Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to absent defendants and non-justiciable nullity claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appellees failed to appear or be represented during the hearing. The appellant challenged a final judgment against two entities, one of whom had previously been tried in absentia and thus retained the right to file a nullity action. The court ruled that the nullity claim regarding the absent party could not be examined incidentally and that the appeal was inadmissible against the second appellee as the alleged errors did not affect them.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 503(1) of the Code of Civil Procedure; Article 558 and 566 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court examines the legality of summons when a party is absent; a nullity action filed against a party tried in absentia cannot be examined incidentally during a review of a final judgment; an appeal is inadmissible against a co-defendant if the alleged errors do not affect that specific party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 521 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 521/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΙΠΠΟΚΡΑΤΙΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ Συν. Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρωτόπαππα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν. Γ. (ΑΕΤΕΚ)", που εδρεύει στις Αφίδνες Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, και 2) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-04-2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας για την ακύρωση της 3614/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6621/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3292/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων οικοδομικός συνεταιρισμός με την από 15-03-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 32/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 536/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι, ούτε υποβλήθηκαν ως προς αυτούς, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό με αριθμούς ....2024 και ....2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Θ. Σ., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 15.3.2022 αίτηση αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 29ης.1.2024 και με τη με αρ.
πρωτ. 57/5.3.2024 βεβαίωση αναβολής της Γραμματέως του Τμήματος Πολιτικού Αρχείου αυτού του Δικαστηρίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20.1.2025) επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντα, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη και δεύτερο αναιρεσιβλήτους, αντιστοίχως. Πρέπει συνεπώς, η υπόθεση να δικασθεί παρά την απουσία τους (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των εντολοδόχων τους". Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν (ΑΠ 2024/2022, ΑΠ 1697/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδάφ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β περ. β του ιδίου Κώδικα, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 211/2023, ΑΠ 602/2021, ΑΠ 692/2021).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών για την άσκησή της, από την επίδοση της απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση. Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 211/2023, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 45/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 του ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 211/2023, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 597/2021). Τέλος, το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, 211/2023, 792/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ και για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 17.4.2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος οικοδομικού συνεταιρισμού, ο τελευταίος ζήτησε για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, την ακύρωση, κατ' άρθρο 632 ΚΠολΔ, της με αριθμό 3614/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την ανακοπή του αυτή ο ανακόπτων συνεταιρισμός έστρεψε κατά της αιτηθείσας την έκδοση της διαταγής πληρωμής εργοληπτικής εταιρείας "ΑΦΟΙ Ν.Γ. ΑΕΤΕΚ" (ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων), με την οποία εφέρετο να είχε συνάψει σύμβαση έργου, και κατά του Δ. Κ. (ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων), προς τον οποίο, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, στις 3.3.2017, η παραπάνω εργολήπτρια εταιρεία εξεχώρησε την απαίτησή της από το εργολαβικό της αντάλλαγμα, αναγγείλασα την εκχώρηση στον οφειλέτη της οικοδομικό συνεταιρισμό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων τη με αριθμό 6621/2019 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε ως παθητικώς ανομιμοποίητη την ανακοπή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του εκδοχέα Δ. Κ., για το λόγο ότι αυτός απέκτησε ως εκδοχέας την ένδικη αξίωση σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, και ως προς την εργολήπτρια εταιρεία στο σύνολό της, επικυρώνοντας τη προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής.
Μετά από την από 29.9.2019 έφεση του ηττηθέντος οικοδομικού συνεταιρισμού, την οποία αυτός έστρεψε κατά αμφοτέρων των καθών η ανακοπή, ως εφεσιβλήτων, εκδόθηκε η με αριθμό 3292/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη). Με την τελευταία αυτή απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας ερήμην της εφεσίβλητης εργολήπτριας εταιρείας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων δέχθηκε την έφεση κατ'ουσίαν, και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, μόνον κατά το μέρος που αφορούσε τη διάταξη της διαταγής πληρωμής περί τόκων, και έκανε κατά τούτο δεκτή την ανακοπή, ενώ διέλαβε σκέψη για το απαράδεκτο της απεύθυνσης της ασκηθείσας έφεσης κατά του Δ.
Κ., ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεώς του, η οποία (απόρριψη της έφεσης) παρόλο που τεχνικώς εμφανίζεται ως μέρος του σκεπτικού της προσβαλλομένης, έχει τα προσόντα διατακτικού, αφού περιλαμβάνει σχετική δικαστική διάγνωση (ΑΠ 2160/2007, ΑΠ 947/2003), πολύ περισσότερο αφού, με τη προσβαλλομένη απόφαση επιδικάζεται μέρος της δικαστικής δαπάνης του εκκαλούντος και εις βάρος του παραπάνω εφεσιβλήτου.
Με την από 15.3.2022 ένδικη αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων οικοδομικός συνεταιρισμός προσβάλλει τη με αριθμό 3292/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η ένδικη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν. Γ. ΑΕΤΕΚ" είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθότι η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς την παραπάνω αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι ως προς αυτήν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.
Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η παραπάνω αναιρεσίβλητη εταιρεία, δικάσθηκε ερήμην ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου έχει δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε, έννομο συμφέρον της για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου δεν μπορεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο κατά την εξέταση της τελεσιδικίας ή μη της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Από τα έγγραφα, δε, της δικογραφίας δεν προκύπτει ούτε, άλλωστε, γίνεται σχετική επίκληση από τον παριστάμενο αναιρεσείοντα οικοδομικό συνεταιρισμό, ότι επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εταιρεία η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αρχίσει η προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών του άρθρου 503 παρ.1 του ΚΠολΔ, για την εκ μέρους της άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ούτε ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 157/2018, ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 1521/2007).
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, καθόσον ουδείς από τους προβαλλόμενους λόγους που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, αφορά στον αναιρεσίβλητο αυτό, και συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η προσβαλλομένη ως προς τον εν λόγω αναιρεσίβλητο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα στο σύνολό της, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, και πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων συνεταιρισμός για το παραδεκτό της αίτησής του στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν εις βάρος του, λόγω της ήττας του, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι εξ αιτίας της ερημοδικίας τους δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.3.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3292/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ