Legislator Case Law & Legislation
523/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of claim for unjust enrichment and damages regarding property overvaluation.

Case Number 523/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting a claim for unjust enrichment and damages. The appellant argued that the property's value was significantly undervalued due to currency devaluation and construction work, but the court found the appellate court's reasoning sound. The court ruled that the parties had agreed on the overvaluation amount in the contract, rendering the appellant's post-contractual objections ineffective under Article 288 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 288, 559, 176, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appellate court's finding that parties agreed on an overvaluation amount precludes the application of Article 288 of the Civil Code for subsequent claims of unjust enrichment based on currency devaluation.

Keywords

AI generated
unjust enrichment claim property overvaluation currency devaluation agreed overvaluation appellate review civil procedure appeal damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 288 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 523 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 523/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Παγκρήτια Ανώνυμη Εταιρεία Μεταφορών, Βομηχανικών, Τουριστικών & Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων ΤΡΑΝΣ ΕΥΡΩΚΡΕΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ ΑΕ" ως καθολικής διαδόχου της ανωνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΤΒΑ ΑΕ) που εδρεύει στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4941/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5091/2006 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκαν δυο αναιρέσεις που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 1408/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 4510/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 1-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4510/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδίκασε εφέσεις της ήδη αναιρεσίβλητης και της μη διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. κατά της 4941/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως προς την κύρια βάση η από 3-7-2001 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., ως καθολικής διαδόχου της αρχικής εναγομένης ΕΤΒΑ Α.Ε., για την καταβολή ποσού 190.767,76 ευρώ το μεν ως αδικαιολογήτου πλουτισμού, το δε ως αποζημίωσης από αδικοπραξία. Το Εφετείο, δικάζοντας μετ' αναίρεση και συμμορφούμενο προς την 1408/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε ως απαράδεκτη, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, την έφεση της Τράπεζας Πειραιώς και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε δε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση και ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του μόνο τα επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ, υποχρεούται πάντως το δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα και επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 544/2005 - ΑΠ 1137/2001).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα επικαλείται: Ότι η παράσταση της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., ως καθολικής διαδόχου της αρχικής εναγομένης ΕΤΒΑ Α.Ε., κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 24-3-2004 δεν ήταν νόμιμη, γιατί είχε ολοκληρωθεί ήδη από 24-6-2003 η καθολική διαδοχή της ΕΤΒΑ Α.Ε.

από την αναιρεσίβλητη, και κατά συνέπεια η τελευταία δικάσθηκε πρωτοδίκως ωσεί παρούσα, κατ' άρθρο 270 παρ. 1 ΚΠολΔ, με περαιτέρω συνέπεια οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο από την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη, όπως επίσης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του δικαστηρίου της μάρτυρος Χ.

Α., που προτάθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς, δηλαδή από νομικό πρόσωπο που δεν είχε αποκτήσει νόμιμα την ιδιότητα του διαδίκου. Ότι επισήμανε το γεγονός αυτό με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, που δίκασε την υπόθεση μετ' αναίρεση, και τις οποίες κατέθεσε εμπρόθεσμα, δηλαδή πριν 20 ημέρες από τη δικάσιμο, και στις οποίες ρητά δήλωσε ότι δεν αναφέρεται στην κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος και ότι μόνο χάριν της πληρότητας του φακέλου προσκόμισε τα πρακτικά της δίκης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή περιείχαν την ανωμοτί κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της.

Ότι ενόψει όλων αυτών το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του τη μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρος προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη μάρτυς προτάθηκε προς εξέταση από τρίτο, μη διάδικο πρόσωπο.

Από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει αφενός μεν ότι και η ίδια αποδέχθηκε ότι η Τράπεζα Πειραιώς είναι καθολική διάδοχος της αρχικής εναγομένης ΕΤΒΑ Α.Ε. και δεν πρόβαλε αντιρρήσεις για την παράστασή της, αφετέρου δε με την προσθήκη των προτάσεών της προέβη στην αξιολόγηση της μαρτυρικής καταθέσεως της Χ.

Α., η οποία εξετάσθηκε στο ακροατήριο με πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., οι όποιες δε αντιρρήσεις αυτής για την εξέτασή της προβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που δίκασε μετ' αναίρεση, και μετά την επίλυση με την 1408/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου του νομικού ζητήματος ότι από την ίδρυση και καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της αναιρεσείουσας, προς την οποία έγινε εισφορά δυνάμει ρητής διατάξεως νόμου του κλάδου των βιομηχανικών περιοχών, επήλθε ως προς αυτήν και όχι ως προς την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.

καθολική διαδοχή σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΕΤΒΑ Α.Ε. σχετικά με τις βιομηχανικές περιοχές, και κατά συνέπεια η κατάθεση προτάσεων από την Τράπεζα Πειραιώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η πρόταση προς εξέταση στο ακροατήριο ως μάρτυρος της Χ. Α. δεν ήταν απαράδεκτη, και συνακόλουθα ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε νομίμως, και ειδικότερα την ανωμοτί εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της Ε. Λ. ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ούτε προκύπτει αδιστάκτως από την απόφαση ότι έλαβε υπόψη την περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως του ακινήτου της εκ μέρους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., καθώς και την από 17-10-2000 επιστολή της προς την ΕΤΒΑ Α.Ε., με την οποία καθιστούσε σ' αυτήν γνωστή την ύπαρξη υψηλότερης προσφοράς για την αγορά του ακινήτου της εκ μέρους της εταιρείας "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ - ΠΕΝΤΕΛΗΣ ΑΕΒΕ".

Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό 26445/26-2-2003 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίας Αλ.

Μαλεφάκη και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και: α) την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανωμοτί κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας - αναιρεσείουσας Ε.

Λ., η οποία δεν αποτελεί εξέταση διαδίκου, κατά την έννοια του άρθρου 415 ΚΠολΔ, από μόνο το λόγο ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, αφού η εξέταση διαδίκου προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα αποδεικτέα γεγονότα δεν αποδείχθηκαν ή ότι αποδείχθηκαν ατελώς και ότι υπάρχει ανάγκη εξετάσεως των διαδίκων, κρίση η οποία δεν υπάρχει στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, β) την με αριθμό 775/2000 περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως του επίμαχου ακινήτου, το οποίο πλειστηριαζόταν με επίσπευση της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., και γ) την από 17-10-2000 αίτηση της ενάγουσας προς την ΕΤΒΑ Α.Ε.

για συναίνεση της τελευταίας προς μεταβίβαση τούτου στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ - ΠΕΝΤΕΛΗΣ ΑΕΒΕ", και κατά συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ότι δεν συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις, τυγχάνουν αβάσιμες.

Σύμφωνα με το άρθρο 540 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή, πριν δηλαδή την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πωλήσεως είτε τη μείωση του τιμήματος.

Η κατά το άρθρο αυτό δήλωση του αγοραστή περί αναστροφής, η οποία δεν υποβάλλεται σε τύπο, επιφέρει από την περιέλευσή της στον πωλητή τα από το άρθρο 547 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, αποτελέσματα της υποχρεώσεως του αγοραστή για απόδοση του πράγματος και του πωλητή για επιστροφή του τιμήματος με τόκο.

Αν ο πωλητής αποδεχθεί τη δήλωση υπάρχει συμβατική αναστροφή της πωλήσεως, ενώ αν δεν την αποδεχθεί, τότε ο αγοραστής μπορεί να εγείρει αγωγή και να ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος για την άσκηση της δηλώσεως αναστροφής και να υποχρεωθεί εντεύθεν ο πωλητής να του αποδώσει το τίμημα (ΑΠ 733/2001).

Η τελευταία αυτή διάταξη έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου όχι μόνο επί αναστροφής με τη στενή έννοια της πωλήσεως, ως ανωτέρω, (άρθρο 540 ΑΚ), η οποία επιφέρει ανατροπή της συμβάσεως εξ υπαρχής, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση, κατά την οποία από οποιοδήποτε λόγο συμφωνήθηκε μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή η εξ υπαρχής ακύρωση ή άρση της πωλήσεως.

Τέτοια όμως ανατροπή της πωλήσεως δεν επιφέρει η συμφωνία για την καταβολή υπερτιμήματος μεταξύ πωλητή και αγοραστή, η οποία συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ώστε να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την αναστροφή της πωλήσεως, στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται στην αγωγή ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους και η εξ υπαρχής ακύρωση ή άρση της πωλήσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, μόνη η συμφωνία για την καταβολή υπερτιμήματος δεν επιφέρει και αναστροφή της πωλήσεως του πράγματος, η οποία παραμένει έγκυρη και ισχυρή, σύμφωνα με τις πιο πάνω ισχύουσες αρχές από το άρθρο 361 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση από το άρθρο 547 ΑΚ, με το αιτιολογικό ότι η συμφωνία για την καταβολή υπερτιμήματος μεταξύ πωλητή και αγοραστή, η οποία συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), δεσμεύει τους συμβληθέντες και όταν ζητείται η αναπροσαρμογή του τιμήματος με βάση τις αρχές του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών και η εξ υπαρχής ακύρωση ή άρση της πωλήσεως, και συνακόλουθα δεν επέρχεται εξ υπαρχής ανατροπή της συμβάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, μόνη η συμφωνία για την καταβολή υπερτιμήματος δεν επιφέρει και αναστροφή της πωλήσεως του πράγματος, με αποτέλεσμα η σύμβαση να παραμένει έγκυρη και ισχυρή.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 547 ΑΚ και ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, σύμφωνα με τον νόμο, για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ενστάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως ισχυρίζεται ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της ανάγκης αναπροσαρμογής της παροχής της στο προσήκον ύψος, καθώς και για το ζήτημα αποκλεισμού εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 919 ΑΚ, γεγονός ουσιώδες, αφού καταλύει την υποχρέωσή της για δήλωση επιφυλάξεως των δικαιωμάτων της πριν ή κατά τη σύναψη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ένδικου ακινήτου ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ.

Ωστόσο, ως προς τη βάση της ένδικης αγωγής, η οποία στηρίζεται στη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών από το χρόνο αγοράς του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσείουσα μέχρι το χρόνο πωλήσεώς του στην εταιρεία με την επωνυμία "…", και συγκεκριμένα στη σημαντική υποτίμηση της δραχμής έναντι όλων των κυριότερων ξένων νομισμάτων και στη ραγδαία μείωση της αγοραστικής της αξίας, η εναγομένη - αναιρεσίβλητη με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου εφέσεώς της αντέταξε:

Ότι η αύξηση της τιμής πωλήσεως του επίδικου ακινήτου από την ΕΤΒΑ Α.Ε. από 430 δρχ./μ2 το 1980 σε 10.600 δρχ./μ2 το 2000 οφείλεται: α) στην πάροδο μιας ολόκληρης 20ετίας και β) στην αξιοποίηση της ΒΙ.ΠΕ. από την ΕΤΒΑ Α.Ε. με δικά της μέσα και δαπάνες. Ειδικότερα δε ότι στην εικοσαετία αυτή χάρις στα δικά της έργα η βιομηχανική περιοχή αναβαθμίσθηκε με την κατασκευή έργων υποδομής και την πώληση των γηπέδων της ΒΙ.ΠΕ.

σε αξιόλογους αγοραστές. Το Εφετείο δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό, που αποτελούσε αιτιολογημένη άρνηση της προαναφερόμενης βάσεως της αγωγής και όχι καταλυτική ένσταση αυτής, -και γι' αυτό, αντιθέτως προς τα όσα προβάλλονται στον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, στερείται σημασίας, για το ορισμένο ή αόριστο του ισχυρισμού, το γεγονός ότι δεν αναφέρονται ειδικότερα ποια έργα έκανε η ΕΤΒΑ Α.Ε.

για να κριθεί η συμβολή της στην άνοδο της αξίας του ακινήτου-, και έκρινε ουσιαστικά βάσιμα τα περιστατικά της αιτιολογημένης αυτής αρνήσεως της εναγομένης και τα χρησιμοποίησε ως επιχείρημα για την απόρριψη κατ' ουσίαν των αγωγικών ισχυρισμών της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, και συγκεκριμένα: ότι η αρχικά εναγομένη Τράπεζα ΕΤΒΑ Α.Ε., εκμεταλλευόμενη την εξουσιαστική της θέση απέναντί της, (δεδομένου ότι η μεταβίβαση του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος της ιδιοκτησίας της εξαρτάτο από τη συναίνεσή της), αλλά και την άμεση και αδήριτη ανάγκη της να προβεί στην πώλησή του, (αφού λόγω της απαλλοτριώσεως το ακίνητο που απέμεινε κατέστη άχρηστο για το σκοπό που το είχε αποκτήσει, ενώ ταυτόχρονα κινδύνευε να εκπλειστηριασθεί από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.), της επέβαλε να το πωλήσει στην εταιρεία "….", με προφανή σκοπό να ευνοήσει επιχειρηματικά την τελευταία, ενώ γνώριζε ότι ζημιώνεται η αναιρεσείουσα, απορρίπτοντας την υψηλότερη προσφορά της εταιρείας "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ - ΠΕΝΤΕΛΗΣ ΑΕΒΕ", χωρίς αυτό να δικαιολογείται από οποιοδήποτε αποδεκτό από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμφέρον της.

Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε πως η αναιρεσείουσα ήδη από το 1991 επιδίωκε να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο, και γι' αυτό ζήτησε με σχετικό έγγραφό της προς τη διοίκηση της ΕΤΒΑ Α.Ε. να αγοράσει η Τράπεζα και πάλι το οικόπεδο στην τρέχουσα τιμή, λόγω δε των σημαντικών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε εκδήλωσε και πάλι την επιθυμία να το πωλήσει τον Ιούλιο 1999, δηλαδή πριν επιβάλει σ' αυτό κατάσχεση η ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., έχοντας μάλιστα καταρτίσει και σχετικό προσύμφωνο πωλήσεως με εταιρεία της επιλογής της, ενώ για την επικείμενη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου ακολούθησε τη διαδικασία συναινέσεως της ΕΤΒΑ Α.Ε., που προβλεπόταν στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1980, ζητώντας και διευκρινίσεις για το ακριβές περιεχόμενο της λέξεως "ΥΠΕΡΤΙΜΗΜΑ", πώληση η οποία ωστόσο ματαιώθηκε.

Την αυτή διαδικασία ακολούθησε και κατά τη μεταβίβαση τελικά του εν λόγω ακινήτου στην εταιρεία "….". Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η ΕΤΒΑ Α.Ε.απέκρουσε αδικαιολόγητα την πλεονεκτικότερη προσφορά της εταιρείας "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ - ΠΕΝΤΕΛΗΣ ΑΕΒΕ", γιατί δήθεν ήθελε να ευνοήσει την εταιρεία "….", με το αιτιολογικό ότι δεν αποδείχθηκε πως η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε την προσφορά αυτή στην ΕΤΒΑ Α.Ε., ούτε ότι ζήτησε από αυτή να συναινέσει στην πώληση προς την εταιρεία αυτή, όπως είχε πράξει με τις προηγούμενες προσφορές, δεδομένου ότι η ίδια η ενάγουσα - αναιρεσείουσα είχε συμφωνήσει με την εταιρεία "…." την πώληση του ακινήτου και το τίμημα αυτού και όταν της έγινε η καλλίτερη πρόταση από την άλλη εταιρεία είχαν περατωθεί ήδη οι διαπραγματεύσεις και η ΕΤΒΑ Α.Ε.

είχε εγκρίνει τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην εταιρεία αυτή, έκρινε δε περαιτέρω ότι με βάση τα πιο πάνω περιστατικά η συμπεριφορά της ΕΤΒΑ Α.Ε. δεν ήταν αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και κατά συνέπεια δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής του άρθρου 919 ΑΚ. Από την επισκόπηση περαιτέρω της ίδιας αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα τη σοβαρή υποτίμηση του νομίσματος ως καθοριστικού παράγοντα για τη διαμόρφωση του ύψους του υπερτιμήματος του επίδικου ακινήτου, ούτε την εκ μέρους της αναιρεσείουσας εκτέλεση διαφόρων έργων τα οποία συνέβαλαν στην αύξηση της τιμής του, αλλά αντιθέτως δέχεται ότι το υπερτίμημα που κατέβαλε αυτή στην ΕΤΒΑ Α.Ε.

δεν ήταν υπέρογκο, ώστε να είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή του, αλλά τούτο προσδιορίσθηκε με συμφωνία μεταξύ τους, όπως είχε συνομολογηθεί με το συμβόλαιο αγοράς του, χωρίς η ενάγουσα - αναιρεσείουσα να διατυπώσει καμιά επιφύλαξη ή αντίρρηση ως προς αυτό (υπερτίμημα) τόσο κατά την κατάρτιση του συμβολαίου πωλήσεώς του, αλλά ούτε και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε η επικαλούμενη εκ μέρους της μετά την ολοκλήρωση της συμβάσεως πωλήσεως, δηλαδή μετά την υπογραφή του συμβολαίου και την καταβολή του υπερτιμήματος στην ΕΤΒΑ Α.Ε., επιφύλαξη αυτής, που διατυπώθηκε με επίδοση στην ως άνω Τράπεζα σχετικής εξώδικης δηλώσεως, δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα και για το λόγο αυτό δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.

Κατά συνέπεια, ο περαιτέρω προβαλλόμενος ισχυρισμός εκ μέρους της αναιρεσείουσας ότι η παραδοχή του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση πως η αύξηση της αξίας του οικοπέδου μεταξύ των ετών 1980 και 2000 οφείλεται κυρίως στην εκτέλεση έργων από πλευράς ΕΤΒΑ Α.Ε. δεν αποκλείει ρητά τη σημαντική υποτίμηση της δραχμής ως παράγοντα που δικαιολογεί την αιτούμενη αναπροσαρμογή της παροχής της στο προσήκον ύψος, πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι υπήρξε έδαφος εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, παραδοχή που ρητά αποκλείσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω.

Από τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τυγχάνουν αβάσιμα.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ

Απορρίπτει την από 11-10-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Παγκρήτια Ανώνυμη Εταιρεία Μεταφορών, Βιομηχανικών, Τουριστικών & Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων ΤΡΑΝΣ ΕΥΡΩΚΡΕΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στο … και τελεί υπό εκκαθάριση, για αναίρεση της 4510/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ