522/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2003 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 28/3/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/6/2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated522/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 12§1 εδ. β' του ΚΟΚ, οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 19§1 και 2 αυτού, ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 522 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 522/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2003 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 28/3/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/6/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 12/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά την διάταξη του άρθρου 560§1 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον, όταν αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου (αλλά και στην ερμηνεία), δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Για την πληρότητα, όμως, του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566§1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως, και σε τι συνίσταται η παράβαση, διότι άλλως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται, ως αόριστος.
Στην παρούσα περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το δικαστήριο (δικάζοντας επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικώς με το ζήτημα της συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος στην επέλευση του ατυχήματος και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη πλημμέλεια ανάγεται όχι στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην αόριστη νομική έννοια της υπαιτιότητος και της αιτιώδους συναφείας αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Άλλως, πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν και σε τι συνίστανται η παράβαση.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 του Ν.ΓπΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914, 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, ζημία και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή αυτή, η οποία αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομος συμπεριφορά του οδηγού, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφ' όσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, σε περίπτωση που προβάλλεται από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο, αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού αυτής, κατά το άρθρο 300 του Α.Κ.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 12§1 εδ. β' του ΚΟΚ, οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 19§1 και 2 αυτού, ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων υπ' όψη του τις επικροτούσες συνθήκες..., κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13§2 του ΚΟΚ, ο οδηγός οφείλει να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 17§2 αυτού το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα αριστερά.
Κατ' εξαίρεση το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημα προς την πλευρά αυτή, κατά την διάταξη δε του άρθρου 21§2 ο οδηγός υποχρεούται, πριν από κάθε ελιγμό να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης και κατά τις διατάξεις του άρθρου 23§1 και 2 αυτού ο οδηγός, προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά, υποχρεούται να κινηθεί έγκαιρα προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και να πραγματοποιήσει την στροφή κατά το δυνατόν κλειστή.
Προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού αν είναι μονής κατεύθυνσης. Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητος και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται ως αποδειχθέντα το δικαστήριο, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560§1 α του Κ.Πολ.Δ. (όπως και κατ' αυτήν του άρθρου 559 αριθμ. 1 αυτού), ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο και το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν αρκεί η αόριστη αναφορά ότι " παραβίασε τις διατάξεις...". Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το δικαστήριο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά:
Στις 22-2-2002 και περί ώρα 16.50 ο .... οδηγός του με αριθμό κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του εκινείτο επί της οδού ... της πόλης της ..., η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 7,60 μ. και με ένα ρεύμα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση, κατευθυνόμενος από ... προς την οδό ..., ευρισκόμενος στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας του.
Την ίδια χρονική στιγμή ο 1ος εναγόμενος, οδηγός της υπ' αρ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, με συνεπιβάτη του τον ..., εκινείτο στην ίδια με τον ενάγοντα οδό, με την ίδια κατεύθυνση, ευρισκόμενος στο δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας του. Όταν το πρώτο αυτοκίνητο με οδηγό τον ενάγοντα, το οποίο προπορευόταν της δίκυκλης μοτοσικλέτας, πλησίασε στο ύψος που η οδός ...
διασταυρώνεται κάθετα με την οδό ..., η οποία είναι μονόδρομος με πλάτος οδοστρώματος 5,40 μ., ο οδηγός του, ο οποίος επιθυμούσε να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό ..., μείωσε την ταχύτητα του, κινήθηκε ελαφρώς προς τα αριστερά ως προς την πορεία του, χωρίς πάντως να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, πιστεύοντας ότι κατ' αυτόν τον τρόπο, θα πραγματοποιούσε ευχερέστερα τη δεξιά στροφή επί της σχετικά στενής οδού στην οποία ήθελε να εισέλθει και στη συνέχεια χρησιμοποίησε τους δεξιούς δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης προκειμένου να εισέλθει στην ως άνω οδό.
Ο 1ος εναγόμενος, ο οποίος ακολουθούσε τον ενάγοντα και ήθελε να συνεχίσει την πορεία του επί της οδού ..., βλέποντας την αρχική κίνηση του ενάγοντος προς τα αριστερά πίστεψε - λανθασμένα και αδικαιολόγητα, καθώς ο ενάγων ουδόλως είχε ανάψει αριστερό φλας - ότι αυτός είχε σκοπό να στρίψει αριστερά και ως εκ τούτου επιχείρησε να προσπεράσει από τα δεξιά το προπορευόμενο όχημα του ενάγοντος, με αποτέλεσμα, τη στιγμή που ο ενάγων έστριβε προς τα δεξιά, να συγκρουστούν τα δύο οχήματα.
Τα μέρη των οχημάτων που συγκρούστηκαν ήταν το εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του ενάγοντος, στο ύψος της εμπρόσθιας δεξιάς πόρτας με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος της μοτοσικλέτας του 1ου εναγομένου. Μετά την, ως άνω, σύγκρουση, η δίκυκλη μοτοσικλέτα εξετράπη προς τα δεξιά και ανετράπη στην οδό ..., με αποτέλεσμα να τραυματιστούν σοβαρότερα ο 1ος εναγόμενος οδηγός της και ελαφρότερα ο συνεπιβάτης του και να υποστούν υλικές ζημίες και τα δύο οχήματα.
Το ανωτέρω αποτέλεσμα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα και δη αμέλεια των οδηγών και των δύο οχημάτων. Ειδικότερα, η αμέλεια του ενάγοντα και οδηγού του α' οχήματος συνίσταται στο ότι αυτός, αφενός μεν δεν οδηγούσε το όχημα του στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος (βλ. σχεδιάγραμμα της τροχαίας), αφετέρου δε, εφόσον είχε πρόθεση να στρίψει προς τα δεξιά, δε βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού οι οποίοι κινούνταν πίσω του, λαμβανομένης υπόψη της θέσης, κατεύθυνσης και ταχύτητας τους, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 21 ΚΟΚ.
Περαιτέρω, η αμέλεια του οφείλεται στο γεγονός ότι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, καθώς από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται το αντίθετο, επεχείρησε ένα αρχικό ελιγμό προς τα αριστερά δίδοντας τη, λανθασμένη, εντύπωση στον εναγόμενο που ακολουθούσε ότι θα έστριβε προς τα αριστερά, ενώ, επιπλέον, δεν άναψε δεξί φλας παρά μόνο όταν είχε αρχίσει να παίρνει ήδη τη στροφή, δηλαδή όχι αρκετά εγκαίρως, ώστε να αντιληφθεί ο εναγόμενος την κίνησή του.
Εξάλλου, η αμέλεια του 1ου εναγομένου και οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας συνίσταται στο ότι δε ρύθμισε επαρκώς την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες κυκλοφορίας ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο, πολύ περισσότερο όταν πριν την επίμαχη διασταύρωση υπάρχει τοποθετημένη πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (Κ-16), ούτε τηρούσε τη σχετική απόσταση ασφαλείας για αποφυγή σύγκρουσης από το προπορευόμενο όχημα, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 19 ΚΟΚ.
Περαιτέρω, η αμέλεια του συνίσταται και στο γεγονός ότι επεχείρησε προσπέραση από τα δεξιά του προπορευόμενου οχήματος του, κατά παράβαση του άρθρου 17 § 2 ΚΟΚ, όπου μία τέτοια προσπέραση επιτρέπεται κατ' εξαίρεση μόνο αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει εγκαίρως σήμα ότι πρόκειται να στρίψει αριστερά και υπάρχει αρκετός χώρος από τα δεξιά του προπορευόμενου οχήματος, προϋποθέσεις οι οποίες εξέλιπαν αμφότερες, εν προκειμένω, καθώς ούτε αριστερό φλας είχε βγάλει ο ενάγων, ούτε επαρκής χώρος υπήρχε για τον εναγόμενο από τα δεξιά του ενάγοντος, καθότι η λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινούνταν τα δύο οχήματα ήταν ενός ρεύματος.
Επομένως, και οι δύο οδηγοί δεν κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή την οποία κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος όφειλε και μπορούσε, υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και την οποία μπορούσαν να καταβάλουν και έτσι να αποφύγουν το παράνομο και αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο βρίσκεται σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την παραπάνω πράξη τους..".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε συνυπαιτίους στην επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών αμφοτέρους τους οδηγούς των εμπλακέντων εις αυτό οχημάτων, κατά ποσοστό 70% τον αναιρεσείοντα και 30% τον α' αναιρεσίβλητο και, κατά παραδοχή της εφέσεως του δευτέρου (απορρίπτοντας την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος), εξαφάνισε την πρωτόδικο απόφαση, η οποία, ως προς το ποσοστό της συνυπαιτιότητος εκάστου τούτων είχε κρίνει αντιστρόφως.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 α του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων του Κ.Ο.Κ, εν σχέσει προς το "σύνολο της οδηγικής συμπεριφοράς αμφοτέρων των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της επικλήσεως αυτού, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Άλλως, πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο πού εντοπίζεται η παράβαση, κατά την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Άλλως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι τα εκτιθέμενα, κατά τα ανωτέρω, στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος του αφορούν στην οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας αυτού στην επέλευση του ατυχήματος και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η υπαιτιότητα δε τούτου δεν αποκλείεται από την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος-α' αναιρεσιβλήτου, η οποία επάγεται την μη επιδίκαση ή την μείωση του ποσού της αποζημιώσεως, το ποσοστό της οποίας δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), στα δικαστικά έξοδα εκάστου των αναιρεσιβλήτων, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-6-2008 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 68/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκάστου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ