Legislator Case Law & Legislation
523/2010 AI generated

523/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 523/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2004 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 16/12/2004 αγωγή των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 2/3/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2735/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/12/2008 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

523/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός της δεύτερης αναιρεσίβλητης περί εκπροθέσμου και συνακόλουθα απαραδέκτου της αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
traffic violation damages from traffic accident road traffic safety regulations fitness to drive motor vehicle liability insurance motorcycle road accident
AI generated
354/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
270/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/9/1997 και 26/1/1998 αντίθετες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και της 2ης αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6397/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3689/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 384/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 5/7/2007 κλήση τους.
310/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
652/2014
Supreme Court partially allows appeal regarding family members' claims for compensation for mental distress in a traffic accident case.
993/2011
Supreme Court overturns appeal court ruling on traffic accident due to insufficient factual findings on driver liability.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 523 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 523/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2) Χ2 συζύγου Χ1, το γένος Χ5, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6 συζύγου Χ5, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ασλανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "LLOYD'S OF LONDON ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION Α.Ε.E.Γ.A.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δομάζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των, ως άνω, αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι το ορθό πατρώνυμο της υπό στοιχείο 3 αναιρεσείουσας Χ3 είναι ... και όχι ...", όπως εκ παραδρομής αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως. Ακολούθως, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσείων Χ4, ως ανήλικος, εκπροσωπείται από τους γονείς του Χ1 και Χ2 σύζυγο Χ1, ήτοι 1ο και 2η των ως άνω αναιρεσειόντων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2004 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 16/12/2004 αγωγή των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 2/3/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2735/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/12/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 8/1/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ η προθεσμία της αναιρέσεως αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η οριζόμενη από αυτήν προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ημέρα, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΟλΑΠ 412/1981).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης ..., η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2735/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής, δεύτερης αναιρεσίβλητης, στους αναιρεσείοντες, στις 11-11-2008, το δε δικόγραφο της ασκηθείσας από τους τελευταίους αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση, κατατέθηκε στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 11-12-2008, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, η οποία άρχισε στις 12-11-2006 και έληξε στις 11-12-2008.

Επομένως, εφόσον η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός της δεύτερης αναιρεσίβλητης περί εκπροθέσμου και συνακόλουθα απαραδέκτου της αναιρέσεως.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 5-1-2003 περί ώρα 8.35' ο Ψ1, (ενάγων της πρώτης αγωγής), οδηγούσε το ... αυτοκίνητό του (αγροτικό), που ήταν ασφαλισμένο για ζημίες σε τρίτους στην ασφαλιστική εταιρία "LLOYD'S OF LODON ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", (δεύτερη εναγόμενη της δεύτερης αγωγής), στην επαρχιακή οδό ..., με κατεύθυνση προς ....

Την ίδια ώρα ο Ζ, συγγενής των εναγόντων της δεύτερης αγωγής, οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στονΧ1(πρώτο εναγόμενο της πρώτης αγωγής) και ήταν ασφαλισμένο για ζημίες σε τρίτους στην ασφαλιστική εταιρία GENERAL UΝΙΟΝ", (δεύτερη εναγόμενη της ίδιας αγωγής), στην ίδια οδό και με αντίθετη κατεύθυνση προς ....

Στη Χ/Θ 3 της ανωτέρω επαρχιακής οδού, ο Ζ, από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εξέκλινε αριστερά και αφού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το αντί- θετα κινούμενο εκεί κανονικά αυτοκίνητο του Ψ1.

Ειδικότερα, στην ανωτέρω οδό, που φέρει επικάλυψη ασφάλτου συνολικού πλάτους 7,80 μέτρων και είναι ευθεία σε απόσταση 240 μέτρων, υφίσταται συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, που χωρίζει το οδόστρωμα σε δύο κατευθύνσεις κυκλοφορίας. Στην πορεία των οχημάτων και των δύο λωρίδων κυκλοφορίας υπήρχαν πινακίδες αναγγελίας κινδύνου, ήτοι πινακίδα που ανακοινώνει την ύπαρξη δύο επικίνδυνων ή διαδοχικών στροφών, η πρώτη δεξιά (Κ-2δ), καθώς και πινακίδα που ανακοινώνει την ύπαρξη κινδύνου εξαιτίας διέλευσης πεζών (Κ-15), αλλά και την ύπαρξη κινδύνου λόγω διέλευσης οικόσιτων ζώων (Κ-18).

Το χρόνο που συνέβη το ατύχημα το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, εξαιτίας της βροχόπτωσης, χωρίς παρά ταύτα να περιορίζεται η ορατότητα καθ' οιονδήποτε τρόπο, με αραιή κυκλοφορία οχημάτων. Ο Ζ, παρά το ότι επικρατούσαν οι ανωτέρω καιρικές συνθήκες και βρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, διότι μετά από εργαστηριακή εξέταση αίματος, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 16-1-2003, αναβρέθηκε να περιέχει στο αίμα του οινόπνευμα σε ποσοστό ένα γραμμάριο και εξήντα τρία εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (1,63 %ο), (βλ.

την από 17-1-2003 έκθεση εξέτασης αίματος της διεύθυνσης εγκληματολογικών ερευνών Βορείου Ελλάδος), δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς, τεταμένη την προσοχή του. Ειδικότερα, μη ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσε καιρικές συνθήκες, αλλά και την στροφή που υπήρχε στην πορεία του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, που κινούταν ο Ψ1, προσπαθώντας ακολούθως να εισέλθει ξανά στο αρχικό ρεύμα πορείας του.

Την ίδια στιγμή ο Ψ1, έχοντας αντιληφθεί από απόσταση 80 μέτρων την είσοδο του υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητου στο ρεύμα πορείας του και την κίνησή του προς το μέρος του, οπότε ο ελιγμός προς τα δεξιά δεν θα ήταν ικανός να αποτρέψει τη σύγκρουση, έκανε ελιγμό προς τα αριστερά προκείμενου να αποφύγει τη σύγκρουση με το ανωτέρω όχημα, το οποίο συνέχιζε να κινείται δεξιά του και σε κατεύθυνση αντίθετη επί του ρεύματος, που κινούταν το όχημα που οδηγούσε ο Ψ1, χωρίς όμως αποτέλεσμα, διότι λίγα εκατοστά από τη διαχωριστική γραμμή και μέσα στο ρεύμα πορείας του Ψ1, μετά από πλαγιολίσθηση του αριστερού εμπρόσθιου τροχού του υπ' αριθμ. ...

αυτοκινήτου και την πλαγιολίσθηση του αριστερού επίσης τροχού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, τα ανωτέρω οχήματα συγκρούσθηκαν. Ειδικότερα, επέπεσε η αριστερή πλευρά του οχήματος του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου στην εμπρόσθια επιφάνεια του υπ' αριθμ. ...., ενώ τα εμπλεκόμενα οχήματα, εξαιτίας της ολισθηρότητας του δρόμου, ακινητοποιήθηκαν, το μεν υπ' αριθμ. ...

αυτοκίνητο σε απόσταση 12 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης κι εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, το δε υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης και μάλιστα σε υπερυψωμένη νησίδα, εκτός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, ήτοι εκτός του ρεύματος πορείας, που κατευθύνεται προς ....

Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος υπήρξε ο Ζ, ο οποίος παραβίασε συνάμα τις διατάξεις των άρθρων 12, 19 και 42 του ΚΟΚ. Τα ανωτέρω συνάγονται από την κατάθεση του μάρτυρα-συνεπιβάτη του Ψ1, από την από 5-1-2003 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας ... και το από 5-1-2003 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τροχαίου ατυχήματος, που ανατέθηκε από το τμήμα τροχαίας ..., αλλά και από την υπ' αριθμ. 1207/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, η οποία δεν κρίνεται ως στοιχείο ικανό να οδηγήσει σε αντίθετη άποψη. (Ο κατηγορούμενος Ψ1 καταδικάστηκε, κατά πλειοψηφία, σε φυλάκιση οκτώ μηνών, ενώ ένα μέλος του Δικαστηρίου είχε την άποψη, όπως και ο Εισαγγελέας, ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος).

Αντίθετα, ουδεμία υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα βαρύνει το Ψ1, ο οποίος προέβη σε κάθε δυνατή για το μέσο συνετό οδηγό ενέργεια, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, αντιλαμβανόμενος ότι το αντιθέτως κινούμενο όχημα ολίσθαινε προς το μέρος του, δηλαδή κινούνταν αριστερά, εάν και ο ίδιος κινούνταν δεξιά τα οχήματα αναπόφευκτα θα συναντούσαν, οπότε η μοναδική ενέργεια προσπάθειας αποφυγής της σύγκρουσης ήταν ο ελιγμός αντίθετα, δηλ.

αριστερά, όπως και έκανε. Περαιτέρω, συνέπεια του ατυχήματος ήταν να προκληθεί ο θάνατος του οδηγού του ... αυτοκινήτου Ζ, αλλά και ο τραυματισμός του Ψ1 και του συνοδηγού και επιβαίνοντα στο υπ' αριθμ. ... όχημα του .... Ειδικότερα, ο Ψ1 τραυματίσθηκε στην περιοχή του στόματος, ενώ η μη χρήση προστατευτικής ζώνης επέτεινε τον τραυματισμό στην οδοντοστοιχία του.

Η μη χρήση ζώνης ασφαλείας αποδεικνύεται από την 5-1-2003 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας ... και κρίνεται πως συνέβαλε στην έκταση του τραυματισμού του κατά ποσοστό 20%, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την από 16-12-2004 αγωγή των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε (το Εφετείο), δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίας ουσιαστικές διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα, διέλαβε πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες? 1) για το ότι αποκλειστικά υπαίτιος της πιο πάνω συγκρούσεως είναι ο οδηγός του .... αυτοκινήτου Ζ, με τις ως άνω παραδοχές και ιδίως ότι αυτός, από αμέλειά του, που εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, βρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος 1,63 εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες ολισθηρότητας του οδοστρώματος, εξαιτίας βροχόπτωσης, αλλά και τη στροφή που υπήρχε στην πορεία του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, που κινούνταν ο Ψ1, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να εισέλθει ξανά στο αρχικό ρεύμα πορείας του, αφού λίγα εκατοστά από τη διαχωριστική γραμμή και μέσα στο ρεύμα πορείας του Ψ1, συγκρούστηκε με το υπ' αριθ...., ο οποίος παραβίασε συνάμα τις διατάξεις των άρθρων 12, 19 και 42 του ΚΟΚ, και 2) για το ότι τον τελευταίο Ψ1) δεν τον βαρύνει καμιά υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα, με την παραδοχή ότι έβαινε στην πορεία του, παρά το ότι δε προέβη σε κάθε δυνατή για το μέσο συνετό οδηγό ενέργεια, με τον ελιγμό που αναφέρεται παραπάνω, να αποφύγει τη σύγκρουση, δεν το κατόρθωσε.

Έτσι, εμμέσως πλην σαφώς δέχεται ότι η απόσταση μεταξύ των δύο αυτοκινήτων ήταν τόσο μικρή που δεν επέτρεπε την αποφυγή της σύγκρουσης, λόγω του αιφνιδιασμού του, παρά και την ως άνω αποφευκτική του κίνηση. Το Εφετείο δέχεται ότι το αυτοκίνητο του τελευταίου εκινείτο στο ρεύμα πορείας του, όπου έγινε και η σύγκρουση των ως άνω αυτοκινήτων.

Τα προεκτεθέντα συγκροτούν την έννοια της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Ζ και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς του συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αποκλείουν δε εκ του πράγματος τη συνυπαιτιότητα του Ψ1, αφού θεμελιώνει η απόφαση την επέλευση του ατυχήματος στην απώλεια, λόγω μέθης, του ελέγχου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ζ, και στην ξαφνική είσοδο τούτου στο ρεύμα πορείας του Ψ1.

Δέχεται η πληττόμενη απόφαση ότι ο Ψ1 έβαινε στην πορεία του, ο δε μη προσδιορισμός των λοιπών στοιχείων που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως αφορά την ανάλυση επιχειρημάτων και πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, ότι δηλαδή αποκλειστικώς υπαίτιος της συγκρούσεως των ως άνω αυτοκινήτων ήταν ο Ζ.

Κατόπιν αυτών, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ενόψει όλων αυτών, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2008 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 2735/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκάστου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ