523/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι οι υπό στοιχεία 3, 5, 8, 12, 14, 16, 18 αναιρεσείουσες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 30/11/2011 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 3134/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated523/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση, με την οποία προσεπικάλεσε τον ήδη αναιρεσίβλητο ΟΑΠ/ΔΕΗ, ως δικονομικό εγγυητή, ο οποίος, εντέλει, προσήλθε στη δίκη και , με δήλωση που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, άσκησε πρόσθετη, υπέρ της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ΔΕΗ, παρέμβαση.
Full text
Απόφαση 523 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 523/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., έως και 18) Σ. Ψ. του Ι., κατοίκου ... .
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ" (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), με τη σειρά του καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" (Ο.Α.Π./Δ.Ε.Η.) το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λούβρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 1, 2, 4, 6, 7, 9, 10, 11, 13, 15, 17, αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 3, 5, 8, 12, 14, 16, 18 αναιρεσείουσες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι οι υπό στοιχεία 3, 5, 8, 12, 14, 16, 18 αναιρεσείουσες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 30/11/2011 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 3134/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17/4/2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 603/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3134/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30/11/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 17/5/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30/11/2011 αιτήσεως των Αλεξάνδρας Γεωργιάδου κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3134/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δικ., τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο στον άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο, πρέπει να φέρουν - (μεταξύ των άλλων) την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου του ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου. Η υπογραφή απαιτείται προς εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου. Η τήρηση, εξάλλου, της διάταξης αυτής δεν τάσσεται από το νόμο με ποινή ακυρότητας του σχετικού δικογράφου, εφόσον από άλλα στοιχεία προκύπτει με βεβαιότητα το πρόσωπο το οποίο καταθέτει το σχετικό δικόγραφο και εξασφαλίζεται έτσι η γνησιότητα αυτού. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 666 παρ. I, 94 παρ. 2 και 115 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., στην ειδική διαδικασία των άρθρων 63 επ. (εργατικές διαφορές) δεν είναι αναγκαίο να παρίσταται ο διάδικος με πληρεξούσιο δικηγόρο, αφενός και αφετέρου, δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων και, συνεπώς, η μη κατάθεσή τους, δεν συνεπάγεται (δικονομική) απουσία του διαδίκου, που δεν κατέθεσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία, οι έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν από την αναιρεσίβλητη δεν έφεραν την υπογραφή και τη σφραγίδα της πληρεξούσιας δικηγόρου της και, επομένως: α) έπρεπε να δικασθεί αυτή ερήμην και, β) να μη ληφθεί υπόψη το δικόγραφο των προτάσεων αυτών, ισχυρισμός, που προβλήθηκε στο εφετείο, με το δικόγραφο της εφέσεως, πλην απορρίφθηκε ς αβάσιμος.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εφετείο έκρινε ότι "ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού δικογράφου, ναι μεν δεν έφερε την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου, πλην όμως έφερε τη σχετική σφραγίδα της γραμματέως της έδρας ότι κατατέθηκε στο ακροατήριο, με σχετικά, η δε εναγομένη ΔΕΗ, όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους υπ' αριθμ. 603 πρακτικά της από 8-10-2007 συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επί της οποίας η εκκαλούμενη, παρέστη νομότυπα διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Βιργινίας Μαρμαρά, η οποία, από προφανή παραδρομή, παρέλειψε να υπογράψει τις προτάσεις της, κατά την παράδοσή τους επί της έδρας, τις οποίες, ωστόσο, κατά το κλείσιμο του φακέλου, εντός της νόμιμης προθεσμίας του τριημέρου για την προσθήκη-αντίκρουση, νομίμως υπέγραψε, θεραπευθείσας έτσι της ως άνω τυπικής παράλειψης, πέραν του ότι, στην παρούσα διαδικασία, λόγω του προαιρετικού χαρακτήρα κατάθεσης προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν τίθεται ζήτημα απαραδέκτου της παράστασης της εναγόμενης και ως εκ τούτου, ερημοδικίας της".
Με βάση αυτά, ορθά το εφετείο έκρινε και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως των (ήδη) αναιρεσειόντων, αφού: α) και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ως άκυρο το δικόγραφο των ως άνω εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν συντρέχει περίπτωση ερημοδικία της, αφού, κατά τα λοιπά, παρέστη και έλαβε μέρος προσηκόντως, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, β) υπό τα άνω δεδομένα, δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της γνησιότητας του δικογράφου των εγγράφων αυτής προτάσεων ούτε οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κάτι τέτοιο και, συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου των εν λόγω εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19, αληθώς, όμως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 88 του Κ.Πολ.Δικ., "ο ενάγων, εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση, έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας". Ο τρίτος που προσεπικαλείται στη δίκη, ως δικονομικός εγγυητής, προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά μόνο έναντι του προσεπικαλούντα, εκτός εάν αναλάβει τη δίκη, κατ' άρθρο 85 Κ.Πολ.Δικ. ή ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, οπότε καθίσταται διάδικος και της αρχικής δίκης δηλ. και έναντι του αντιδίκου του προσεπικαλούντα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 666 παρ. 1 Κ.Πολ. Δικ, σύμφωνα με την οποία "κατά την διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εφαρμόζονται οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων" καθώς και αυτή του άρθρου 231 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "στη διαδικασία ενώπιον του ειρηνοδικείου η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά, κατά τη δικάσιμο", προκύπτει ότι στη διαδικασία των άρθρων 663 επ. Κ.Πολ.Δικ. (εργατικές διαφορές) η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά, κατά τη δικάσιμο, με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τέλος, για την άσκηση ενδίκου μέσου, μεταξύ των οποίων και η αίτηση αναίρεσης, απαιτείται, εκτός των άλλων, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο, το οποίο ασκεί το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση, με την οποία προσεπικάλεσε τον ήδη αναιρεσίβλητο ΟΑΠ/ΔΕΗ, ως δικονομικό εγγυητή, ο οποίος, εντέλει, προσήλθε στη δίκη και , με δήλωση που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, άσκησε πρόσθετη, υπέρ της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ΔΕΗ, παρέμβαση.
Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι η προσεπίκληση αυτή και η παρέμβαση είναι άκυρες, γιατί το δικόγραφο της προσεπίκλησης υπεγράφη από τον κατονομαζόμενο Επίκουρο Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μολονότι αυτός τελούσε σε μερική αναστολή άσκησης του επαγγέλματος του Δικηγόρου, κατ' άρθρο 62 παρ. 3, εδ.
β' του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. Δ. 3026/ 1954, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 Ν. 184../ 1975). Όμως ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειουσών είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος αυτού (ακυρότητα της προσεπίκλησης), για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού την ενδεχόμενη ακυρότητα της εν λόγω προσεπικλήσεως ενομιμοποιείτο, είχε έννομο δηλαδή συμφέρον να προτείνει ο προσεπικαλούμενος Οργανισμός, διότι με αυτή (ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση) ουδείς δικονομικός δεσμός δημιουργήθηκε μεταξύ των αναιρεσειουσών και του προσεπικαλούμενου, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, διότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε προφορικά, με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά και, συνεπώς και αν ακόμη η εν λόγω προσεπίκληση πάσχει ακυρότητα, αυτό δεν επιδρά στην εγκυρότητα της εν λόγω πρόσθετης παρέμβασης, καθόσον αυτή ασκήθηκε νομότυπα, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, τον δε προσθέτως παρεμβαίνοντα εκπροσώπησε, τρίτος δικηγόρος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, για την παράσταση του οποίου δεν προβάλλεται κάποια ένσταση εκ μέρους των εναγομένων.
Επομένως, ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19, αληθώς, όμως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός λόγος, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Επειδή, ο Οργανισμός Ασφαλίσεως Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π.- Δ.Ε.Η.), που είχε συσταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999 (Α' 286) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σκοπό είχε την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού και ασκούσε την κύρια και την επικουρική ασφάλιση καθώς και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του (όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου διατάξεις), την οποία ασκούσε η ειδικώς συσταθείσα για το σκοπό αυτό Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η..
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 1, 2, 3, 6, 7, 8, 12 και 13 του ν.2773/1999, 2 παρ. 3, 3, 4 παρ. 3, 7 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 5 του π.δ. 51/2001 (Α' 41), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, και τις διατάξεις της Φ.50/οικ. 1030/11.7. 2001 κοινής αποφάσεως των Υφυπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 945), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 8 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, συνάγεται ότι ο ανωτέρω Οργανισμός κατέστη εκ του νόμου οιονεί καθολικός διάδοχος της Δ.Ε.Η.
σε όλα τα θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως του προσωπικού και των συνταξιούχων της, υποχρεούμενος, κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 5 της συμβάσεως που κυρώθηκε με την παράγραφο 12 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, να καλύπτει και να εξασφαλίζει όλες τις κάθε είδους υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η Δ.Ε.Η. με την ιδιότητα του ασφαλιστικού φορέα, ακόμη δηλαδή και υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την έναρξη λειτουργίας των οργάνων και υπηρεσιών του Οργανισμού ή και τη σύσταση αυτού.
Για να μπορέσει δε ο Οργανισμός αυτός να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις του-εν όψει του ότι δεν μεταβιβάστηκε σ' αυτόν η εξυπηρετούσα τον καταργούμενο ασφαλιστικό φορέα της Δ.Ε.Η. περιουσία, αλλά παρέμεινε ενσωματωμένη στην περιουσία της Δ.Ε.Η.- θεσπίστηκε υποχρέωση του Κράτους να καλύπτει με τις αναγκαίες καταβολές όλες τις οικονομικές ανάγκες του νέου Οργανισμού (ακόμη και τις έκτακτες).
Εξάλλου, με κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Φ.50/οικ. 1030/2001 ορίσθηκε ως ημερομηνία ενάρξεως της λειτουργίας του μεν Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Ασφαλίσεως Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π. Δ.Ε.Η.) η 1η Αυγούστου 2001, των δε υπηρεσιών του εν λόγω Οργανισμού η 1η Ιανουαρίου 2002.
Περαιτέρω, με την παράγραφο 7 του άρθρου 34 του Ν. 277311999, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 26 του Ν. 2919/2001, ορίσθηκε ότι "το προσωπικό που υπηρετεί κατά την έναρξη λειτουργίας του ΟΑΠ/ΔΕΗ στη Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ αποσπάται αυτοδίκαια στον ΟΑΠ/ΔΕΗ, χωρίς χρονικό περιορισμό...Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας καθώς και οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη βαρύνουν τον Οργανισμό, για όσο χρόνο οι ανωτέρω παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε αυτόν".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν, μεταξύ άλλων, δεκτά τα εξής: Ότι οι αναιρεσείουσες αποσπάθηκαν αυτοδικαίως από τη Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ στον Ο.Α.Π.-ΔΕΗ, από τον οποίο και από 1-1-2003 μισθοδοτούνται, έκτοτε δε κατέστη αυτός εκ το νόμου διάδοχος εργοδότης της αρχικής εργοδότριάς τους ΔΕΗ, ο οποίος βαρύνεται πλέον έναντι αυτών για την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδομάτων τους ... .
Στη συνέχεια το εφετείο, δέχθηκε ότι για το μέχρι την 1-1-2003 χρονικό διάστημα είναι υπόχρεη η αναιρεσίβλητη ΔΕΗ έναντι των αναιρεσιβλήτων, για καταβολή σ' αυτούς των πάσης φύσεως αποδοχών (μεταξύ των οποίων και το επίδικο επίδομα), ενώ γα το μεταγενέστερο ο ΟΑΠ/ΔΕΗ. Έτσι όπως έκρινε το εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφήρμοσε και, επομένως, ο τέταρτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή στο σύνολο της, έναντι της ΔΕΗ, ως μόνης, κατά νόμο υποχρέου, προς καταβολή σ' αυτούς των πάσης φύσεως αποδοχών τους, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού οι αναιρεσείουσες μέχρι το ως άνω χρονικό διάστημα μισθοδοτούνταν από την αναιρεσίβλητη ΔΕΗ, από δε την 1-1-2003, σύμφωνα με το νόμο, υπόχρεος προς καταβολή σ' αυτούς των κάθε είδους αποδοχών τους κατέστη ο ΟΑΠ/ΔΕΗ, ο οποίος και νομιμοποιείται παθητικά, επομένως, για την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 και μετά ένδικες αξιώσεις τους έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3, 91 εδ. α του Ν. 2362/ 1995 (Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού), σε συνδυασμό με το άρθρο 93 παρ. 5 του Κανονισμού Οικονομικής Οργάνωσης του ΟΑΠ/ΔΕΗ, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή η πενταετής παραγραφή, που ισχύει για τις αξιώσεις των ν.π.δ.δ. έναντι τρίτων, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, για το χρονικό αυτό διάστημα υπόχρεος προς καταβολή του επιδίκου επιδόματος δεν ήταν η εναγομένη ΔΕΗ, αλλά ο ΟΑΠ/ΔΕΗ, η δε αγωγή ορθά απορρίφθηκε, κατά τούτο, ως παθητικά ανομιμοποίητη.
Κατά το άρθρο 416 Α.Κ., "η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή". Καταβολή είναι η προσήκουσα εκπλήρωση της ενοχής. Κατά δε το άρθρο 262 Κ.Πολ.Δικ., η ένσταση, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων των γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η εναγομένη πρότεινε την ένσταση της μερικής εξόφλησης των ενδίκων απαιτήσεων των αναιρεσειόντων, με καταχώρηση του σχετικού ισχυρισμού στα πρακτικά της δίκης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αναλυτικότερη έκθεση με τις έγγραφες προτάσεις της, που υποβλήθηκαν τόσο πρωτόδικα όσο και στο εφετείο, των περιστατικών, που τον θεμελιώνουν.
Ειδικότερα εκτίθεται ότι, σε κάθε περίπτωση, στους αναιρεσείοντες καταβαλλόταν το επίδικο επίδομα σε ποσοστό 33% επί του μισθολογικού τους κλιμακίου, ση συνέχεια δε αναφέρονται αναλυτικά, για κάθε αναιρεσείοντα τα χρηματικά ποσά , που έχουν καταβληθεί, για κάθε έτος, από την αιτία αυτή, ζητεί δε να αφαιρεθεί το ποσόν αυτό από ... .
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η ένσταση αυτή είναι πλήρως ορισμένη. Επομένως, με το να δεχθεί τα ίδια και το εφετείο, να κρίνει την εν λόγω ένσταση παραδεκτή και, στη συνέχεια, να την ερευνήσει κατ' ουσίαν, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια και επομένως ο περί του αντιθέτου, τέταρτος, από τον αριθμό 1, αληθώς δε από τον αριθμό 14 του άρθρου 59 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσεως για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσεως.
Περαιτέρω, από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 525 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι επιτρέπεται στη δευτεροβάθμια δίκη να υποβληθούν με τις προτάσεις αιτήσεις για παρεπόμενες απαιτήσεις, που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ως παρεπόμενη απαίτηση νοείται εκείνη που αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα της απαίτησης, της οποίας επίκληση είχε γίνει στο δικόγραφο της αγωγής, η οποία αποτελεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋπόθεση για τη γένεση της πρώτης.
Με την έννοια αυτή παρεπόμενη είναι, μεταξύ άλλων, και η απαίτηση για τους τόκους του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή, όχι όμως και η απαίτηση καταβολής τόκου επί του ποσού καθυστερούμενων τόκων, αφού τούτο δεν αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα της εκ του κεφαλαίου απαιτήσεως και των τόκων αυτής. Ο τόκος τόκων αποτελεί παρεπόμενο μιας νέας απαιτήσεως, την οποία απαρτίζουν οι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους, και εφόσον δεν έχουν συμφωνηθεί τέτοιοι τόκοι, μπορούν να ζητηθούν μόνο με αγωγή, η οποία αποτελεί στην περίπτωση αυτή αναγκαία προϋπόθεση για τη γένεσή τους.
Επομένως, εφόσον για τη γένεση της αξιώσεως για τόκους τόκων δεν αρκεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η άσκηση της κυρίας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλομένου κεφαλαίου (ενώ αρκεί η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού), αλλά απαιτείται, (αν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού), η άσκηση ξεχωριστής αγωγής με την οποία να ζητούνται τόκοι τόκων με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν, το αίτημα για την καταβολή τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαιτήσεως, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά με τις προτάσεις στην κατ' έφεση δίκη.
Είναι δε αδιάφορο αν το πιο πάνω αίτημα ασκείται με τις προτάσεις ως πρόσθετος λόγος εφέσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή δεν έχει τηρηθεί η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 ΚΠολΔ προδικασία (Oλ.Α.Π. 10/2007, Α.Π. 126/2008). Επομένως, το εφετείο, με το να απορρίψει, ως μη νομίμως προβαλλόμενο, ήτοι ως απαράδεκτο, το αίτημα των αναιρεσειόντων, που υποβλήθηκε με τις ενώπιον του κατατεθείσες προτάσεις τους, για επιδίκαση σ' αυτούς τόκου επί των τόκων των ενδίκων αγωγικών αξιώσεών τους, δεν έσφαλε και συνεπώς ο από τον αριθ. 1, αληθώς δε από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
έκτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει από 30-11-2011 αίτηση των Γ. Α. κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3134/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ