Legislator Case Law & Legislation
521/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claims of lack of hearing and interpreter issues.

Case Number 521/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance court decision, ruling that the procedural defects alleged were unfounded. The appellant claimed a lack of hearing and argued that a witness interpreter violated specific articles of the Criminal Procedure Code, but the court found no evidence of denied rights or illegal appointment. Consequently, the court rejected the appeal in its entirety and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510, 515, 578 of the Code of Criminal Procedure; An appeal must be dismissed if the alleged procedural violations, such as lack of hearing or improper interpreter appointment, are proven to be non-existent or cured by the law.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Appeal Dismissal Procedural Defects Interpreter Appointment Legal Costs Lack of Hearing Second Instance Court

Cited Legislation

AI generated
Article 510, paragraph 1, items D, A, E, and B of the Code of Criminal Procedure
Article 515, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 578, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Articles 233, 234, and 236 of the Code of Criminal Procedure
Articles 170, 173, and 174, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 521 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 521/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα-Εισηγήτρια, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης M. Z. του V., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά, για αναίρεση ΖΤ 716/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Μ. του Α. (κόρη της παθούσας και ήδη θανούσας Τ. Μ.), κάτοικο ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και Η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 4-7-2023 αίτησή της αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, Διονυσίας Δημήτρουλα, έλαβε αριθμό Ε.Μ. 20/2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε 1) Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε αφενός μεν την απόρριψη του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε η υποστηρίζουσα την κατηγορία και την πρόοδο της δίκης, αφετέρου δε, μετά την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής από το Δικαστήριο, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και 2) τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο...". Στην προκείμενη περίπτωση πριν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης εμφανίστηκε αυτοπροσώπως η υποστηρίζουσα την κατηγορία Ε.

Μ. του Α., η οποία υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης αυτής, επικαλούμενη ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Μάρκου Κουντουράδα, και ειδικότερα όπως ακριβώς δήλωσε "είναι άρρωστος ο δικηγόρος", χωρίς να προσκομίσει οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό για την απόδειξη του λόγου αναβολής. Το προβαλλόμενο, όμως, από την εμφανισθείσα ως άνω διάδικο, αίτημα αναβολής, δεν συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση, που να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, ενόψει μάλιστα και της αοριστίας του προβαλλόμενου λόγου.

Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο. Η από 4-7-2023, αίτηση, της Z. M. του V. και της M., ασκηθείσα ενώπιον της Γραμματέα Πλημμελειοδικείου Αθηνών Δ. Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ 716/2023 αποφάσεως του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, για την αξιόποινη πράξη απλής σωματικής βλάβης και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο συμφέρον πρόσωπο και δη ασκήθηκε αυτοπροσώπως από την ίδια την κατηγορούμενη - καταδικασθείσα (κατά τα άρθρα 466 παρ. 1 και 474 παρ. 1 εδ.

α' και 505 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ), εμπροθέσμως (εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. βιβλίο καθαρογραφής στις 4-7-2023), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης: α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, β) την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γ) την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δ) την έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 172 παρ. 2 ΚΠοινΔ (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ', Α', Ε' και Β' ΚΠοινΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, "Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", ενώ κατά την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ.

α' του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ και την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων, και αυτού της σωματικής βλάβης, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ΝΠΚ, απαιτείται έγκληση, εκτός αν ο παθών είναι υπάλληλος και η πράξη τελέσθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της οπότε η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη.

Η έγκληση, που είναι η δήλωση βουλήσεως του παθόντος προς την αρμόδια δικαστική αρχή ότι επιθυμεί την δίωξη της κατ' αυτού τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως, αφενός αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, γιατί η παραμέληση υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης η οποία διώκεται κατ' έγκληση, αφετέρου συνιστά δικονομικό θεσμό, γιατί αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης, και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η έλλειψή της (Ολ.

ΑΠ 1/2007, ΑΠ 399/2023, ΑΠ 288/2022).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. 'Ελλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη, που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού.

Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά, που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως, διότι σε τέτοια περίπτωση δεν πρόκειται για συμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό αλλά ούτε καν για πιστή αντιγραφή του τελευταίου, οπότε, αν το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού, η ταύτιση του περιεχομένου σκεπτικού και διατακτικού είναι δυνατό να μην συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας [ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 1168/2019, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1195/2017, ΑΠ 1055/2017, ΑΠ 883/2017, ΑΠ 511/2015].

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός αυτών κατά το είδος τους και δεν απαιτείται η αναλυτική τους παράθεση ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου.

Πλην όμως δεν αρκεί να περιορίστηκε το Δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ, αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ' αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που δεν συμβαίνει στην απλή σωματική βλάβη (ΑΠ 1594/2022).

Εξάλλου, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους παραδεκτά προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και αυτός περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της απαιτούμενης για τη δίωξη της πράξης έγκλησης (ΑΠ 101/2023, ΑΠ 576/2018). Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι` αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Συνακόλουθα, η άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως αυτή, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 1245/2022, ΑΠ 160/2019, ΑΠ 287/2016).

Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απαιτείται να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάστηκε, η μορφή της παραβίασης, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία αυτής και το περιεχόμενο των νομικών πλημμελειών της απόφασης.

Δηλαδή, εάν προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία, πρέπει να προσδιορίζεται η έννοια που αποδόθηκε στη διάταξη κατά την ερμηνεία της από το δικαστήριο ή, εάν προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή, πρέπει να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη.

Σε περίπτωση δε που προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης εκ πλαγίου και έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να προσδιορίζονται οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις ή τα λογικά κενά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την υπαγωγική λειτουργία, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόστηκε και προβλέπει την αξιόποινη πράξη, για την οποία υπήρξε καταδίκη (Ολ ΑΠ 19/2001, ΑΠ 1416/2022, 682/2019).

Οι αιτιάσεις, όμως, με τις οποίες πλήττεται η περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν θεμελιώνουν αναιρετικό λόγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ ΑΠ 643/2023, ΑΠ 1605/2022, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 1471/2019, ΑΠ 564/2019).

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 172 παρ. 2 του ΚΠοινΔ "σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και όταν ο Εισαγγελέας ή ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Β' του ίδιου Κώδικα, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προβληθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε καθώς και η κατά το άρθρο 172 παρ. 2 ΚΠοινΔ έλλειψη ακρόασης (ΑΠ 618/2023, ΑΠ 2022/2018). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διαδικασία στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 66 του ΚΠοινΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής αυτής κατά το άρθρο 67 ΚΠοινΔ, ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου ποινικού δικαστηρίου.

Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν στην παράσταση ή στην εκπροσώπηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν ασκούν επιρροή στην νομιμότητα της εν λόγω παράστασης και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη.

Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως υποστηρίζων την κατηγορία και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το επιτρεπτό της παραστάσεως του υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία.

Η δήλωση, εξάλλου, παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 εδ. α' ΚΠοινΔ, περί νομιμοποίησης κληρονόμων, ορίζεται ότι "αν αποβιώσει ο κατά το προηγούμενο άρθρο δικαιούμενος, οι κληρονόμοι συνεχίζουν τη δηλωθείσα πριν το θάνατό του παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας" (ΑΠ 547/2023, ΑΠ 142/2023, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 1245/2016).

Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. ΖΤ 716/2023 απόφασης, το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από όλη την συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η κατηγορουμένη στην Καλλιθέα Αττικής, την 14-12-2016, επιτέθηκε κατά της εγκαλούσας Τ.

Μ. και με μία ξύλινη σκούπα της κατάφερε χτυπήματα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, στο αριστερό της μπράτσο και σε άλλα σημεία του σώματός της και την τραυμάτισε, προξενώντας της σωματικές κακώσεις και δη εκχύμωση κατά τον αριστερό βραχίονα (πρόσθια επιφάνεια), μικροεκδορές κατά το δεξιό βραχίονα (έσω επιφάνεια), κεφαλαλγία, ζάλη και εμβοές ώτων.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σε αυτήν αξιόποινης πράξης". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης, για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"Κηρύσσει αυτήν ένοχη, του ότι στην Καλλιθέα Αττικής, την 14-12-2016, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, δηλαδή επιτέθηκε κατά της εγκαλούσας Τ. Μ. και με μία ξύλινη σκούπα της κατάφερε χτυπήματα στο πίσω μέρος του σώματός της και την τραυμάτισε, προξενώντας της σωματικές κακώσεις και δη εκχύμωση κατά τον αριστερό βραχίονα (πρόσθια επιφάνεια), μικροεκδορές κατά το δεξιό βραχίονα (έσω επιφάνεια), κεφαλαλγία, ζάλη και εμβοές ώτων".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της απλής σωματικής βλάβης, αφού οι παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, ναι μεν ταυτίζονται κατά το περιεχόμενό τους με τα όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς, όμως, αυτό να συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, δεδομένου ότι το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην προπαρατεθείσα σχετική νομική σκέψη της παρούσης.

Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση, περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1 εδ.

α', 27 και 308 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα προσδιορίζονται με πληρότητα και ακρίβεια ο τόπος, χρόνος, τρόπος και λοιπές περιστάσεις τέλεσης του ως άνω εγκλήματος και δη το είδος και η βαρύτητα των σωματικών κακώσεων, τα πληγέντα σημεία του σώματος της παθούσας καθώς και ο δόλος της κατηγορουμένης, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πρόκλησης της ως άνω σωματικής κάκωσης και ο οποίος (δόλος) εξυπακούεται ότι υπάρχει από την εκ μέρους της πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης.

Σε σχέση δε, με τις επιμέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ήτοι ότι η προσβαλλομένη απόφαση με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τους λόγους της εφέσεώς της, και ειδικότερα ότι, κακώς : α) το Δικαστήριο υιοθέτησε τις ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι δεν είχαν ιδία αντίληψη των επίδικων περιστατικών, β) δεν αξιολόγησε τις αντιφάσεις των ανωτέρω μαρτύρων, ως προς την αιτία γένεσης του επίδικου επεισοδίου, γ) έλαβε υπόψη του όψιμα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίσθηκαν, από την υποστηρίζουσα την κατηγορία, τα οποία δεν είχαν βεβαία χρονολογία, ήταν άσχετα με το επεισόδιο και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης, αυτές (αιτιάσεις) αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και είναι απαράδεκτες.

Τούτο δε διότι με αυτές (αιτιάσεις), υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η αποδιδόμενη αιτίαση περί πλημμέλειας της προσβαλλομένης αποφάσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ, ήτοι ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του επικουρικά προβληθεντος ισχυρισμού της, περί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην έννοια της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί αυτοτελή, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη διαλαμβάνονται και συνεπώς, η απόρριψή του, δεν έχρηζε ειδικής αιτιολογίας.

Εν πάση δε περιπτώσει, αφού η κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη που της αποδόθηκε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ο ως άνω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός έχει απαντηθεί με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα επικαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚποινΔ) για το ότι το δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε τους νομοτύπως υποβληθέντες αναφερομένους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, παραβιάζοντας έτσι τα δικαιώματά της.

Ειδικότερα, δε οι υποβληθέντες ισχυρισμοί αυτής έχουν, επακριβώς, ως εξής: "Η αρξαμένη εις βάρος μου ποινική δίωξη για δήθεν πρόκληση σωματικής κάκωσης, την 14-12-2016 εις βάρος της Μ. Τ., κατ' άρθρον 308 παράγραφος 1 ΠΚ, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα για τους ακόλουθους λόγους. Με την από 19-12-2016 ένορκη εξέταση μάρτυρα, δια διερμηνέως, η Τ.

Μ. του Β. με κατήγγειλε ότι τάχα την χτύπησα και την απείλησα σύμφωνα με τα υπ'αυτής ιστορούμενα στην άνω κατάθεσή της. Μετά ταύτα ησκήθη ποινική δίωξη εις βάρος μου, για απλή σωματική βλάβη και για απειλή, του τελευταίου υποκύψαντος στην παραγραφή βάσει νόμου. Στη συνέχεια,η υπόθεση αυτή ήχθη στο ακροατήριο του ΣΤ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εξεδικάσθη κατά την δικάσιμο της 29-9-2021.

Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ενεφανίσθη η Ε. Μ. δήλωσε τον θάνατο της μητέρας της, της φερόμενης ως παθούσης και, συγχρόνως, δήλωσε παράσταση για υποστήριξη της κατηγορίας, λόγω ηθικής βλάβης. Παρά την άνω δήλωσή της δεν προσκόμισε ληξιαρχική πράξη θανάτου, ούτε το σχετικό παράβολο υπέρ του δημοσίου.

Συνεπώς η εν λόγω παράσταση ήτο παράτυπη και έπρεπε να αποβληθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 308 παράγραφος 2 του ΠΚ για την δίωξη του εν λόγω αδικήματος απαιτείται έγκληση. Ωσαύτως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 114 ΠΚ " Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται εάν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη". Επειδή κατ' άρθρο 171 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα υπάρχει αν ο υποστηρίζων την κατηγορία παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Ωσαύτως κατ' άρθρο 174 ΚΠΔ η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψιν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Τέλος, κατ' άρθρο 510 ΚΠΔ "ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο: η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ)". Ενόψει των ανωτέρω είναι σαφές ότι εν προκειμένω έχουμε ένα αδίκημα (άρθρο 308 ΠΚ), το οποίο διώκεται υποχρεωτικά κατ' έγκληση. Επίσης, είναι δεδομένο ότι για την άσκησή της απαιτείται χρονικό διάστημα τριών μηνών.

Εν προκειμένω η φερομένη ως παθούσα δεν άσκησε έγκληση εντός τριών μηνών από της επίδικης πράξεως και εντεύθεν (14-12-2016), αντίθετα εμφανίζεται την 30-10-2019 και με υπεύθυνη δήλωση υποβάλει έγκληση για τα αδικήματα που αναφέρονται στην ήδη σχηματισθείσα δικογραφία. Η τοιαύτη όμως ΔΗΛΩΣΗ-ΕΓΚΛΗΣΗ ουδεμία έννομη συνέπεια έχει διότι απλούστατα το εν λόγω αδίκημα έχει προ πολλού υποπέσει στη ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ.

Η αναφορά στο κείμενο της εν λόγω δηλώσεως του άρθρου 464 ΠΚ είναι αλυσιτελής, διότι η εν λόγω διάταξη κατά τρόπο σαφή εφαρμόζεται για εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα κώδικα, ενώ διωκόταν αυτεπαγγέλτως από το προ ισχύον δίκαιο.

Στην υπό κρίση περίπτωση το αδίκημα του άρθρου 308 ΠΚ και με το προγενέστερο ποινικό κώδικα διώκετο μόνον κατ' έγκληση (άρθρο 315 ΠΚ) συνεπώς στην παρούσα υπόθεση το επίδικο αδίκημα (άρθρο 308 ΠΚ) έχει προ πολλού υποκύψει στην τρίμηνη παραγραφή. Ως εκ τούτου και η παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας είναι παράνομη και προεχόντως απαράδεκτη γεγονός που ενέχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά τα προναφερθέντα.

Επειδή, επικουρικώς ότι και η ένορκη εξέταση της Τ. Μ. στις αστυνομικές αρχές ενέχει ακυρότητα της όλης διαδικασίας, αφού αυτή εγνώριζε άπταιστα Ελληνικά, η δε διορισθείσα ως διερμηνέας με καταγωγή από την Γ., δεν είχε τα προσόντα του διερμηνέως αλλά είχε και την ιδιότητα της μάρτυρος κατά παράβαση του άρθρου 234 παράγραφος α' ΚΠΔ.

Σε κάθε περίπτωση και εντελώς επικουρικά η φερόμενη σωματική βλάβη είναι όλως ελαφρά και ως εκ τούτου παραγεγραμμένη. Επειδή επιφυλάσσομαι παντός δικαιώματός μου. Δια ταύτα αιτούμαι να παύσει οριστικά η εις βάρος μου αρξαμένη ποινική δίωξη και να απαλλαγώ της κατηγορίας". Όσον αφορά τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω μη υποβολής εγκλήσεως από την παθούσα (ήδη θανούσα) μητέρα της υποστηρίζουσας την κατηγορία, το δικάσαν ως άνω σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αφού άκουσε την Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε αυτόν, με την εξής αιτιολογία: "Ο ως άνω ισχυρισμός θα πρέπει ν' απορριφθεί διότι η παθούσα είχε υποβάλλει έγκληση την 19-12-2016 όταν είχε δηλώσει ρητά ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη" (βλ.

σελ. 4 προσβαλλομένης αποφάσεως).

Συνεπώς, αιτιολογημένα, κατά τα ανωτέρω, απερρίφθη ο ισχυρισμός, περί μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως και απαραδέκτου ασκήσεως της ποινικής διώξεως της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, αφού κατά τις παραδοχές αυτής η παθούσα Τ. Μ. του Β., είχε υποβάλει νομότυπα έγκληση, στις 19-12-2016, στο Α.Τ. Καλλιθέας, κατά της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης.

Εξάλλου, όσον αφορά τον δεύτερο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί παράνομης παράστασης της υποστηρίζουσας την κατηγορία, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως (τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους), ότι πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας: "εμφανίσθηκε η Ε.

Μ. του Α. και της Τ., που γεννήθηκε στο Μίνσκ Λευκορωσίας το 1962 και κατοικεί στην Καλλιθέα Αττικής, οδός ... και δήλωσε ότι παρίσταται στο παρόν Δικαστήριο κατά της προαναφερόμενης κατηγορούμενης για την υποστήριξη της κατηγορίας, ως εγγυτέρα συγγενής και κόρη της παθούσας και νυν θανούσας, Τ. Μ. Επίσης ανέφερε ότι για την παράσταση αυτή έχει κατατεθεί το εντός της δικογραφίας υπάρχον υπ' αριθμ. ...

ηλεκτρονικό παράβολο Δημοσίου και δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιό της, τον παρευρισκόμενο δικηγόρο Αθηνών... Κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκε αντίρρηση". Εξάλλου, από τα πρακτικά της με αριθμό ΣΤΜ 603/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό και τα οποία αναγνώστηκαν από το Δικαστήριο και στο δεύτερο βαθμό, προκύπτει ότι η ως άνω Ε.

Μ., θυγατέρα της ως άνω ήδη θανούσας, παρέστη προς υποστήριξη της κατηγορίας και στο πρωτοβάθμιο ως άνω δικαστήριο, και προσκόμισε ληξιαρχική πράξη θανάτου της μητέρας της, χωρίς να προβληθεί κατά της παραστάσεώς της αντίρρηση (βλ. σελ. 2 και 4 της πρωτόδικης αποφάσεως). Απορριπτέος επομένως, τυγχάνει ο σχετικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Α' ΚΠοινΔ, αφού η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, η οποία δεν στερήθηκε κανενός δικαιώματός της εξ αυτού του λόγου. Περαιτέρω, απαράδεκτος τυγχάνει, λόγω της παντελούς αοριστίας του, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αυτή μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης - έλλειψη νόμιμης βάσης, χωρίς όμως να προσδιορίζει, ποιες είναι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ποιες είναι οι νομικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της (ποίας) εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ούτε ποίες είναι οι ασάφειες ή αντιφάσεις ή τα λογικά κενά, στην ανωτέρω πληττόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 19/2001, ΑΠ 682/2019, ΑΠ 330/2019, ΑΠ 1233/2009).

Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω ελλείψεως ακροάσεώς της. Από τα επιτρεπτώς, όμως, επισκοπούμενα πρακτικά της συνεδρίασης του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε από το προαναφερόμενο δικαστήριο να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα παρεχόμενο σ' αυτήν από το νόμο και ότι το Δικαστήριο της το αρνήθηκε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί επί της σχετικής με την άσκηση του δικαιώματός της αυτού, αιτήσεώς της.

Η ειδικότερη αιτίαση, περί ελλειπούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του επικουρικώς υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού της και δη, περί ακυρότητος της ένορκης εξέτασης της μάρτυρα Τ. Μ. (θανούσας - εγκαλούσας), για το ότι αυτή, αν και γνώριζε άπταιστα ελληνικά, εν τούτοις κατέθεσε ενόρκως με διερμηνέα στις 19-12-2016, κατά παράβαση των άρθρων 233, 234 και 236 ΚΠοινΔ, η οποία (διερμηνέας) δεν προερχόταν από επίσημο πίνακα διερμηνέων, είχε δε και την ιδιότητα του μάρτυρα, αυτή (αιτίαση) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Τούτο δε διότι, το δικάσαν ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε ειδική υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική, του ως άνω επικουρικώς προβληθέντος ισχυρισμού της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, κρίση του, αφού ο διορισμός της ως άνω διερμηνέως έγινε νομίμως και συγκεκριμένα αυτεπαγγέλτως, στο στάδιο της προανάκρισης, από τους διενεργήσαντες την προανάκριση ανακριτικούς υπαλλήλους μετά από διαπίστωση άγνοιας της ελληνικής γλώσσας από την εγκαλούσα-παθούσα (ήδη θανούσα) Τ.

Μ., ενώ εξάλλου δεν συνέτρεχε κανένας λόγος αποκλεισμού της διορισθείσης διερμηνέως Μ. Β. του Θ., η οποία διερμήνευσε από την Ελληνική στη Ρωσσική γλώσσα, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα με διερμηνέα, ρητά αναγράφεται ότι η διερμηνέας "δεν υπάγεται σε καμία περίπτωση του άρθρου 234 ΚΠΔ".

Τέλος, όσον αφορά την επικαλούμενη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω της εξετάσεώς της (ως άνω διερμηνέως) απαραδέκτως, ως μάρτυρα στο πρωτόδικο δικαστήριο, αυτή είναι σχετική ακυρότητα, και επομένως, καλύφθηκε, δεδομένου ότι δεν προτάθηκε εγκαίρως στον πρώτο βαθμό (άρθρα 170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

Επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται στο σύνολό του και ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως. Κατόπιν τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Α', Ε' και Β' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-7-2023, αίτηση, της Z. M. του V. και της M., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ 716/2023 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ