Legislator Case Law & Legislation
523/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor suspension order, ruling employer must pay wages despite no valid employment contract.

Case Number 523/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the first-instance judgment regarding a labor dispute involving the Halandria Municipality and its employees. The court found that the employer's refusal to pay wages due to a lack of valid employment contracts constituted a procedural error requiring correction. Consequently, the appeal was upheld, the lower court's decision was annulled, and the municipality was ordered to pay the workers their wages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if the employer fails to pay wages to employees during a labor suspension, even when no valid employment contract exists.

Keywords

AI generated
labor suspension wage payment employment contract labor dispute Supreme Court appeal civil procedure municipal liability

Cited Legislation

AI generated
Article 62(a) of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(4) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 523 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 523/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Χαλανδρίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαριλένας Αλεξοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) … και 12) …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράσταση του και δεν κατέθεσε προτάσεις. Αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον 1ο των αναιρεσιβλήτων Κ. Σ., που απεβίωσε (ληξιαρχική πράξη θανάτου 5/10/2020, του Ληξιαρχείου Χαλανδρίου Αττικής) και την συνέχιση της δίκης για τους λοιπούς.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-4-2012 και 19-4-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 299/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8174/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ.δ` ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.

Αν, όμως, ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ` αυτής αποφάσεως, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ένδικα μέσα ασκούνται από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του αποβιώσαντος ή, αντίστοιχα, απευθύνονται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού (ΑΠ 45/2018), όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα.

Ακόμη και αν από παραδρομή ο αποβιώσας μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εμφανίστηκε ως διάδικος στη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η εκδοθείσα απόφαση είναι ανύπαρκτη (ανυπόστατη), ως εκδοθείσα σε δίκη που διεξήχθη κατά ανυπάρκτου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 1 περ.

δ` ΚΠολΔ (ΑΠ 948/2020,ΑΠ729/2019,ΑΠ34/2015, ΑΠ 1954/2009, ΑΠ 1130/2006). Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως είτε ασκείται στο όνομα του αποβιώσαντος είτε απευθύνεται κατ` αυτού είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτης απόφασης, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (πρβλ ΑΠ729/2019 1372/2009).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 8174/2017 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος ΟΤΑ, κατά της υπ` αριθμ. 299/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δίκασε εκ νέου τις αγωγές των εναγόντων, εδώ αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε αυτές εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα εκεί χρηματικά ποσά.

Η αίτηση αυτή παραδεκτώς απευθύνεται κατά των δεύτερου ως και δωδέκατου των αναιρεσιβλήτων, που ήσαν διάδικοι στη δίκη στο Εφετείο. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§ 3 ΚΠολΔ).

Όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Κ. Σ. του Ι., από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο απόσπασμα της υπ` αριθμ....../τόμος. ./2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Χαλανδρίου Αττικής, προκύπτει ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 6-10-2015, ήτοι μετά την έκδοση της 299/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, στις 30-6-2015, και πριν από την άσκηση της με αρ καταθ. 33/22-7-2016 έφεσης του εναγομένου κατά της ανωτέρω αποφάσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 24-2-2017 ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, αν και είχε ήδη αποβιώσει, εμφανίστηκε ως διάδικος στη δίκη και παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βερβεσού, χωρίς να δηλωθεί ότι είχε αποβιώσει και ότι συνεχίζουν τη δίκη οι νόμιμοι κληρονόμοι του με αποτέλεσμα η αναιρεσιβαλλόμενη 8174/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδοθεί σε δίκη που διεξήχθη κατ` ανυπάρκτου προσώπου και να είναι, ως εκ τούτου, αυτή ανύπαρκτη (ανυπόστατη).

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά ανυπόστατης ως προς τον ανωτέρω θανόντα απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος, στερείται εννόμων αποτελεσμάτων η δήλωση του ανωτέρω πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά της παρούσας δίκης, ότι "ο εν λόγω αναιρεσίβλητος απεβίωσε και διεκόπη βιαίως η δίκη ως προς αυτόν" γιατί όπως προαναφέρθηκε η αίτηση αναιρέσεως που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτης απόφασης, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και ως εκ τούτου δεν υπάρχει πλέον στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για τη βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω του θανάτου του αρχικώς εναγομένου - αναιρεσιβλήτου. 3.

Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ στα οποία περιλαμβάνονται και οι ΟΤΑ. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ' αυτών από άκυρη σύμβαση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση ούτε με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 6 του Συντάγματος που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου από αυτά σε μη νομοθετημένη θέση, ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.2190/1994 και 13 του 2130/1993 που απαγορεύουν, εκτός άλλων, στους Δήμους ή Κοινότητες να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, ή για την εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία των ίδιων, πέραν ορισμένου χρονικού διαστήματος, ανά έτος, με κύρωση την μη καταβολή στους παρανόμως απασχολούμενους αποδοχών ή τον καταλογισμό των καταβληθεισών στα αρμόδια προς εκκαθάριση τους όργανα και την δίωξη των υπευθύνων οργάνων τους για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.

Η παρά τις άνω απαγορεύσεις απασχόληση του μισθωτού, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο, όχι δε και λόγο αποκλεισμού της αναζήτησης της ωφέλειας απ αυτόν που εργάσθηκε. (Ολ.ΑΠ 4/2021, Ολ.

ΑΠ 218/1977).

4. Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ` εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ145/2019, ΑΠ 1096/2018).

Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης προϋποθέτει σχέση εργασίας, με βάση έγκυρη σύμβαση εργασίας χωρίς την οποία δεν νοείται υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας. Εάν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη με την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από τον εργαζόμενο μισθωτό ο εργοδότης που δεν αποδέχεται την εργασία του μισθωτού δεν περιέρχεται σε κατάσταση υπηρημερίας, σκοπός και συνέπεια της οποίας είναι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του εργαζόμενου.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, (όπως αυτές ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο πριν την ισχύ του ν.4335/2015,) προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει καμιά αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 305 του ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης.

καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ` ΚΠολΔ και η αναγκαστική προς αυτή συμμόρφωση ανάγεται στη σφαίρα του δικονομικού δικαίου.(ΑΠ 143/2000,ΑΠ 1198/2008). Γι' αυτό και η προσωρινή διαταγή, η οποία δεν περιέχει καμία αυθεντική διάγνωση για την ουσιαστική έννομη σχέση την οποία ρυθμίζει, ούτε για τη νομιμότητα του εκτελεστού τίτλου τον οποίο περιέχει, αν είχε ως περιεχόμενο να εξακολουθήσει ο εργοδότης να δέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου ωσότου εκδοθεί απόφαση για το ασφαλιστικό μέτρο όμοιου αντικειμένου, δεν μπορεί, ως στερούμενη αυθεντικής διάγνωσης του δικαιώματος, να στηρίζει η ίδια την υπερημερία του εργοδότη κατά τροποποίηση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με βάση τις οποίες και θα κριθεί αν αυτός ήταν σε υπερημερία, που αποτελούσε την προϋπόθεση του δικαιώματος του εργαζομένου για τις αποδοχές και άρα τη βάση για την έκδοση της προσωρινής διαταγής. 5.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 3/2020, Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27/1998).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ561αρ.2) το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είχαν όλοι τους συνάψει διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με τον εναγόμενο Ο.Τ.Α., ενώ κάλυπταν διαρκείς ανάγκες του και έτσι με την 1464/9-12-2005 απόφαση του Δ' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π.

κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004 ως εξής: ο Δ. Γ. ως κατηγορίας ΥΕ με ειδικότητα εργάτης πυρασφάλειας, η Π. Δ. ως κατηγορίας ΠΕ με ειδικότητα διοικητικός, ο Φ. Δ. ως κατηγορίας ΔΕ με ειδικότητα υδραυλικός, ο Ν. Θ. ως κατηγορίας ΠΕ με ειδικότητα κηπουρός, ο Γ.

Κ. ως κατηγορίας ΥΕ με ειδικότητα υδραυλικός, ο Α. Κ. ως κατηγορίας ΥΕ με ειδικότητα εργάτης, ο Σ. Κ. ως κατηγορίας ΥΕ με ειδικότητα εργάτης πυρασφάλειας), ο Β. Κ. ως κατηγορίας ΥΕ εργάτης πυρασφάλειας, ο Γ. Μ. ως κατηγορίας ΥΕ εργάτης πυρασφάλειας, ο Ν. Σ. ως κατηγορίας ΥΕ εργάτης και ο Π. Τ. ως κατηγορίας ΥΕ εργάτης πυρασφάλειας .Ότι με την από 22-2-2005 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, που διατάχθηκε επί της από 5-1-2005 και με αρ.

έκθεσης κατάθεσης 24836/2111/17-2-2005 αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, είχε υποχρεωθεί ο εκεί καθ' ου η αίτηση και ήδη εναγόμενος Ο.Τ.Α. να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες, μεταξύ άλλων, και απάντων των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων, και αντίγραφο της προσωρινής αυτής διαταγής επιδόθηκε νόμιμα σε αυτόν (ήδη εναγόμενο) στις 24-2-2005 (σχετ.

η 6.142/24-2-2005 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Γ.). Ότι επί της ανωτέρω αίτησης εκδόθηκε η 472/24-1-2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) που ομοίως υποχρέωσε τον παραπάνω Ο.Τ.Α. να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες των αιτούντων, ήτοι μεταξύ των λοιπών και των ήδη εναγόντων - εφεσίβλητων, και αντίγραφο της απόφασης αυτής επιδόθηκε νόμιμα στον προσωρινά υπόχρεο εναγόμενο Ο.Τ.Α.

την 1-2-2006 (σχετ. η 7.659/1-2-2006 έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω Δικαστικού Επιμελητή).'Ότι από την 1-3-2005 ο ήδη εναγόμενος, ενόψει μη έγκρισης των σχετικών Χ.Ε.Π. από τον αρμόδιο Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είχε παύσει να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που αυτοί προσέφεραν προσηκόντως κατά τις άνω ειδικότητές τους δυνάμει της προαναφερόμενης από 22-2-2005 προσωρινής διαταγής και έτσι αυτοί, όπως και άλλοι μη κατ' έφεση διάδικοι συνάδελφοί τους, με την από 26-5-2005 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 30-5-2005 (σχετ.

η 6.561/30-5-2005 έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω Δικαστικού Επιμελητή) προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, επικαλούμενοι ακριβώς τη μη καταβολή των μισθών των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2005, τη μη καταβολή της αναλογίας επιδόματος Πάσχα για το χρονικό διάστημα από 1-3-2005 έως 30-4-2005 και του μισθού του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Μαΐου 2005.

Ότι την επίσχεση αυτή συνέχισαν μέχρι τις 9-2-2006, οπότε επιδόθηκε στο εναγόμενο η από 8-5-2006 εξώδικη δήλωσή τους περί άρσης της επίσχεσης αυτής (σχετ. η 7.693/9-2-2006 έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω Δικαστικού Επιμελητή). Ότι όμως και την ημέρα εκείνη, ήτοι μέχρι το πέρας της επίδικης χρονικής περιόδου, παρά την προαναφερόμενη απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., δεν προκύπτει ότι για οποιονδήποτε από αυτούς ολοκληρώθηκε η διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 1 του ν. 3320/2005 .Ότι αφού μέχρι τότε δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία αυτή κανένας από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους δεν εργαζόταν με έγκυρη σύμβασης εργασίας στο εναγόμενο, αλλά συνδεόταν με αυτό με (απλή) εργασιακή σχέση όπως άλλωστε κρίθηκε με την τελεσίδικη 6573/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) για τον ήδη πρώτο εφεσίβλητο και με την τελεσίδικη 6716/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) για τους ήδη λοιπούς εφεσίβλητους.

Ότι, επομένως, για την επίδικη χρονική περίοδο της επίσχεσης εργασίας τους, από 30-5-2005 έως 9-2-2006, έχουν αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου για μισθούς της χρονικής αυτής περιόδου, δώρο Χριστουγέννων 2005, επίδομα άδειας 2005, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας 2005 και για αναλογία δώρου Πάσχα 2006.Ότι η αξίωση αυτή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και ο εναγόμενος είναι υπόχρεος στην απόδοση της ωφέλειας που θα αποκόμιζε από την απασχόληση των υπό επίσχεση εργασίας εναγόντων - εφεσίβλητων, η οποία ωφέλεια συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε ο εναγόμενος σε άλλους εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και ικανότητες των εναγόντων για την παροχή εργασίας ίδιας ποιοτικά με την υπό επίσχεση.

Ότι οι ενάγοντες αβασίμως ζητούν αυτή η ωφέλεια να υπολογιστεί με βάση τις επικαλούμενες "συμφωνημένες αποδοχές" τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες κατά τον τελευταίο μήνα διάρκειας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου τους. Ότι λαμβάνοντας υπόψη ότι το εναγόμενο θα έπρεπε να είχε απασχολήσει αντί αυτών εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της αυτής κατηγορίας, αμειβόμενους έτσι.

κατά παραπομπή του άρθρου 2 των από 31-8-2005 και από 5-10-2006 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Ο.Τ.Α." (Π.Κ.Υ.Α.Κ.Π. 94/1-9-2005, με έναρξη ισχύος από 1-1-2005, και 126/6-10-2006, με έναρξη ισχύος από 1-1-2006, αντίστοιχα), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4. 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 15. 16. 17, 18. 20, 23. 24, 25 και 28 του Ν. 3205/2003 (όπως τροποποιημένες ίσχυαν), ο υπολογισμός της αποδοτέας ωφέλειας πρέπει να γίνει πρακτικά σύμφωνα με όσα όριζαν οι παραπάνω διατάξεις του ν. 3205/2003, και ιδίως το άρθρο 7 §§ 2 και 3 αυτού (όπως τότε ίσχυαν) και ιδίως όπως η παρ. 2 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 για τους βασικούς μισθούς του Μ.Κ. 18 της ΥΕ κατηγορίας από 1-1-2005 και με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 για τους βασικούς μισθούς του Μ.Κ.

από 1-1-2006, με αναπροσαρμογή αυτών σε 611,00 και 629,00 ευρώ αντίστοιχα, σύμφωνα με τις κατηγοριοποιήσεις αυτών (εναγόντων - εφεσίβλητων) με την παραπάνω "διαπιστωτική" απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., και μη λαμβάνοντας υπόψη την οικογενειακή κατάσταση εκάστου αυτών. Ότι η αποδοτέα ωφέλεια για το χρονικό διάστημα διάρκειας της επίσχεσης εργασίας τους, από 30-5-2005 έως 9-2-2006 ανέρχεται στα παρακάτω χρηματικά ποσά, τα οποία το εναγόμενο - εκκαλούν υποχρεούται να καταβάλει στους εφεσίβλητους- ενάγοντες ως ακολούθως:

στην Π. Δ. το συνολικό ποσό των 8.986,63 ευρώ, στον Φ. Δ. το συνολικό ποσό των 7.695,71 ευρώ, στον Ν. Θ. το συνολικό ποσό των 9.014.65 ευρώ, και στους λοιπούς Δ. Γ., Γ. Κ., Α. Κ., Σ. Κ., Β. Κ., Γ. Μ., Ν. Σ. και Π. Τ. το συνολικό ποσό των 6.580,13 ευρώ στον καθένα απ' αυτούς νομιμοτόκως από την επίδοση των προγενέστερων αγωγών τους έως εξοφλήσεως.

Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του ότι οι αναιρεσίβλητοι εργαζόμενοι, απασχολούμενοι από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο σε εκτέλεση προσωρινής διαταγής, συνδεόμενοι μ' αυτόν κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης με (απλή) εργασιακή σχέση, έχουν αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του αναιρεσείοντος -εναγόμενου για την επίδικη χρονική περίοδο της επίσχεσης εργασίας τους, από 30-5-2005 έως 9-2-2006, για μισθούς της χρονικής αυτής περιόδου,επιδόματα δώρων, άδειας και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, παραβίασε ευθέως τις στους αρ. 3 και 4 της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες.

Τούτο διότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των αναιρεσιβλήτων - εργαζομένων, συνδεόμενων με απλή σχέση εργασίας με τον αναιρεσείοντα - εργοδότη, δεν κατέστησε υπερήμερο τον τελευταίο για την αποδοχή της εργασίας τους και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα αποχής από την εργασία τους, λόγω της άσκησης δικαιώματος επίσχεσης να πληρώνει στους εργαζόμενους τις αποδοχές τους σαν να εργαζόταν κανονικά αφού η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος προϋποθέτει σχέση εργασίας με βάση έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Ούτε, εξάλλου, η αναγκαστική συμμόρφωση του αναιρεσείοντος εργοδότη στην προσωρινή διαταγή που ανάγεται στη σφαίρα του δικονομικού δικαίου και η σε εκτέλεση αυτής απασχόληση των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων σε περίπτωση επίσχεσης συνεπάγεται υπερημερία του εργοδότη, η οποία κρίνεται με βάση τις αναφερόμενες στον αρ. 4 της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις Υπό τα διαλαμβανόμενα ουδεμία ωφέλεια υφίσταται υπέρ του αναιρεσείοντος ώστε να υπέχει υποχρέωση προς απόδοσή της στους αναιρεσίβλητους, όπως οι τελευταίοι υπολαμβάνουν.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.560 αρ.1 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειάς του, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. 7. Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να ερευνηθεί η έφεση που ασκήθηκε από τον αναιρείοντα -εκκαλούντα - εναγόμενο κατά των εδώ αναιρεσιβλήτων - εφεσιβλήτων -εναγόντων (πλην του Κ. Σ.), να γίνει δεκτή αυτή και κατ'ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκεί εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή των εδώ αναιρεσιβλήτων εναγόντων.

Και, τελικά, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της όλης δίκης μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006. "Κώδικας Δήμων των Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2017 αίτηση αναιρέσεως, καθό μέρος απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου Κ. Σ..

ΑΝΑΙΡΕΙ την 8174/2017 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Χαλανδρίου" κατά της 299/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου.. Εξαφανίζει την 299/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου.

Απορρίπτει την από 19-4-2012 με αρ. εκθ. καταθ. 397/2012 αγωγή των εναγόντων: Δ. Γ. του Σ., Π. Δ. του Γ., Φ. Δ. του Ι., Ν. Θ. του Σ., Γ. Κ. του Ν., Α. Κ. του Α., Σ. Κ. του Χ., Β. Κ. του Π., Γ. Μ. του Β., Ν. Σ. του Κ. και Π. Τ. του Ι.. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ