522/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2003 αγωγή της Π1 που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 442/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 558/2006 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12/1/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated522/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση και ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες.
Full text
Απόφαση 522 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 522/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. ......2. ...... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Καραγιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλη Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2003 αγωγή της Π1 που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 442/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 558/2006 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12/1/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 22/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια, ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση και ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες.
Το δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση που εκδίδεται τέμνει τη διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, και η έκταση αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται προς το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 959/1985). Περαιτέρω κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί ν' ασκηθεί και με κύρια αγωγή".
Μεταξύ των ενστάσεων οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο, μολονότι δεν προτάθηκαν, αν και μπορούσαν να προταθούν, περιλαμβάνεται και η από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ ένσταση εξόφλησης. Η ένσταση αυτή, όπως προκύπτει από το άρθρο 70 ΚΠολΔ, μπορεί να προταθεί και κατά αναγνωριστικής αγωγής, αφού, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση εξοφλήσεως, καταλύεται το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, για αναγνώριση της ύπαρξης της έννομης σχέσης, στην οποία αναφέρεται η αναγνωριστική αγωγή και επομένως η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τ' ακόλουθα: Η Π1 μητέρα της αναιρεσίβλητης είχε ασκήσει κατά των αναιρεσειουσών και του Κ1 ήδη αποβιώσαντα και κληρονομηθέντα από τις αναιρεσείουσες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, του Μ1 την από 1-11-93 αναγνωριστική αγωγή αμοιβής από παροχή εξαρτημένης εργασίας, ποσού 50.280.000.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα της αγωγής στο ποσό των 36.000.000 δραχμών και οι εναγόμενοι (τρείς τότε) αποδέχθηκαν την αγωγή όπως περιορίστηκε. Ακολούθως, με βάση τη ρητή δήλωση των εναγομένων που καταχωρίστηκε στα πρακτικά περί αποδοχής της αγωγής, όπως αυτή είχε περιορισθεί προς το αίτημά της, εκδόθηκε η 2192/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι, ο καθένας ανάλογα με την κληρονομική μερίδα του, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ανωτέρω χρηματικό ποσό.
Η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη. Μετά από μια 10ετία περίπου η πιο πάνω αναφερόμενη ενάγουσα Π1 άσκησε εναντίον των ίδιων εναγομένων - αναιρεσειουσών, οι οποίες, στο μεταξύ, κληρονόμησαν τον συνεναγόμενό τους με την ανωτέρω αναγνωριστική αγωγή Κ1 νέα αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείουσες να καταβάλουν σ' αυτή, συμμέτρως, το προαναφερόμενο ποσό των 36.000.000 δρχ, με το νόμιμο τόκο.
Προς απόκρουση της αγωγής αυτής οι εναγόμενες - αναιρεσείουσες προέβαλαν νόμιμα τον ακόλουθο ισχυρισμό: Ότι στις 20.9.1994, δηλαδή την προηγούμενη ημέρα από τη συζήτηση της (πρώτης) αναγνωριστικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (21.9.1994), αυτές, ο συνεναγόμενός τους Κ1 , ο οποίος ήδη απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν, γι' αυτόν, ως κληρονόμοι του, και η ενάγουσα Π1 προήλθαν σε συμβιβαστική συμφωνία, για την οποία συντάχθηκε το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό - απόδειξη, με βάση την οποία η ενάγουσα δέχθηκε να περιορίσει το ζητούμενο με την αγωγή της ποσό των 52.280.000 δρχ.
σε 36.000.000 δρχ. και το αίτημά της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, οι εναγόμενοι κατέβαλαν αυθημερόν το ποσό των 36.000.000 δρχ. στην ενάγουσα και επί πλέον (συμφώνησαν) να εμφανιστούν την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 21.9.1994, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που θα γινόταν η συζήτηση της αγωγής και η μεν ενάγουσα θα εδήλωνε τον περιορισμό του ζητούμενου χρηματικού ποσού, ως άνω, οι δε εναγόμενοι θ' αποδέχονταν την αγωγή, όπως αυτή θα περιοριζόταν κατά το αίτημά της.
Ότι η ανωτέρω συμφωνία τηρήθηκε, αφού οι εναγόμενοι κατέβαλαν το άνω ποσό στην ενάγουσα και εκδόθηκε απόφαση, η 2194/1994, σύμφωνα με τη δήλωση περί αποδοχής της αγωγής. Ότι σκοπός έκδοσης της άνω απόφασης ήταν να αποτελέσει αυτή αποδεικτικό στοιχείο ενώπιον της αρμόδιας φορολογικής αρχής, για ν' αναγνωρίσει η εν λόγω αρχή το ποσό, το διαλαμβανόμενο στην απόφαση, ως παθητικό της κληρονομίας του Μ1 , που κληρονομήθηκε από τους εναγόμενους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την 442/2004 απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω ένσταση των εναγομένων - αναιρεσειουσών, ως απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα με τα άρθρα 322, 324 και 330 ΚΠολΔ, καλύπτεται από το δεδικασμένο που υπάρχει από την 2192/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ομοίως έκρινε και το Εφετείο Κρήτης, ενώπιον του οποίου προσέβαλαν την άνω 442/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου οι αναιρεσείουσες, με έφεσή τους, με την οποία και με ειδικό λόγο επανέφεραν την προαναφερόμενη ένστασή τους.
Έτσι έγινε δεκτή τελεσιδίκως η καταψηφιστική αγωγή που άσκησε το 2003 η ενάγουσα Π1 η οποία, σημειωτέον, κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Εφετείου απεβίωσε και τη δίκη γι' αυτή συνεχίζει η κληρονόμος της αναιρεσίβλητη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου, και δη των προαναφερομένων διατάξεων του ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι όσον αφορά την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειουσών υπάρχει δεδικασμένο από την 2192/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, η συμφωνία που έκαναν με την ενάγουσα Π1 ολοκληρώθηκε με την έκδοση της 2192/1994 απόφασης, η οποία προοριζόταν για τη φορολογική αρχή και ως εκ τούτου κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 21.9.1994, την αποδοχή της οποίας δήλωσαν οι αναιρεσείουσες, δεν ήταν δυνατόν να προταθεί ένσταση εξόφλησης και ορθώς προτάθηκε αυτή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά τη συζήτηση της καταψηφιστικής αγωγής.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 558/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ