάβο ομόρρυθμη εταιρία, να προβεί αυτή, ενόψει και της συμβατικής ρύθμισης περί υποχρέωσής της να λαμβάνει όλα τα νόμιμα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχημάτων σε βάρος του προσωπικού της, στη λήψη των πρόσθετων αυτών μέτρων ικανών εξασφάλισης του αμετακίνητου του καδομεταφορέα.

Επομένως, η εναγομένη από υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της και δη από αμέλεια τούτων δεν τήρησε τα απαιτούμενα μέτρα και όρους ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 2.23. του παραρτήματος Ι του Π.Δ. 395/1994 και 42 παρ. 1, και 9 του Ν. 3850 της 31-5/2-6-2010 με συνέπεια τη θραύση του κομπλέρ, τη διασπορά των θραυσμάτων στο χώρο όπου βρισκόταν ο ενάγων από τα οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός του.

Κατά συνέπεια, συντρέχουν, οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας και εντεύθεν παρέπεται ότι είναι ουσιαστικά βάσιμο το δικαίωμα του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του....Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο παθών διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Παπαγεωργίου", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί εμπιεστικό κάταγμα κρανίου στη δεξιά βρεγματική χώρα με μετατόπιση οστικών τεμαχίων ενδοκρανιακά, αιμορραγική θλάση και αρχόμενο εστιακό οίδημα καθώς και συντριπτικό κάταγμα άκρου δεξιάς κνήμης με παρουσία ξένου σώματος στα μαλακά μόρια.

Υποβλήθηκε άμεσα σε κρανιεκτομή και αφαίρεση των εμπιεστικών οστικών τεμαχίων ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκε χειρουργικός καθαρισμός της κνήμης και τοποθετήθηκε εξωτερική οστεοσύνθεση μεταξύ μηρού και κνήμης. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 5.2.2015, ενώ παρέμενε νοσηλευόμενος, υποβλήθηκε σε πλαστική χειρουργική επέμβαση στην κνήμη λόγω ελλείμματος δέρματος και μαλακών μορίων στην τραυματισθείσα περιοχή, που αντιμετωπίσθηκε με τη λήψη μοσχεύματος δέρματος και μέρους του μυός του γαστροκνημίου.

Από το ανωτέρω νοσοκομείο έλαβε εξιτήριο στις 12.2.2015, πλην, όμως, λόγω παρουσίασης οστικού ελλείμματος και ανάπτυξης ψευδάρθρωσης του κατάγματος της κνήμης υποβλήθηκε στις 9.6.2015 στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών σε νέα οστεοσύνθεση με τοποθέτηση ειδικής συσκευής ... από τον απεικονιστικό έλεγχο που διενεργήθηκε στην τραυματισθείσα περιοχή της κνήμης παρατηρήθηκε μη σαφή πώρωση του κατάγματος και βράχυνση της κνήμης κατά 2 cm περίπου, δυσκαψία γόνατος και ποδοκνημικής. ...ο ενάγων ένα και πλέον έτος από το ατύχημα παρουσίαζε, κατά το χρόνο εκείνο, ανισοκελία της τάξεως των 2 cm περίπου από την τραυματισμένη κνήμη, έντονο οίδημα σφυρών-δύσμορφη παραμόρφωση της κνήμης και περιορισμένη δυνατότητα κίνησης της ποδοκνημικής, με συνέπεια να είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιεί πατερίτσες (βακτηρίες) για τη βάδισή του ενώ παρουσίαζε καθημερινή κεφαλαλγία, διαταραχές μνήμης και ορισμένες φορές απώλεια συνείδησης, συμπτώματα που δεν παρουσίαζε προ του τραυματισμού του, δεν εργάζονταν και βρίσκονταν σε συνεχείς κυλιόμενες αναρρωτικές άδειες. ...εξαιτίας των τραυμάτων του από το ατύχημα ο ενάγων θα είχε μόνιμες και ισόβιες ουλές, επώδυνο περιορισμό κινητικότητας ποδοκνημικής συστοίχως εξαιτίας της οποίας του συνεστήθη αφενός να παρακολουθεί κλινικά τουλάχιστον ανά 6μηνο την επόμενη διετία μετά την πλήρη πώρωση, για εκτίμηση της πορείας των υπαρχόντων υπολειμμάτων των διαταραχών του τύπου της δυσκαμψίας αφετέρου η διενέργεια φυσικοθεραπειών επί 6μήνου....18 μήνες μετά το ατύχημα οι βλάβες που υπέστη ο ενάγων θεωρήθηκαν μόνιμες και μη αναστρέψιμες και εκτιμήθηκε ότι ήταν αδύνατον να επανακάμψει στην πρότερη εργασία του και σε οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία ενώ κρίθηκε αναγκαία η συνεχή ιατρική παρακολούθηση του.

Ένα και πλέον έτος αργότερα, στις 17.5.2018, ο ενάγων απεβίωσε από λόγους που δεν συνδέονται άμεσα με το ατύχημα και ειδικότερα εξαιτίας καρδιακής ανακοπής, μεταστατικό καρκίνο πνεύμονα.

Περαιτέρω, από την αξιολογική εκτίμηση των ίδιων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Σταθμίζοντας, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η σε βάρος του ενάγοντος αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των προστηθέντων υπ' αυτή υπαλλήλων της, την ανυπαρξία της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος- στη σωματική του βλάβη, το είδος και την έκταση της σωματικής του βλάβης, τη διάρκεια της νοσηλείας του, τη θεραπευτική αγωγή που έλαβε, τη στεναχώρια του και τη σωματική και ψυχική του ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα που διήρκησε από τον τραυματισμό του έως και το θάνατό του, την ηλικία του κατά τον κρίσιμο χρόνο (60 ετών), τις συνθήκες της προσβολής, τον τόπο, το χρόνο και το μέσο με το οποίο τελέστηκε, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι το ποσό που πρέπει να οριστεί, μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων σύμφωνα και με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, ανέρχεται σε 30.000 €.

Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως..., δεκτού γενομένου ως εν μέρει βασίμου κατ' ουσίαν του σχετικού αγωγικού αιτήματος που επαναφέρεται με τον ισχυρισμό των εκκαλούντων με το δικόγραφο της έφεσης υπό την μορφή του δεύτερου λόγου της έφεσης και επαναλήφθηκε με τις έγγραφες προτάσεις τους, αιτούμενοι να επιδικάσει το δικαστήριο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 120.000 €".

Με την παραπάνω κρίση του, ως προς το ύψος της επιδικαστέας στους κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το Εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, το εν λόγω ποσό, δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την σοβαρή σωματική και ηθική βλάβη, που δέχθηκε ότι υπέστη ο αρχικώς ενάγων, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσών.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

4. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που πλήττει το ίδιο μέρος αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης). Ακολούθως δε, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ),ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναιρεί την υπ` αριθμ. 1014/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

-Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

-Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

Και

-Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ