523/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 21602/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2138/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated523/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 3-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι (πρώτος, δεύτερος και τρίτος) της αιτήσεως αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 523 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 523/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ" που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή, ο οποίος ανακάλεσε την από 2/12/2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο Δήμο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κεφαλέα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 21602/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2138/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 5/10/2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 592/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1185/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/6/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 3-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι (πρώτος, δεύτερος και τρίτος) της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 9 παρ. 1α και 11 παρ. 1, 2 του π.δ. 219/1991 προκύπτει, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους, ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από τη διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
α του π.δ. 219/1991, όπως το εδαφ. α’ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 312/1995 (ΑΠ 704/2007). Για την επιδίκαση της αποζημίωσης αυτής το πραγματικό του άρθρου 9 του ως άνω π.δ. θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη"", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμίας συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ. 219/1991, με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 έως 8 και 9 παρ. 3 του ίδιου π.δ. τυπική προϋπόθεση της αποζημιώσεως πελατείας είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Η αξίωση αυτή αποζημιώσεως πελατείας γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο.
Επομένως, παρέχεται η αξίωση αποζημίωσης πελατείας και σε περίπτωση λύσης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και με το χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας, ως ιδιόρρυθμης αξίωσης για αμοιβή, για τη γέννηση της οποίας δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία (ΑΠ 592/2008).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 9 του π.δ 219/1991: "Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α....β. Όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη σύμβαση, εκτός εάν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου...". Από τις ανωτέρω διατάξεις ευθέως προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την αποστέρηση του εμπορικού αντιπροσώπου από το δικαίωμα στην αποζημίωση πελατείας είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας κατόπιν καταγγελίας της από τον ίδιο τον εμπορικό αντιπρόσωπο, εκτός αν η λύση κατόπιν καταγγελίας του εμπορικού αντιπροσώπου οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου, οπότε παρά το ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατήγγειλε τη σύμβαση διατηρεί το δικαίωμα στην αποζημίωση πελατείας.
Αυτονόητο είναι, ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν αφορά την διαφορετική περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας που επέρχεται με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής, οπότε δεν τίθεται από το νόμο, ως προϋπόθεση του σχετικού δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, η υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, που δίκασε, ως δικαστήριο παραπομπής, μετά την 592/2008 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τις ουσιώδεις για την εκτίμηση των προβαλλόμενων αναιρετικών πλημμελειών, ουσιαστικές παραδοχές του, δέχτηκε, ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας, ως εμπορικής αντιπροσώπου και της αναιρεσίβλητης, ως αντιπροσωπευόμενης, λειτούργησαν οι από 8/3/1993, 31/3/1998 και 15/3/1999 συμβάσεις αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου, οι οποίες έληξαν την 31/12/1994 η πρώτη και την 31/12/1999 η δεύτερη και η τρίτη, χωρίς να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενώ από τον Ιανουάριο του 2000 η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκε με άλλη μορφή και συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα ήταν μεταπωλητής εντεταλμένος της αναιρεσίβλητης σε παράλληλο δίκτυο μεταπωλητών της τελευταίας, που αγόραζε τα προϊόντα της με τις συμφωνηθείσες χαμηλότερες τιμές, χωρίς καταβολή κάποιας προμήθειας ή άλλης έκπτωσης.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα, μετά τη λήξη των ανωτέρω ορισμένου χρόνου συμβάσεων, στις 30/7/2001, επέδωσε στη αναιρεσίβλητη την από 23/7/2001 εξώδικη όχληση-καταγγελία, με την οποία κατήγγειλε την προαναφερθείσα από 1/1/1998 μεταξύ τους σύμβαση αντιπροσωπείας για σπουδαίο λόγο, αναγόμενο σε αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, τον οποίο το Εφετείο έκρινε αβάσιμο.
Με βάση δε την αξιολόγηση, ως αβασίμων, των διαλαμβανόμενων στην καταγγελία αυτή ισχυρισμών της αναιρεσείουσας δέχτηκε, ότι ουδεμία υπαιτιότητα φέρει η αναιρεσίβλητη (αντιπροσωπευόμενη) στη λύση των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων και για το λόγο αυτό κρίνοντας ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής που αφορούσε την αξίωση της αναιρεσείουσας για την αποζημίωση πελατείας, απέρριψε τον τρίτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονιόταν για την απόρριψη του κονδυλίου αυτού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο 1) υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 9 του π.δ 219/1991, αξιώνοντας, ως πρόσθετη προϋπόθεση θεμελίωσης του δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου για αποζημίωση πελατείας λόγω λήξεως της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, την ύπαρξη υπαιτιότητας του αντιπροσωπευομένου, καθώς και τις ουσιαστικές διατάξεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, εξαρτώντας τη γέννηση του δικαιώματος αποζημίωσης πελατείας της αναιρεσείουσας από τη βασιμότητα των λόγων της μεταγενέστερης της λήξης των επίδικων συμβάσεων ορισμένου χρόνου και μη ασκούσας ως εκ τούτου έννομη επιρροή καταγγελίας από την αναιρεσείουσα και 2) υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να μη συμμορφωθεί στην αναιρετική 592/2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία, ως προς το νομικό ζήτημα των προϋποθέσεων γέννησης της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, λόγω λύσης της ορισμένου χρόνου συμβάσεως αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής έκρινε, ότι δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία.
Συνεπώς, βασίμως μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεώς της, με τους οποίους αποδίδονται σ’ αυτήν οι αντίστοιχες με τους αρ. 1 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου, επικουρικώς προβαλλόμενου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ’ ουσία και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 1185/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 592/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε μερικώς (για τον από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο) η 2138/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης πελατείας, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, προς περαιτέρω συζήτηση, θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1185/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ