523/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated523/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π., ενώ δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί απόλυτης αναξιοπιστίας του μάρτυρα αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση και επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει ευθέως και αποκλειστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθ.561 § 1 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 523 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 523/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διακάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 5035/2002 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-6-2005 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 672/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση.
Ακολούθως εκδόθηκαν οι 1142/2008 και 2515/2009 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την 24-9-2009 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1506/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 1142/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.
Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 3938/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-6-2015 αίτησή του και εκδόθηκε η 615/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 23-6-2017 κλήση του αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 8-1-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 615/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 8-6-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της 3938/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Επειδή δεν προέκυπτε ότι είχε επιδοθεί αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης στην μη εμφανισθείσα αναιρεσίβλητη. Ήδη, με την από 23-6-2017 κλήση του αναιρεσείοντος και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Β2 τμήματος το Αρείου Πάγου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, νόμιμα φέρεται σε νέα συζήτηση η ως άνω αίτηση αναίρεσης, καθόσον στην ως άνω κλήση αναφέρεται ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτό πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτησή της τη δικάσιμο της 19-1-2016 , κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της λόγω αποχής των δικηγόρων, είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη και το γεγονός αυτό προκύπτει από τη με επίκληση προσκομιζόμενη υπ’ αριθμόν .../27-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.
Ζ. και τις επισυναπτόμενες σε αυτή με ημερομηνίες 27-10-2015 α) απόδειξης παραλαβής αντιγράφου θυροκολλημένου εγγράφου του αξιωματικού υπηρεσίας του Α. Τ. Μεταμόρφωσης και β) βεβαίωσης αποστολής συστημένης επιστολής προς την αναιρεσίβλητη του Κ. Φ. υπαλλήλου του ταχυδρομικού γραφείου .... Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η αναιρεσίβλητη, μολονότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη συζήτηση κατ’ αυτή της αίτησης αναίρεσης με την επίδοση της ως άνω κλήσης του αναιρσείοντος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμόν ...21-7-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.
Ζ., δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η ένδικη αίτηση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 8-6-2015, μετά την παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προκύπτει τούτο από το με αριθμό …2017 πιστοποιητικό περί καταθέσεων ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών σε συνδυασμό με την .../12-5-2015 έκθεση επίδοσης αντιγράφου της προσβαλλόμενης στην εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.
Ζ., μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ). Με την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση κατά της 268/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και επικυρώθηκε η πρωτόικη απόφαση.
Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 1123/2013, 460/2013).
Με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003) που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, όχι, όμο)ς, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κλπ, (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2234/2014, 117/2013), ούτε τα αποδεικτικά μέσα και οι ισχυρισμοί των διαδίκων ως προς την αποδεικτική τους δύναμη και αξία (πρβλ.
ΑΠ 87/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1° λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη προβάλλεται ότι το Εφετείο, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της τώρα αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με αντικείμενο αξιώσεις του από σύμβαση εξαρτημένη εργασίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν αυτή της μίσθωσης έργου, και όχι εξαρτημένης εργασίας, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων ενάγων, διότι έλαβε υπόψη του την μαρτυρία του Α.
Π., ενώ δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί απόλυτης αναξιοπιστίας του μάρτυρα αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση και επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει ευθέως και αποκλειστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθ.561 § 1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 49/2015). Για την ίδρυση του λόγου τούτου πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (διά τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΑΠ 1711/2008), δηλ.
ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα εξής: Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΟλΑΠ 498/1978, Α.Π 1573/2006). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, επίσης, ως κατ’ ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα άλλα έγγραφα εκτός του επιδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2° λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του, τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν, νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντα ενώπιον αυτού από τον ίδιο, αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις, δικαστικές αποφάσεις κλπ.), για την απόδειξη των παρατιθεμένων εκεί ουσιωδών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος προεχόντως επειδή δεν προσκομίστηκαν οι προτάσεις του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου για να κριθεί από αυτές και μόνο αν έγινε επίκληση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο . Ειδικά δε όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 30-11-2000 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Σ.
Δ. και Σ. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λαμίας Α. Σ. και την από 15-2-1999 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Δ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λαμίας με αριθμό …1999 που ισχυρίζεται ότι προσκόμισε και επικαλέστηκε, είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός, και διότι απο την επισκόπιση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και μάλιστα αναφέρεται ρητά τούτο στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται περαιτέρω το Εφετείο ότι δεν εξετίμησε ορθά τα εκεί προσδιοριζόμενα έγγραφα. Ως προς την ειδικότερη αυτή αιτίαση ο κρινόμενος εδώ λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται με αυτόν ευθέως η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να και να μη καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ελλείψει αιτήματος λόγω της απουσίας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2015 αίτηση με γενικό αριθμό κατάθεσης …2015 του Κ. Μ. για αναίρεση της 3938/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27-2-2018
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα 13-3-2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ