Supreme Court dismisses appeal for procedural defects and orders costs against appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final judgment of the Single Court of Larissa and the first-instance judgment of Volos. The court found the appeal inadmissible regarding the first-instance judgment because it was not filed at the correct court, violating specific procedural rules. Consequently, the court ordered the appellant to pay the appeal fee and the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed at the wrong court, and the court must order the payment of the appeal fee and costs against the losing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 523 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 523/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 430/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/10/2021 αίτησή του και τους από 24/1/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 15-10-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 430/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 17-12-2019 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 144/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 22-11-2016 αγωγή του κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποίαν ζητούσε ο πρώτος να του καταβάλει ο δεύτερος τα εκεί αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο με βάση τις διατάξεις περί αναγωγής (άρθρο 493 ΑΚ) μεταξύ των εις ολόκληρον δανειστών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως παραδεκτό είναι και το από 24-1-2023 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης (άρθρο 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των ως άνω λόγων μόνον κατά το σκέλος που βάλλουν αυτοί κατά της ως αναιρεσιβαλομένης απόφασης, ενώ κατά το μέρος που προσβάλλουν και αφορούν την υπ' αριθμ. 144/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου είναι απαράδεκτη η ως άνω αναίρεση, διότι δεν έχει κατατεθεί αυτή και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου ως άνω δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 668/2019, 717/2017), λαμβανομένου υπόψη και του παρακολουθηματικού χαρακτήρα του δικογράφου των πρόσθετων λόγων σε σχέση με το κύριο δικόγραφο της αναίρεσης που προϋποθέτουν την παραδεκτή άσκησή της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα, η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.
Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, το παραδεκτό οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή και ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 2001/2009). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύει από 23-01-2017 και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης έφεσης, στις 17-12-2019, δυνάμει των άρθρων 35 παρ. 2, 45 Ν. 4446/2016) και 532 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ, το οποίο παράβολο επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο γραμματέας, κατ' άρθρο 496 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Με βάση τα ανωτέρω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης (ΑΠ 164/2017). Όμως, εφόσον ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται "αν δεν κατατεθεί το παράβολο" και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 995/2020, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 341/2015).
Ως συζήτηση της υπόθεσης για τη δυνατότητα καταβολής του απαιτούμενου παραβόλου για την άσκηση της έφεσης, όταν τούτο δεν έχει κατατεθεί κατά την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση, λαμβάνεται υπόψη η ημέρα και η ώρα η οποία ορίστηκε να εκδικαστεί με την αναγραφή της στο πινάκιο την αντίστοιχη ημέρα και ώρα με βάση τις οποίες κλητεύεται να παραστεί και ο εφεσίβλητος κατ' εφαρμογή του άρθρου 498 ΚΠολΔ για λόγους διαδικαστικής ασφάλειας ως προς την κρίση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου.
Περαιτέρω, η θέσπιση παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, αποσκοπεί στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και στην ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, δια της περιστολής της προπετούς άσκησης αβασίμων ενδίκων μέσων, κυρίως έφεσης και αναίρεσης, χωρίς να θίγεται το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, αφού το ύψος του καταβλητέου ποσού, και υπό την παρούσα οικονομική συγκυρία, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο και σε περίπτωση νίκης (ολικής ή μερικής) επιστρέφεται στον καταθέσαντα διάδικο, σε κάθε περίπτωση δε, η οικονομική αδυναμία καταβολής του, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας (άρθρο 194 ΚΠολΔ).
Έτσι, με τη ρύθμιση αυτή δεν παραβιάζονται: α) Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και αυτής του άρθρου 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, που προστατεύουν το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, καθόσον το Σύνταγμα ή η ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει την θέσπιση ένδικων μέσων ή την καθιέρωση πλειόνων βαθμών δικαιοδοσίας (ΟλΣτΕ 1583/2010, ΑΠ 1137/2018).
Σημειουμένου ότι, η διάταξη του άρθρου 2 του Εβδόμου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προβλέπει το δικαίωμα επανεξέτασης της υπόθεσης από ανώτερο δικαστήριο, αναφέρεται, αποκλειστικά, σε ποινικές καταδίκες και, επομένως, ούτε από αυτή απορρέει υποχρέωση του Εθνικού Νομοθέτη να θεσπίζει ένδικα μέσα ή πλείονες βαθμούς δικαιοδοσίας στις λοιπές (πλην καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων) υποθέσεις.
Και, β) η Συνταγματική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 καθώς και η προαναφερθείσα του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες προστατεύεται η αρχή της ισότητας, έκφανση της οποίας αποτελεί η δικονομική ισότητα των διαδίκων, διότι, ως ανεφέρθη, η οικονομική αδυναμία του διαδίκου, να καταβάλει το υπόψη παράβολο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας και, έτσι δεν τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης του οικονομικά ασθενέστερου διαδίκου έναντι του οικονομικά εύρωστου, ενώ η ευνοϊκή διάκριση υπέρ του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, που δυνάμει ειδικών νόμων, απαλλάσσονται από την καταβολή του δικαιολογείται από τον εξυπηρετούμενο, με αυτή, σκοπό γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και την κάλυψη της ανάγκης αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης.
Τέλος, η θέσπιση της επίμαχης ρύθμισης δεν υπερβαίνει τα όρια πέρα από τα οποία η εφαρμογή της ισοδυναμεί με κατάλυση, άμεση ή έμμεση, των προαναφερθέντων ατομικών δικαιωμάτων, ήτοι της προσφυγής στο δικαστήριο και της ίσης μεταχείρισης (ΑΠ 995/2020, πρβλ. ΑΕΔ 27/2004, 33/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 430/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω μη καταβολής του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 144/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με τις ακόλουθες, επί λέξει, παραδοχές: "..
Όπως.. προκύπτει από τη σχετική με αριθμό 273/17-12-2019 έκθεση του αρμοδίου γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είναι συνημμένη στο επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως που υπάρχει στη δικογραφία, το δικόγραφο αυτής (εφέσεως) κατατέθηκε στις 17-12-2019 χωρίς το οικείο το δικόγραφο της εφέσεως κατατέθηκε, στις 19-10-2017, χωρίς το οικείο παράβολο των εκατόν (100) ευρώ.
Εξάλλου, ούτε από τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τον εκκαλούντα έγγραφα προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια κατάθεση, αλλά ούτε και γίνεται σχετική αναφορά για κατάθεση παράβολου στις κατατεθείσες στις 23-10-2020, κατά τη συζήτηση της εφέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις του. Επί πλέον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, ουδεμία αναφορά περί κατάθεσης ή προσκόμισης παραβόλου ενώπιον ου πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της έφεσης έγινε σε αυτό από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος.
Ούτε .. έστω στην κατατεθείσα στις 29-10-2020 προσθήκη στις προτάσεις του εκκαλούντος γίνεται μνεία περί καταθέσεως του παραβόλου απ' αυτόν έως τη συζήτηση της έφεσης. Την παράλειψη της κατάθεσης του παραβόλου τόσο κατά την άσκηση της έφεσης όσον και έως τον ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 1156/19-12-2019 πράξη ορισμού δικασίμου χρόνο συζήτησης αυτής στις 10 π.μ.
της 23-10-2020 επισημαίνει ο εφεσίβλητος με την κατατεθείσα στις 29-10-2020 προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις του, προσκομίζει δε αντίγραφο έντυπου απόδειξης τραπεζικής εξόφλησης ηλεκτρονικού παραβόλου ποσού 100 ευρώ της Τράπεζας Πειραιώς με αναφερόμενο χρόνο συναλλαγής 23-10-2020 και ώρα 11 : 10 : 10, ήτοι μετά τον ορισθέντα χρόνο συζήτησης της έφεσης, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, διαπίστωσε στις 26-10-2020 σε έρευνα που έκανε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζητεί δε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση.
Με βάση τα ανωτέρω δεν αποδεικνύεται κατάθεση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολλΔ παραβόλου έως τον χρόνο συζήτησης της έφεσης και συνεπώς λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη έφεση, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο και, ειδικότερα, ότι η έφεσή του έπρεπε να γίνει τυπικά δεκτή, γιατί αυτός είχε εκδώσει και εξοφλήσει το ως άνω παράβολο εμπρόθεσμα, εν όψει του ότι η πραγματική συζήτηση της έφεσης έλαβε χώρα την 13.00 μ.μ, είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά και κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δεν είχε επισυναφθεί στην έκθεση κατάθεσης της ένδικης έφεσης το, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενο, για το παραδεκτό αυτής, παράβολο, αλλά ούτε, εκ των υστέρων και πάντως πριν τη συζήτηση αυτής, προσκομίσθηκε τούτο, για να συμπεριληφθεί στα στοιχεία της δικογραφίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), στις οποίες ουδεμία μνεία γίνεται, αναφορικά με την προσκομιδή του, εν όψει του ότι εδώ κρίσιμο δεν είναι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο κατά το οποίο πράγματι εκφωνήθηκε από το πινάκιο και συζητήθηκε η ένδικη έφεση, αλλά ο με αφηρημένο τρόπο καθορισμός της συζήτησης αυτής πριν από την οποίαν πρέπει τούτο να κατατίθεται και στην οποίαν καλούνται οι διάδικοι να παρασταθούν.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της από τον αρ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, υποστηρίζει ότι η νομοθετική πρόβλεψη για κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) προσκρούει στις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 4 παρ. 1 και τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 § 1) και, επομένως, αυτή είναι ανεφάρμοστη, επειδή θίγει τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος προσφυγής στο δικαστήριο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, διότι με την εφαρμογή της αποκλείεται ή περιορίζεται σημαντικά το ατομικό δικαίωμα των οικονομικά ασθενέστερων διαδίκων για προσφυγή στο δικαστήριο και ο πραγματικός λόγος της θεσπίσεώς του είναι, απλώς, η αύξηση των δημοσίων εσόδων και όχι η ανάγκη αποτροπής άσκησης αβάσιμων ενδίκων μέσων, την οποία η επίμαχη διάταξη επιχειρεί να υπηρετήσει, που θεραπεύεται επαρκώς με την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η θέσπιση του υπόψη παραβόλου δεν αντίκειται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις, που προστατεύουν το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο και συγκεκριμένα σ' αυτές των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ και των πρωτοκόλλων αυτής, οι οποίες δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα, στα πλαίσια της ελευθερίας του για την καθιέρωση των ενδίκων μέσων, να θεσπίζει και δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση αυτών, οι οποίες δεν επάγονται άμεση ή έμμεση κατάλυση του ρηθέντος ατομικού δικαιώματος.
Ούτε παραβιάζεται, με τη θέσπιση και εφαρμογή της ανωτέρω δικονομικής διατάξεως, το προστατευόμενο από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και την προαναφερθείσα, υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1), ατομικό δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης, αφού, ως ήδη ανεφέρθη, η οικονομική αδυναμία του διαδίκου, να καταβάλει το σχετικό παράβολο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας, ενώ η ευνοϊκή διάκριση υπέρ του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, που δυνάμει ειδικών νομικών διατάξεων, απαλλάσσονται από την καταβολή τέτοιου παραβόλου, δικαιολογείται, από τον εξυπηρετούμενο, με αυτή, σκοπό γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.
Επομένως, αφού απορριφθεί και ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι κατά παράβαση του άρθρου 236 ΚΠολΔ που ορίζει τον καθοδηγητικό ρόλο του Δικαστηρίου, το Εφετείο είχε τη δυνατότητα και την υποχρέωση πηγάζουσα εκ του άρθρου 116 ΚΠολΔ, "αφού άλλωστε πρόκειται για ένα τυπικό ζήτημα, το οποίο ερευνάται αυτεπαγγέλτως, να διαπιστώσει, μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή του, εάν εκδόθηκε το απαιτούμενο ηλεκτρονικό παράβολο καθώς και την ημερομηνία εκδόσεως αυτού", ως μη νόμιμος, διότι από την υποστηριζόμενη αυτή παράλειψη του Δικαστηρίου δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης και ούτε θα μπορούσε να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το ότι όλες οι διαδικαστικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, ενεργούνται κατά το άρθρο 108 ΚΠολΔ, με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, που εκπροσωπούνται, προς τούτο, από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, οι οποίοι φροντίζουν για την τήρηση των προϋποθέσεων του παραδεκτού της άσκησης αυτών (ΑΠ 995/2020), πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 430/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και της υπ' αριθμ. 144/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου καθώς και τους από 24-1-2023 πρόσθετους λόγους.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ