Legislator Case Law & Legislation
522/2015 AI generated

522/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 522/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 522 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

522/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 522 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
benefit calculation methods calculation of supplementary benefits calculation of daily allowance bonus calculation recalculation of unemployment benefits overpayment of unemployment benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 522 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 522/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσειοντος: Κ. Κ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Κουφογιάννη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευγενίας Σούμπαση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1151/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6479/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 23-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 του α.ν. 539/1945, κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση. Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ). Οι ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945 διασφαλίζουν υπέρ των εργαζομένων τις ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές και, λόγω του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα, τον οποίο έχουν και του στενού δεσμού αυτών με την ικανοποίηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, απόκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή διατάξεων άλλων πηγών, που είναι ευμενέστερες για τον εργαζόμενο, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών δικαίου διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011). Οπότε, υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να θεωρηθεί η παρεχόμενη με την ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των αποδοχών που καθορίζονται για την περίπτωση αυτή με συλλογική σύμβαση.

2. Επειδή, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 (που αφορά στο επίδομα αδείας), των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 υπ' αριθ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" και των άρθρων 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις "τακτικές αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΟλΑΠ 5/2011). Δεν συμπεριλαμβάνεται, όμως, σ' αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας (ΑΠ 1334/2014).

3. Επειδή, περαιτέρω, με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5 παρ.1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10-5-1985 όμοια ΕΣΣΕ), η οποία έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ ΑΕ" (ήδη αναιρεσίβλητης) και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ' αυτή, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής: 1α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο την 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) το 1/12 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται. 1β) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά, αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) το 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται. 1γ) Το επίδομα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά: αα) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους και γγ) το 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2. Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού της ΟΤΕ ΑΕ, τέθηκε σε ισχύ ο νέος ΓΚΠ- ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ.3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: Επιδόματα εορτών. Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ, α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα. Επίδομα κανονικής άδειας. Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ. Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ως άνω νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίστηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι το προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος), δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές, όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κλπ) και οι αποφάσεις του ΔΣ - ΟΤΕ. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι από 1-1-1985, που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΕΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους. Αυτός ο τρόπος υπολογισμού, όμως, τροποποιήθηκε με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ' αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη, περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα (ΑΠ 1334/2014).

4. Επειδή, όσον αφορά στις αποδοχές αδείας, ειδικότερα, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας". Εν όψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του α.ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας καθορίζεται, πλέον, διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2 αυτής, που όριζε, αντίθετα, μάλιστα, προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία. Άλλωστε, στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται, ρητά, ότι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (ΟλΑΠ 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται, όμως, σ' αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 1334/2014).

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει στην ένδικη, από 20-7-2005 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ότι, την 28-11-1984, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τον προσέλαβε και, έκτοτε, διαρκώς τον απασχολεί, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην κατηγορία του ειδικού προσωπικού ασφαλείας, που οπλοφορεί κατά την παροχή της εργασίας του. Ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2004, δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής αδείας, το επίδομα αδείας και τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων με βάση τις τακτικές του αποδοχές, προσαυξημένες με τις αμοιβές που λάμβανε, σταθερώς και ανελλιπώς, για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία, υπερεργασία και για οπλοφορία κατά την παροχή της εργασίας, όπως όφειλε, σύμφωνα με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ από 18-6-1999 με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αλλά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην προϊσχύουσα, από 14-3-1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την προκύπτουσα διαφορά, ανερχόμενη στο ποσό των 11.493 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί εφέσεως της εναγομένης και αντεφέσεως του ενάγοντος, του οποίου η ως άνω αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως, αφού παρέθεσε, ορθώς, όλες τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, απέρριψε την αντέφεση, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 1151/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επιδίκασε στον ενάγοντα μόνο τις διαφορές από το μη συνυπολογισμό (στις καταβληθείσες αποδοχές κανονικής αδείας, επιδόματος αδείας και δώρων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων) της πρόσθετης αμοιβής που λάμβανε λόγω οπλοφορίας κατά την παροχή της εργασίας, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή "ως μη νόμιμη". Ειδικότερα, ως προς την απόρριψη της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων, αν και πράγματι είχε το δικαίωμα, μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα, να λαμβάνει τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας με συνυπολογισμό, επί των εν γένει τακτικών αποδοχών αυτού, των πρόσθετων αμοιβών που λάμβανε για παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και αργίες και για υπερεργασία, με την ένδικη αγωγή ζητεί, επί πλέον των όσων έλαβε, το μηνιαίο μέσο όρο των εν λόγω πρόσθετων αμοιβών (παραθέτει τα ποσά που έλαβε κατ' έτος για καθεμιά από τις αιτίες αυτές και διαιρεί το σύνολό τους με το 11, με τη σκέψη ότι στο 12ο μήνα του έτους αντιστοιχεί η κανονική άδεια, κατά την οποία δεν υπήρξε παροχή πρόσθετης εργασίας), υπό την έννοια ότι ο μέσος όρος εκφράζει ολόκληρος μεν τη δικαιούμενη προσαύξηση στο δώρο Χριστουγέννων, κατά το ήμισυ δε τη δικαιούμενη προσαύξηση αφ' ενός στο δώρο Πάσχα και αφ' ετέρου στο επίδομα αδείας. Ότι με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων ζητεί περισσότερα από όσα δικαιούται ("προβαίνει σε ανεπίτρεπτο διπλό υπολογισμό"), διότι παραλείπει να προσδιορίσει στην αγωγή και να αφαιρέσει από τα ποσά που ζητεί, εκείνα τα ποσά που ήδη έχει λάβει, ως προσαύξηση του μηνιαίου μισθού του σύμφωνα με τον υπολογισμό που είχε κάνει η εναγομένη κατά την καταβολή του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας (σύμφωνα με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, την οποία εφάρμοζε η εναγομένη και η οποία προέβλεπε προσαύξηση κατά το 1/8 από τις πρόσθετες αμοιβές, κατά περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, βλ. παραπάνω αρ.3). Ότι, αντίστοιχα, ως προς τις αποδοχές αδείας, στον υπολογισμό των οποίων η εναγομένη προέβαινε, σύμφωνα με την προϊσχύουσα, αλλά ήδη καταργημένη κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ρύθμιση της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, μόνο με βάση τον απλό μισθό και χωρίς να υπολογίζει ουδόλως (ήτοι ούτε κατά το 1/8) τις πρόσθετες αμοιβές, "ο ενάγων, σε κάθε περίπτωση, μη νομίμως προσθέτει στη βάση υπολογισμού της αιτούμενης αναλογίας [...] και τα ποσοστά των ως άνω πρόσθετων αμοιβών του, τα οποία έλαβε ως προσαυξήσεις και, μάλιστα, για τα επιδόματα εορτών και αδείας" (το εντός εισαγωγικών απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο).

6. Επειδή, με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Πράγματι, αν και ορθώς παρέθεσε και ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, στον οποίο προέβη, στη συνέχεια πλημμελώς υπήγαγε σ' αυτές το ιστορικό της αγωγής και κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι μη νόμιμη. Διότι ο ενάγων, με το να εκθέσει στην αγωγή ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, κατά τον υπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας και των αποδοχών αδείας έπρεπε να ληφθούν υπ' όψη και οι πρόσθετες αμοιβές, τις οποίες σταθερά λάμβανε για την παροχή υπερεργασίας και εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες και, στη συνέχεια, με το να παραθέσει στην αγωγή τις πρόσθετες αμοιβές, τις οποίες, κατά μήνα και συνολικά, είχε λάβει κατ' έτος μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα, εκπλήρωσε επαρκώς το δικονομικό βάρος επίκλησης προκειμένου να θεμελιώσει την αγωγή του στο νόμο. Η επαλήθευση του ύψους τού, με βάση τα στοιχεία αυτά, οφειλόμενου ποσού για δώρα εορτών, επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας ήταν ζήτημα ουσιαστικής δικαστικής διάγνωσης και τα τυχόν λάθη του ενάγοντος ως προς τη μέθοδο υπολογισμού δεν καθιστούσαν την αγωγή αόριστη ή μη νόμιμη. Και ακόμη, η τυχόν εκ μέρους της εναγομένης καταβολή για την ίδια αιτία κάποιων ποσών με το μερικό συνυπολογισμό (κατά το 1/8) των πρόσθετων αμοιβών κατά τον προσδιορισμό των επιδομάτων εορτών κλπ, τα οποία θα έπρεπε να αφαιρεθούν από τα αιτούμενα με την αγωγή, αποτελούσε δικονομικό βάρος της εναγομένης, υπό την έννοια ότι, αν και καθ' υποφορά και σύμφωνα με το καθήκον της αληθείας (ΚΠολΔ 116) θα έπρεπε να έχει αναφερθεί από τον ενάγοντα, μπορούσε να προβληθεί από την εναγομένη ως ισχυρισμός μερικής εξόφλησης ή, επικουρικώς, συμψηφισμού. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι πλημμέλειες αυτές και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

7. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρει την 6479/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπεμπει την υπόθεση, ως προς αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

Καταδικαζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαρτίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ