523/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-1-2001 και 17-9-2001 κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Απριλίου 2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated523/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2696/23.3.1999 (Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας), ισχύοντος, κατά το άρθρο δεύτερο, δύο (2) μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 23.5.1999 "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα του οδηγού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 523 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 523/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ελληνικής εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. .... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανώλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-1-2001 και 17-9-2001 κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Απριλίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 4 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2696/23.3.1999 (Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας), ισχύοντος, κατά το άρθρο δεύτερο, δύο (2) μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 23.5.1999 "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα του οδηγού.
Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος..........". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, που ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (27.4.2000) πριν δηλαδή την εξ ολοκλήρου αντικατάστασή της με το άρθρο 43 του ν. 2963/23.11.2001, ο οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται στην κατάσταση της απόλυτης ανικανότητας προς οδήγηση, όταν το ποσοστό του οινοπνεύματος που ανιχνεύθηκε στο αίμα του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος.
Στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται αποδυνάμωση του άνω αποτελέσματος της εξέτασης με ανταπόδειξη. Δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη η ατομική ικανότητα προς οδήγηση του συγκεκριμένου οδηγού και η ανεκτικότητα στο οινόπνευμα. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό προς την υπ΄ αριθ. 13382 Φ. 705.11/4δ της 25/26 Νοεμβρίου 1977 (ΦΕΚ Β΄ 1266) κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξεως η οποία ίσχυε ακόμη κατά τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος ως προς τη διαδικασία της αιματοληψίας και του τρόπου διαπιστώσεως του οινοπνεύματος στο αίμα προκύπτει ότι κρίσιμο θέμα είναι η όσο γίνεται εγγύτερα προς το χρόνο του ατυχήματος αιματοληψία, ενώ η εξέταση του αίματος για την ανίχνευση οινοπνεύματος μπορεί να γίνει μέσα σε τρίμηνο διάστημα από την αιματοληψία για το οποίο διάστημα πρέπει να φυλάσσονται τα περιέχοντα το ληφθέν αίμα φιαλίδια.
Επομένως η εξέταση του κανονικώς ληφθέντος μετά το ατύχημα αίματος δεν ήταν να γίνει στο τρίμηνο αυτό χρονικό διάστημα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, πλην των άλλων και τα ακόλουθα : "Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο .... οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (σε κατάσταση μέθης). Πράγματι αυτός μισή ώρα πριν το θανατηφόρο ατύχημα (Μεγάλη Πέμπτη απόγευμα) συναντήθηκε με κάτι φίλους στην καφετέρια "....." στον .....
και ήπιε δύο μικρές μπύρες. Στην παρέα τους ήταν και ο θανών. όμως δεν αποδείχθηκε ότι οι μπύρες εμείωσαν και μάλιστα ουσιωδώς την ικανότητά του προς οδήγηση.......... Οι ενάγοντες και των δύο αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας) προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο ..... οδηγούσε υπό την επήρεια του οινοπνεύματος, προσκόμίσαν και επικαλέστηκαν την από 19.5.2000 έκθεση εξέτασης αίματος και την από 27.7.2000 έκθεση επανεξέτασης αίματος.
Στην πρώτη αναγράφεται περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα 1,18g κατά λίτρο αίματος και στην άλλη 1,25 g. Όμως όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, στην πρώτη περίπτωση η εξέταση έγινε μετά 20 ημερών από το ατύχημα (27.4.2000) και στη δεύτερη περίπτωση μετά πάροδο δύο μηνών και επτά ημερών. ΄Ετσι το αναγραφόμενο σ΄ αυτές αποτέλεσμα, ενόψει και της αντίφασής τους, δεν κρίνεται πειστικό..........
Όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την ενάγουσα (στην από 17.9.2001 αγωγή) ασφαλιστική εταιρεία μεταξύ αυτής και της εναγομένης .... ασφαλιστήριο συμφωνητικό, περιλαμβάνεται σ΄ αυτό ο όρος αποκλεισμού της ευθύνης της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας σε περίπτωση οδήγησης του ασφαλισμένου πιο πάνω αυτοκινήτου υπό την επήρεια οινοπνεύματος του οδηγού κατά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (ατυχήματος), αφού με το άρθρο 1ο αυτού ορίζεται ότι "το παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο διέπεται από τις διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας..........., τις διατάξεις του ν. 489/1976, από τους ενιαίους όρους συμβολαίων αυτοκινήτων, που περιέχονται στην υπ΄ αριθ.
Κ4/585/8.4.1978 απόφαση Υπουργού Εμπορίου (795/8-4-78 Φ.Ε.Κ.), καθώς και από κάθε νόμο ή διάταξη που αφορούν την ασφάλιση των αυτοκινήτων"............... Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, όπως αναφέρεται και παραπάνω ότι ο οδηγός .... κατά το ένδικο ατύχημα οδηγούσε το ασφαλισμένο αυτοκίνητο υπό την επήρεια του οινοπνεύματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση της παρεμπίπτουσας ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε κατ΄ ουσίαν, με άλλη αιτιολογία, την παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων οδηγού και ιδιοκτήτριας αντίστοιχα του ασφαλισμένου σ΄ αυτήν ζημιογόνου αυτοκινήτου.
΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999, με την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής της, διότι ενώ με βάση τις παραδοχές, στις από 19.5.2000 και 27.7.2000 εκθέσεις εξέτασης και επανεξέτασης αίματος του οδηγού ανιχνεύθηκε περιεκτικότητα σε οινόπνευμα 1,18 g και 1,25 g ανά λίτρο αίματος αντίστοιχα, ποσοστά δηλαδή που υπερβαίνουν το κατώτατο όριο των 0,50 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος, οπότε και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο οδηγός θεωρείται, κατ΄ αμάχητο τεκμήριο, ότι βρίσκεται στην κατάσταση της απόλυτης ανικανότητας προς οδήγηση, έκρινε ότι ο συγκεκριμένος οδηγός, κατά τη χρονική στιγμή του ατυχήματος, δεν βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, γιατί πεπλανημένα θεώρησε ως απρόσφορα τα αποτελέσματα της εξετάσεως του αίματος με τη σκέψη ότι η αιματοληψία έγινε στις αναφερόμενες ημερομηνίες, ενώ προκύπτει από την απόφαση, ότι οι ημερομηνίες αυτές αφορούν όχι την αιματοληψία, αλλά την εξέταση του αίματος στο εργαστήριο, η οποία σύμφωνα με τις μνησθείσες διατάξεις, επιτρεπτώς μπορούσε να γίνει τότε χωρίς αλλοίωση του αποτελέσματος.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 141/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ