Legislator Case Law & Legislation
523/2016 AI generated

523/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 523/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

523/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν κάποιο ποσό έχει προκαταβληθεί πρέπει να αναγράφεται κάτω από το άθροισμα, να αφαιρείται και να σημειώνεται το συνολικό ποσό του οποίου η πληρωμή επιδιώκεται με την αγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων " ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή δια πάσα εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη ".

Keywords

AI generated
legal representation costs payment of cost deposit contractual consideration counsel fees procedural costs costs of expert opinion
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 523 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 523/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ε. Κ., κατοίκου ... και 2) Δ. Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά - Σοφαντζή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2014 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/9/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 13/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθούν οι πρώτος και τρίτος λόγοι, ως προς αμφότερα τα σκέλη τους, καθώς και ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με την οποίαν ορίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει : α ) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της, β ) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει ότι η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της ( Α.Π. 1611/2008, Α.Π. 187/2006 ).

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποίαν ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής, που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα, μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφό της να αναφέρονται : α ) η συμφωνία περί εντολής και το ύψος της αμοιβής και β ) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια των αναγκαίων, για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υποθέσεως, δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, ενώ δεν απαιτείται να αναφέρεται, ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση, να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας καθώς και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού η αναφορά των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία μόνον στην συμφωνία περί εργολαβίας δίκης ( Α.Π. 374/2007, Α.Π.57/2005 ).

Εξάλλου, από το άρθρο 680 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής ή η έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 216 και πίνακα που να αναγράφει λεπτομερώς τις ζητούμενες αμοιβές ή τις αποζημιώσεις και τα έξοδα. Κάθε εργασία ή πράξη πρέπει να αναγράφεται χωριστά και απέναντί της ιδιαιτέρως η αμοιβή ή η αποζημίωση και τα έξοδα που έχουν καταβληθεί και μετά την απαρίθμησή τους πρέπει να αναγράφεται το άθροισμα των αμοιβών ή των αποζημιώσεων και των δικαστικών εξόδων.

Αν κάποιο ποσό έχει προκαταβληθεί πρέπει να αναγράφεται κάτω από το άθροισμα, να αφαιρείται και να σημειώνεται το συνολικό ποσό του οποίου η πληρωμή επιδιώκεται με την αγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων " ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή δια πάσα εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη ".

Κατά το άρθρο 92 παρ. 1 " τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατόπιν συμφωνίας μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσα είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλη πάσης φύσεως εργασία, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των οριζομένων, στα άρθρα 98 και επόμ.

του ιδίου ως άνω Κώδικα, ελαχίστων ορίων αυτής. Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικρότερης αμοιβής είναι άκυρη ανεξαρτήτως του χρόνου της συνάψεώς της ". Επίσης, κατά το άρθρο 98 παρ.1 και 2 του εν λόγω Κώδικα " ελλείψει ειδικής συμφωνίας το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανομένων, κατά την κρίση του δικαστή ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτής περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

Περαιτέρω, κατά τον προσδιορισμό τούτου η αποτίμηση εκάστης πράξεως και ενέργειας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα των αναφερομένων στα επόμενα άρθρα. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο δικηγόρος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη που κατέβαλε, και αμοιβή, η οποία δεν έχει κανονισθεί με συμφωνία με τον εντολέα του, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια που καθορίζονται από τα άρθρα 98 και επόμ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα παραπάνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς της. Επιπλέον στο άρθρο 124 του ιδίου ως άνω Κώδικα ορίζονται τα ακόλουθα : " 1. Για την σύμπραξη του δικηγόρου προς επίτευξη συμβιβασμού περιλαμβάνουσα όλες εν γένει τις προς τούτο ενέργειες μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών δικαστικών, διοικητικών ή διαιτητικών προς κρίση, είτε μη, το ελάχιστο όριο της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου, αποτιμωμένων εις χρήμα ως εξής :

Μέχρι 1.000 δραχμών και ήδη 2,93 ΕΥΡΩ προς 10%, από 1.001 και ήδη 2,94 ΕΥΡΩ μέχρι 100.000 δραχμών και ήδη 293,47 ΕΥΡΩ προς 7% και από 100.001 δραχμών και ήδη 293,47 ΕΥΡΩ και πέραν 5%. 2. Εκ της, κατά την προηγουμένη παράγραφο, κανονισμένης αμοιβής αφαιρούνται, τα, εις το δικηγόρο, δοθέντα, ως αμοιβή, χρηματικά ποσά, για τις μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσες, από αυτόν, εργασίες, πλην αν αυτά υπερβαίνουν τα ως άνω χρηματικά ποσά της, δια συμβιβασμού, αμοιβής, οπότε καταβάλλεται το ήμισυ των ανωτέρω ποσοστών ".

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ρύθμιση των αμοιβών στον Κώδικα περί Δικηγόρων γίνεται με βάση την θεμελιώδη αρχή της εκ μέρους του δικηγόρου απολήψεως αμοιβής ξεχωριστά για κάθε ενέργειά του, δικαστική ή εξώδικη. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 124 του Κώδικα περί Δικηγόρων καθορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου για την σύμπραξή του προς επίτευξη συμβιβασμού, η οποία περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες που κατατείνουν στον σκοπό αυτόν και αποβλέπει στο να παράσχει στο δικηγόρο αυτοτελή αμοιβή για την σύμπραξή του στον συμβιβασμό είτε η υπόθεση εισήχθη προς δικαστική κρίση, είτε όχι ( Ολ.

Α.Π. 8/2010 ). Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του αξιούμενου δικαιώματος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίον στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. ( Α.Π. 1807/2009 ).

Στην προκειμένη περίπτωση στο δικόγραφο της αγωγής, όπως αυτό παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο ενάγων - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε στην από 10-5-2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ότι σε βάρος των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων ασκήθηκε αγωγή διανομής ακινήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η αξία του αντικειμένου του οποίου ανέρχονταν στο ποσό των 1.500.000 ΕΥΡΩ, ότι στο πλαίσιο της αγωγής αυτής, ως εντολοδόχος των εναγομένων, κατέθεσε προτάσεις τόσο κατά την αρχική συζήτηση, όσο και κατά την μετά από την επανάληψη συζήτησή της, κατόπιν διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ότι περαιτέρω μετά από διαμεσολάβηση και ενέργειες του ιδίου, πριν επέλθει η λύση της κοινωνίας, με εκούσιο πλειστηριασμό, επιτεύχθηκε συμβιβασμός μεταξύ της ενάγουσας και του δευτέρου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, σύμφωνα με τον οποίον ο τελευταίος απόκτησε λόγω πωλήσεως και μεταβιβάσεως το ιδανικό μερίδιο αυτής στο διανεμητέο ακίνητο, έναντι του ποσού των 200.000 ΕΥΡΩ, ότι οι εναγόμενοι αρνούνται να καταβάλουν την προβλεπομένη, από τα οικεία άρθρα του Κώδικα περί Δικηγόρων, ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του, τόσο για τις ανωτέρω διαδικαστικές πράξεις πριν από τον συμβιβασμό, όσο και για τον επιτευχθέντα συμβιβασμό.

Με βάση τα προαναφερόμενα ζήτησε ο ενάγων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, το συνολικό ποσό των 45.000 ΕΥΡΩ, το οποίο αναλύεται σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς για την αμοιβή και για την σύνταξη των προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση και σε ποσοστό 1% επί του αντικειμένου της διαφοράς για την αμοιβή του για την σύνταξη των προτάσεων κατά τη δεύτερη, μετ’ απόδειξη συζήτηση και να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος, να του καταβάλει το ποσό των 4.000 ΕΥΡΩ, ως αμοιβή του για την σύμπραξή του στην επίτευξη του συμβιβασμού στο ποσό των 200.000 ΕΥΡΩ με τους νομίμους τόκους.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον μνημονεύονται όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του δικογράφου αυτής στοιχεία ( άρθρα 118, 119 και 216 του Κ.Πολ.Δ. ) και συγκεκριμένα η εντολή που δόθηκε στον ενάγοντα δικηγόρο, η συμφωνία περί αμοιβής με βάση τα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων ( άρθρα 98 και επόμ. ), η εκτέλεση των συγκεκριμένων νομικών ενεργειών του ενάγοντος και η οφειλομένη, για κάθε πράξη, αμοιβή.

Τέλος, στην αγωγή εκτίθενται αναλυτικά εκάστη επιμέρους ενέργεια του ενάγοντος σε κάθε υπόθεση και η οφειλομένη αμοιβή γι’ αυτήν, σε τρόπο ώστε να πληρούται η απαίτηση του νόμου περί υπάρξεως πίνακα στην αγωγή, στον οποίον να αναγράφονται λεπτομερώς οι απαιτούμενες αμοιβές και τα έξοδα ( άρθρο 680 του Κ.Πολ.Δ. ).

Επομένως το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας που έκρινε την πιο πάνω αγωγή, ως επαρκώς ορισμένη, ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτο και οι περί του αντιθέτου, πρώτος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. και κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δ. όπως οι παρ. 2 και 3 αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 25 παρ. 2 του Νόμου 3994/2011 ( Φ.Ε.Κ. Α’ /165/25-7-2011 ). 1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά την μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα, που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζητήσεως. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. 2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν, με την εξαίρεση των περιπτώσεων ειδικών διαδικασιών, στις οποίες προβλέπεται συντομότερη προθεσμία κλητεύσεως.

Οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν σημείωμα πέντε ( 5 ) ημέρες πριν από τη δικάσιμο μόνον για τα θέματα που θα συζητηθούν.... 3. Η κατά την προηγουμένη παράγραφο επαναλαμβανόμενη συζήτηση πρέπει να ορίζεται σε μία από τις πρώτες δικασίμους μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ( 30 ) ημερών από την κλήτευση.

Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Περαιτέρω, η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται κατά το άρθρο 254 παρ. 1, εδ. γ του Κ.Πολ.Δ. συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο, ως εκ τούτου δε, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 254, 271 επόμ.

και 280 του Κ.Πολ.Δ., εάν κάποιος παρέστη κανονικά κατά την προηγουμένη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, όπως και στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλαδή δεν παρέστη στην αρχική αλλά μόνον στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δικάζεται κατ’ αντιμωλία. Εκ του λόγου ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται, θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης παρέπεται ότι κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων εγγράφων προτάσεων.

Οι έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Αυτό έχει ως συνέπεια όσα ο διάδικος επικαλέσθηκε και προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της προηγουμένης συζητήσεως θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, έστω και αν κατ’ αυτήν δεν κατέθεσε προτάσεις ο διάδικος ή αν κατά την επαναλαμβανόμενη αυτήν συζήτηση κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε και εκείνες της προηγουμένης συζητήσεως ( Α.Π. 1589/2009 ).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν παραβιάσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση ( Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του και κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη : Μεταξύ των εναγομένων και της αμφιθαλούς αδελφής τους υπήρξε μακροχρόνια δικαστική διαμάχη για την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της αδελφής τους επί ενός ακινήτου ευρισκομένου εντός της πόλεως της Καλαμάτας και επί της οδού ....

Μετά από δικαστική διαμάχη επί της από 20-7-1993 αγωγής της τελευταίας εναντίον των νυν εναγομένων εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ. 234/1994 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και στην συνέχεια η υπ’ αριθμ. 70/2005 οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποίαν έγινε δεκτή η αγωγή.

Στην συνέχεια ασκήθηκε έφεση κατά της παραπάνω οριστικής αποφάσεως, η οποία και απορρίφθηκε. Ακολούθως, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης, μεταξύ των αδελφών, αντιδικίας, η Α. Κ. άσκησε σε βάρος των νυν εναγομένων την από 26-12-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/1-2-2007 αγωγή διανομής ακινήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποίαν, αφού πλέον είχε αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα, είχε ζητήσει την λύση της μεταξύ τους κοινωνίας, ώστε να γίνει η σύσταση οροφοκτησίας ή διαφορετικά να γίνει η πώλησή του με εκούσιο πλειστηριασμό.

Για την ευόδωση της εντολής αυτής, ο ενάγων, κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 51/2008 μη οριστική απόφαση, παρέστη ως πληρεξούσιος των εναγομένων και κατέθεσε τις από 11-10-2007 προτάσεις τους, υπογεγραμμένες από τον ίδιο. Κατόπιν της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την πιο πάνω μη οριστική απόφαση και διενεργήθηκε με την επιμέλεια του τελευταίου, ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 92/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που διέταξε την λύση της κοινωνίας του ακινήτου με εκούσιο πλειστηριασμό.

Κατά τη, μετά από την επανάληψη, συζήτηση, ο ενάγων εκ νέου εκπροσώπησε τους εναγομένους και κατέθεσε προτάσεις. Στην συνέχεια δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ο ενάγων δικαιούται αμοιβής για τις παραπάνω διαδικαστικές πράξεις και ειδικότερα για την κατάθεση προτάσεων, τόσο κατά την αρχική, όσο και κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 107 παρ. 1 και 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 100 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, διότι, εφόσον δεν είχε προηγηθεί καμία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την καταβαλλομένη στον ενάγοντα αμοιβή, ως εντολοδόχου, εφαρμόζονται, ως προς αυτήν, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Εξάλλου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, σύμφωνα με τα όσα ήδη προελέχθησαν ότι ο δικηγόρος, εκτός από την αμοιβή του για την επίτευξη του συμβιβασμού δικαιούται και την αμοιβή του για τις ενέργειες στις οποίες προέβη μέχρι την επίτευξη του συμβιβασμού και δη τα ελάχιστα όρια αμοιβής ( Ολ. Α.Π. 6/2010 ).

Στην προκειμένη περίπτωση η αμοιβή του θα υπολογισθεί με βάση τα όσα ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 107 παρ. 1 και 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 100 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων και με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς. Η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανερχόταν στο ποσό των 1.100.000 ΕΥΡΩ.

Είναι η αξία την οποίαν υπολόγισε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν. Βεβαίως η ενάγουσα Α. Κ., στην αγωγή της, είχε υπολογίσει την αξία του αντικειμένου της διαφοράς στο ποσό των 1.500.000 ΕΥΡΩ, η οποία ωσαύτως δεν είχε αμφισβητηθεί από κανέναν. Έτσι η αμοιβή του ενάγοντος στην παρούσα υπόθεση θα υπολογισθεί με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, όπως την καθόρισε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την υπ’ αριθμ. 92/2010 οριστική απόφασή του, την οποίαν κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, την καθόρισε στο ποσό των 1.100.000 ΕΥΡΩ.

Έτσι δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η αμοιβή του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 1.100.000 ΕΥΡΩ Χ 2% = 22.000 ΕΥΡΩ για την σύνταξη των προτάσεων της πρώτης συζητήσεως και στο ποσό των 11.000 ΕΥΡΩ για τις προτάσεις της μετ’ απόδειξη συζητήσεως και συνολικά στο ποσό των 33.000 ΕΥΡΩ. Ακόμη δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ο ενάγων έλαβε από τους εναγομένους, δια χειρός της μάρτυρος ανταποδείξεως Β.

Κ., το ποσό των 1.700 ΕΥΡΩ για τις παραπάνω αναφερόμενες συζητήσεις της σε βάρος τους ασκηθείσας αγωγής διανομής, με αποτέλεσμα να δεχθεί την ένσταση εξοφλήσεως που προτάθηκε πρωτοδίκως και που επαναφέρθηκε, ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, ως και ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει, να αφαιρέσει από το ποσό των 33.000 ΕΥΡΩ αυτό των 1.700 ΕΥΡΩ και να επιδικάσει υπέρ του ενάγοντος το ποσό των 31.300 ΕΥΡΩ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλαδή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται ιδιαίτερης αμοιβής για την κατάθεση προτάσεων ποσού 11.000 ΕΥΡΩ κατά την μετ’ επανάληψη συζήτηση της υποθέσεως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 1 και 2 σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., με την οποίαν ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην, περί δικαίου και ηθικής, αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνον η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργείται ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες.

από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., αρχές διότι δημιουργεί δυσανάλογη, προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου ( Ολ. Α.Π. 8/2001 ). Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημοσίας τάξεως, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 92 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν.Δ/μα 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποίαν ορίζεται ο τρόπος καθορισμού του ελαχίστου ορίου της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του ( Ολ.

Α.Π. 33/2005 και Α.Π. 34/2005 ). Ειδικότερα : α ) κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποίαν κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, β ) κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του προαναφερομένου Κώδικα ( όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδαφίου β αυτής, με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Νόμου 1093/1980 ) η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία όμως περίπτωση, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από το άρθρο 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξαρτήτως από τον χρόνο συνάψεώς της.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνον στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι, η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για την λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 και επόμ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανεξαρτήτως από τον χρόνο συνάψεώς της ( πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας ) και τη μορφή υπό την οποίαν συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 454 του Α.Κ., ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη ( άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. ). Ο δικηγόρος, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα, από το νόμο, οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί να αντιτάξει κατά της απαιτήσεώς του, ότι έχει συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη ( Α.Π. 259/2011 ).

Περαιτέρω, από το άρθρο 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος ( Ολ.

Α.Π. 32/1996, Α.Π. 473/2009 ). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο, έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο ( Ολ.

Α.Π. 32/1996, Α.Π. 1739/2013 ). Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το υπαγωγικό σφάλμα, ενώ είναι αυτονόητο, ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας ( Α.Π. 811/2013 ).

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του αξιούμενου δικαιώματος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίον στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. ( Α.Π. 1807/2009 ).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, κατ’ ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αιτιώνται το Εφετείο για την ως αόριστη απόρριψη της ενστάσεως του άρθρου 281 του Α.Κ., την οποίαν πρόβαλαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, αναφέροντας ότι για την σύνταξη προτάσεων έξη ( 6 ) σελίδων ήταν εξαιρετικά μεγάλο το ποσό των 3.300 ΕΥΡΩ, που ζήτησε και έλαβε από αυτούς ο αναιρεσίβλητος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού τους πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνιστούν ιδιαίτερες περιστάσεις και τα οποία να ανάγονται στην συμπεριφορά τόσον αυτών των ιδίων, όσον και του αναιρεσιβλήτου συνδεόμενα αιτιωδώς και από τα οποία να προκύπτει ότι δημιουργήθηκε σ’ αυτούς η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί η ένδικη αξίωση.

Συνεπώς το Εφετείο που απέρριψε, με την προσβαλλομένη απόφαση, τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό ( 281 του Α.Κ. ) ως αόριστο, ορθώς κήρυξε απαράδεκτο και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά το Νόμο 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ( Ολ.

Α.Π. 2/2008 ). Ωστόσο, καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική επιβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος μόνο αναφερόμενα μέσα. Μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.

γ του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως. Τέλος, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ., τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως η αγωγή και οι προτάσεις ( Α.Π. 710/2015 ), καθώς και τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου ( Α.Π. 224/2015 ).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς τους από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. προσάπτουν στο Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε στην έφεσή τους ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος κατά την συζήτηση της εφέσεώς τους και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του :

α ) την υπ’ αριθμ. 92/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, β ) την από 4-4-2011 εξώδικη πρόσκληση την οποίαν απηύθυνε αυτός προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, γ ) την ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη και στην συνέχεια η προσβαλλομένη απόφαση, δ ) τα πρακτικά της δίκης που περιείχαν την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Β.

Κ. και ε ) τις, στον πρώτο βαθμό της δίκης, κατατεθείσες προτάσεις τους. Ο λόγος αυτός ως προς τις α και β περιπτώσεις είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.

Ο ίδιος λόγος, ως προς τις γ, δ και ε περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος και τούτο διότι τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως η αγωγή και οι προτάσεις δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ., όπως επίσης δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα τα πρακτικά της δίκης, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα.

Τέλος, όσον αφορά την προβαλλομένη, με το σχετικό μέρος του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τα προαναφερθέντα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προεκτεθέν κεφάλαιο που αναφέρεται στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Μονομελές Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή ( άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. ).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός από τους διαδίκους ( άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δ. ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό κεφάλαιο την υπ’ αριθμ. 20/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος της στο ίδιο Μονομελές Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων ( 900 ) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ