Legislator Case Law & Legislation
522/2017 AI generated

522/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 522/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 522 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

522/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 522 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 522 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 522/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Σ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κουφοδήμο.

Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω πλήρους απορρόφησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία με τη σειρά της είχε απορροφήσει την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην ... Α.Ε.), που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1992 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος λόγω απορρόφησης η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία με τη σειρά της απορροφήθηκε από την ήδη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/1995 και 31/2004 μη οριστικές αποφάσεις και 33/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 187/2011 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-10-2011 αίτησή του, την οποία επανέφερε προς συζήτηση μετά από ματαίωση λόγω εκλογών, με την από 29-12-2015 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 10-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ.187/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, η οποία ασκήθηκε κατά της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... της Ελλάδος ΑΕ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω απορροφήσεως, η ήδη κληθείσα Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "..." (άρθρ. 68 παρ.2 και 78 του ΚΝ 2190/1920 και 16 του Ν.2515/1997), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 4 και 552 επ. ΚΠολΔ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571 και 577 ΚΠολΔ). Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, ενώ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. Περαιτέρω για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, απαιτείται από απόψεως ακριβούς περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς (αρθρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ), ο καθορισμός, κατά τρόπο λεπτομερή και σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων και της έκτασής του, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, όταν δε πρόκειται για τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, υφίσταται υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικουμένου τμήματος, να προσδιορίζεται και η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο. Το γεγονός ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του εφόσον δε δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε ο καθ’ ορια προσανατολισμός του, ούτε επίσης να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων. Προσέτι στοιχεία του ορισμένου της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντα και η αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής ή κατοχής από τον εναγόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ακινήτου (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια τόσο η αμφισβητούμενη εδαφική λωρίδα, όσο και η μεγαλύτερη έκταση, της οποίας αποτελεί τμήμα, ενώ καθορίζεται και η θέση της επίδικης λωρίδας μέσα στη μεγαλύτερη αυτή έκταση, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφής η ταυτότητά της και να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς αυτή, εφόσον δε η περιγραφή αυτή είναι επαρκής δεν ιδρύεται αοριστία από την μη προσάρτηση στο δικόγραφο της αγωγής του επικαλουμένου τοπογραφικού διαγράμματος. Ακόμη αναφέρεται στην αγωγή ο τρόπος αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα και η αποβολή της από αυτό. Ενόψει τούτων ως προς το ορισμένο της αγωγής το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα η νομική διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ απαιτεί, ενώ η αγωγή περιέχει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του εν λόγω κανόνα δικαίου, μη συντρέχοντος ως εκ τούτου λόγου κηρύξεως του δικογράφου της αγωγής ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας. Οι δύο λοιπόν πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νομική και ποσοτική αοριστία της αγωγής και η απόρριψή της για τον λόγο αυτό, όπως είχε ζητηθεί με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, αλλά και πρωτοδίκως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά τις οποίες αποδίδεται εσφαλμένη περιγραφή στο επίδικο, συναγόμενη από τα τοπογραφικά διαγράμματα του 1992 και του 1972 των πολιτικών μηχανικών Χ. Π. και Ε. Α., αντίστοιχα, είναι απαράδεκτες, αφού αποδίδουν στην αγωγή αοριστία που δεν προκύπτει από το δικόγραφό της, αλλά από την παραπομπή σε άλλα, εκτός του κειμένου της έγγραφα, ενώ ο αναιρεσείων υπολαμβάνει ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις ή από τις αφορώσες την ουσιαστική έρευνα της αγωγής παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ή από την δικαιωματική νομή ή κατοχή που μπορεί, κατά το άρθρο 1095 ΑΚ να έχει επί του πράγματος, η οποία όμως δεν αφορά στο ορισμένο της αγωγής, αλλά στο ουσία βάσιμό της. Ενόψει τούτων οι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, πρέπει δε να γίνεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000). Ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι δεν επιβάλλεται από καμμία διάταξη, αρκεί δε η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο. (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Αν το δικαστήριο αξιολόγησε το αποδεικτικό μέσο διαφορετικά από ότι ο αναιρεσείων υποστηρίζει, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, μετά από επικύρωση της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, ως ουσιαστικά βάσιμη την από 2.9.1992 διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου, επιφανείας 3844,86 τ.μ. που αποτελούσε τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου επιφανείας 29343 τ.μ., την οποία άσκησε κατά του αναιρεσείοντος η "... ΑΕ" στη θέση της οποίας υπεισήλθε εξαιτίας συγχωνεύσεως με απορρόφηση η "... …ΑΕ" και στη συνέχεια η αρχικά αναιρεσίβλητη "... της Ελλάδος ΑΕ" και η ήδη υπεισελθούσα στη θέση της για τον ίδιο νομικό λόγο τραπεζική εταιρεία "... AE". Ειδικότερα έγιναν δεκτά, συνοπτικά τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με τα υπ’ αριθμ....11.4.1973 και .../21.3.1974 δανειστικά συμβόλαια του συμβ/φου Αθηνών Δ. Θ., η αρχικώς ενάγουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", χορήγηση στον εναγόμενο δάνεια ύψους 7000.000 και 1500.000 δραχμών αντίστοιχα, προς εξασφάλιση δε των απαιτήσεων της αυτών η πιστώτρια τράπεζα ενέγραψε υποθήκη σε ακίνητο ιδιοκτησίας του πιστούχου, και βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λάρισας, με το επ’ αυτού ανεγερθέν εργοστάσιο επεξεργασίας παρκετών και ξύλου. Ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις και γιαυτό η πιστώτρια, με την από 7.9.1978 επιταγή, επέσπευσε εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων αε". Στη συνέχεια, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ....1982 Ε’ Επαναληπτικό Πρόγραμμα της συμ/φου Λάρισας Κ. Κ. Κ., το ως άνω ακίνητο με το επ’ αυτού κτίσμα (εργοστάσιο), που κάλυπτε επιφάνεια 2900 τμ, και τα εκτεθειμένα στο τελευταίο μηχανήματα κατασχέθηκε στις 23.9.1978 και στη συνέχεια στις 21.2.1982 εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, κατά τον οποίο κατακυρώθηκε στην πιστώτρια τράπεζα, η οποία με τον τρόπο αυτό κατέστη κυρία, σύμφωνα με τη νόμιμα μεταγραφείσα υπ’ αριθμ..../20.11.1982 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας συμβ/φου. Σε εκτέλεση της εν λόγω εκθέσεως η υπερθεματίστρια απέβαλε τον εναγόμενο από το ακίνητο, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ....19.12.1982 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Ι. Χ. και εγκαταστάθηκε αυτή στη νομή, κατοχή και χρήση του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εκπλειστηριασθέν ακίνητο και όπως τούτο αποτυπώθηκε στο από Νοεμβρίου 1972 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Α., προήλθε από τη συνένωση δύο αγροτεμαχίων επιφανείας 6450 και 22893 τμ (μετά από απαλλοτρίωση από το δεύτερο και υπέρ του ΣΕΚ εκτάσεως 2107 τμ) που ο εναγόμενος είχε αγοράσει από τον Α. Α. του Β. και τον Ν. Κ. του Α., αντίστοιχα, με τα νόμιμα μεταγεγραμμένα υπ’ αριθμ..../1972 συμβόλαια του συμβ/φου Λάρισας Β. Ν.. Στη συνέχεια η υπεισελθούσα στη θέση της αρχικής ενάγουσας "... ΑΕ" έχοντας πληροφορίες ότι ο εναγόμενος είχε καταλάβει μία εδαφική λωρίδα του ακινήτου, ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Χ. Π. να καταμετρήσει την καταληφθείσα έκταση πράγμα το οποίο ο τελευταίος έκανε τον Απρίλιο του 1992 και αφού καταμέτρησε το όλο ακίνητο και την καταληφθείσα λωρίδα, κατάρτισε σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος είχε καταλάβει τμήμα του επιδίκου, επιφανείας 3980,28 τ.μ. Στη συνέχεια ασκήθηκε η ένδικη αγωγή και διεξήχθησαν κατά δικαστική επιταγή δύο πραγ/νες από τους αγρονόμους τοπογράφους μηχανικούς Ε. Π. και Σ. - Σ. Μ., από τη συνεκτίμηση των οποίων, τα τοπογραφικά διαγράμματα του Ε. Α. και του Χ.Π. τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις λοιπές αποδείξεις συνάγεται το συμπέρασμα ότι το ένδικο ακίνητο επιφανείας 3844,66 τμ ανήκει κατά κυριότητα στην τελικά υπεισελθούσα στη θέση της αρχικά ενάγουσας Τράπεζας ως περιεχόμενο στον οικείο κτητικό της τίτλο και ότι ο εναγόμενος που την έχει αποβάλει από αυτό είναι υποχρεωμένος να της το αποδώσει". Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο για τον σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος ως προς την κυριότητα του ενδίκου ακινήτου, που έκρινε ότι ανήκει στην αναιρεσίβλητη, στηρίχθηκε αποκλειστικά στις εκθέσεις των διορισθέντων από το δικαστήριο πραγ/νων Ε. Π. και Σ. Μ., ενώ δεν έλαβε υπόψη τις περιεχόμενες στην υπ’ .../2002 εισηγητική έκθεση καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντα - εναγομένου, ήτοι των Π. Σ. και Ν. Ζ., από τις οποίες προέκυπτε αντίθετο πόρισμα και ειδικότερα ότι η κυριότητα του επιδίκου ανήκει στον αναιρεσείοντα. Οι αιτιάσεις αυτές αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ενόψει του συστήματος της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων, που ισχύει στον ΚΠολΔ, κατά τη διάταξη του άρθρου 340, η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγ/νης και οι μαρτυρικές καταθέσεις ανήκει στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίνει μεγαλύτερη πίστη στο ένα ή το άλλο ισοδύναμο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου από την αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης σε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι οι εν λόγω καταθέσεις, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές, νόμιμα προσκομισθείσες αποδείξεις, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, κατά το ερευνώμενο πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου τετάρτου λόγου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία το Εφετείο για την απόδειξη του προαναφερθέντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα: α)την υπ’ αριθμ.389/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, β)την υπ’ αριθμ..../1994 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Λάρισας και γ)το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Α.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσείοντος τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίσθηκαν ενώπιον του Εφετείου.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως. Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένες αρνήσεις ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή με αλυσιτελή ισχυρισμό, ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 2/2008). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτησή του. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση, στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης, των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, δεν μπορεί δε να γίνει λόγος για παραβίαση του υποκειμενικού βάρους, αν δεν έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση, που προβλεπόταν πριν από την ισχύ του Ν.2915/2001. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος, πρέπει ο περί κακής κατανομής του βάρους απόδειξης ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως, στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται, στο αναιρετήριο η προβολή του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την διάταξη του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στον δεύτερο λόγο της εφέσεως και στους προσθέτους λόγους της ισχυρισμό, κατά τον οποίο το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται σε εκείνο των 29.343 τμ, που απέκτησε η επισπεύδουσα Τράπεζα (στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσίβλητη) με τη νόμιμα μεταγραφείσα υπ’ αριθμ..../20.11.1982 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, το οποίο ο αναιρεσείων, εις βάρος του οποίου επισπεύσθηκε η εκτέλεση είχε αποκτήσει με τα νόμιμα μεταγεγραμμένα υπ’ αριθμ..../1972 πωλητήρια συμβόλαια, αλλά αποτελεί τμήμα των συνεχομένων του ακινήτου αυτού, δύο αγροτεμαχίων, επιφανείας 4410 και 6450 τμ, που περιήλθαν στην κατοχή του, στις 15.1.1971, με άτυπη δωρεά από τον Π. Ι. Τ., για την οποία (άτυπη δωρεά) συντάχθηκε το υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό και των οποίων ακινήτων αυτός (αναιρεσείων) απέκτησε την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία. Η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει την επικαλούμενη από την παραπάνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν αφορά σε "πράγμα" υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, κατά τον οποίο το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη τίτλους. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως και με το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παρέβη τους ορισμούς του νόμου περί του υποκειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον με την εκδοθείσα παρεμπίπτουσα και συνεκκληθείσα υπ’ αριθμ.37/1995 περί αποδείξεων απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (αρθρ.513 παρ.2 ΚΠολΔ) δεν τέθηκε θέμα αποδείξεως εις βάρος του αναιρεσείοντα - εναγομένου ως προς το παραπάνω ζήτημα. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται, αλλά ούτε και από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε στο Εφετείο, αλλά και γιατί, κατά τα προεκτεθέντα δεν αφορά σε αυτοτελή ισχυρισμό, με την απόδειξη του οποίου βαρυνόταν ο αναιρεσείων - εναγόμενος, ώστε να τεθεί σ’ αυτόν, με την ως εκ του χρόνου συζητήσεως εκδοθείσα προδικαστική απόφαση, ίδιο θέμα αποδείξεως, αλλά σε αρνητικό ισχυρισμό, που, κατά το ισχύον κατά τον χρόνο εκείνο, άρθρο 345 ΚΠολΔ, είχε δικαίωμα αυτός να ανταποδείξει, χωρίς να του τεθεί ίδιος προς τούτο θέμα. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αναιρέσεως και κατά τα δύο μέρη του, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.10.2011 αίτηση του Σ. Σ. Ζ. κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... της Ελλάδος" στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... AE" για αναίρεση της υπ’ αριθμ.187/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ