Legislator Case Law & Legislation
522/2007 AI generated

522/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 522/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 522 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 522/2007

Legislator headnote

AI generated

522/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 522 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 522/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 522 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 522/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ν. Πολιτικού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1......, 2. .... 3. ..... , 4. ..... , 5. α. υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", που είχε έδρα την ..... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνεκκαθαριστές της .... και .... β...... , ατομικά για τον εαυτό του, και γ. .... , ατομικά για τον εαυτό του. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Αυγούστου 2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Λάρισας.

Εκδόθηκε η 368/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε τις από 5 Ιανουαρίου 2007 και 19 Ιανουαρίου 2007 εκθέσεις της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με τις οποίες εισηγήθηκε με την μεν πρώτη να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η ένδικη αναίρεση και με την δεύτερη την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος, που απομένει στον ιδιοκτήτη, να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο". Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 20 παρ. 2 και 4 του ιδίου Κώδικα "μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής. Εάν η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης. Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία που υφίσταται ο ιδιοκτήτης γιατί το τμήμα, που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του. 2) Στην περίπτωση αυτή (μειώσεως αξίας...) ο ιδιοκτήτης της δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως. γ) Αν ο ιδιοκτήτης δεν ζήτησε τον καθορισμό και την παροχή τέτοιας αποζημιώσεως κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, που οφείλεται για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, μπορεί να ζητήσει τον καθορισμό αυτής απευθείας από το Εφετείο, είτε με την αίτηση, με την οποία ζητεί τον οριστικό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν τμήμα, είτε με ιδιαίτερη αίτηση, η οποία πρέπει να υποβληθεί σε τέτοιο χρόνο, ώστε να είναι δυνατός ο ενιαίος καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν και για το τμήμα, που απέμεινε, με την ίδια απόφαση. Και 4) ο καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημιώσεως μπορεί να επιδιωχθεί και με αίτηση απ' ευθείας στο Εφετείο και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας, όταν δεν έχει επιδοθεί η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το τμήμα, που απαλλοτριώθηκε, εφόσον δεν υπήρχε αίτημα καθορισμού και για το τμήμα, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, και ως εκ τούτου αυτό (αίτημα καθορισμού τιμής μονάδας για το εναπομείναν) δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης. Δεν συντρέχει, όμως η περίπτωση αυτή, όταν στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημιώσεώς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου υποβλήθηκε από τον καθού η αίτηση εικαζόμενο δικαιούχο της αποζημιώσεως ανταίτηση για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα του ακινήτου, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτού, αλλά το δικαστήριο εκείνο δεν ασχολήθηκε με την ανταίτηση αυτή και δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, οπότε θεωρείται ότι την απέρριψε σιωπηρώς. ΄Ετσι, στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω αίτημα αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, οπότε η αίτηση για τον οριστικό καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα του ακινήτου, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, πρέπει να επιβληθεί ενώπιον του Εφετείου, εφόσον η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν έχει επιδοθεί, εντός της εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευσή της.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αίτηση των αναιρεσιβλήτων, πλην του τετάρτου από αυτούς, με την οποία αυτοί ζήτησαν απευθείας από το δικαστήριο εκείνο τον οριστικό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα των ακινήτων τους, έχει ασκηθεί παραδεκτώς, καίτοι παρήλθε η τασσόμενη από το άρθρο 20 παρ. 2 εδ. γ΄ του ν. 2882/2001 εξάμηνη προθεσμία από την έκδοση της της μη κοινοποιηθείσης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων, διότι το δικαστήριο αυτό δεν αποφάνθηκε επί της ανταιτήσεώς τους για τον προσωρινό καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το ως άνω εναπομείναν τμήμα των ακινήτων τους κι΄ έτσι το αίτημά τους αυτό δεν απετέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, την αίτηση των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ..

ΙΙ. Επειδή, όπως προκύπτει από την 1607/2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η γνώμη αυτού ως προς τον κατ΄ ορθή εκτίμηση, δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε, για τον προσδιοριζόμενο λόγο, απαράδεκτη (και) την αίτηση του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων περί οριστικού καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα του ακινήτου του, είναι αρνητική, διότι δεν γίνεται επίκληση με το αναιρετήριο, ότι το απαράδεκτο αυτό είχε προβληθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2721/1999, η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον αφορά τον πιο πάνω αναιρεσίβλητο, θεωρείται ότι δεν έχει εισαχθεί ως προς τον ανωτέρω λόγο.

ΙΙΙ. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999, με την οποία ορίζεται, ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών ΄Εργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως, βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημιώσεως, αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές, συνάγεται, ότι με την εν λόγω διάταξη στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 114 παρ. 5, 100 παρ. 1, 107 παρ. 1 επ. του Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", με τις οποίες προβλέπονται υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή αφού ορίζεται από την διάταξη ότι σε κάθε περίπτωση η οφειλομένη αμοιβή με πιο τα πάνω ποσά και ποσοστά βαρύνει τον υπόχρεο σε αποζημίωση, δεν αντιστρατεύεται τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης ούτε και εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος, αλλά περιορίζεται επιτρεπτώς το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου (ΑΠ 436/2006). Επομένως, το Εφετείο, με το να προσδιορίσει την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 3% επί του ποσού της καθορισθείσης ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση για την εκτέλεση Ολυμπιακών ΄Εργων τμήμα του ακινήτου του και να μην την περιορίσει στο ποσοστό του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999, παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή με τη μη εφαρμογή της, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, κατά τον βάσιμο τρίτο λόγο της αναιρέσεως κατ΄ ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.

IV. Επειδή μετά τα παραπάνω, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξή της, με την οποία καθορίστηκε η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, όσον αφορά τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ....., και στο σύνολό της καθόσον αφορά όλους τους άλλους αναιρεσιβλήτους, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα μέρη, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 368/2005 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης α) εν μέρει και ειδικότερα κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξή της ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ..... και β) στο σύνολό της ως προς όλους τους άλλους αναιρεσιβλήτους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναριεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ