Legislator Case Law & Legislation
521/2022 AI generated

Supreme Court allows partial appeal in labor dispute regarding abuse of termination and reinstatement.

Case Number 521/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor tribunal's decision to reinstate an employee and award back pay. The appellant argued the lower court erred in finding the termination abusive and failed to consider key facts from the initial complaint. The court agreed that the lower court misinterpreted the law regarding the employer's right to terminate and the irrelevance of the termination's cause, ordering a retrial on the abuse claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 535(1), 559(8), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court erred in interpreting the law regarding the abuse of termination, requiring a retrial on the specific contested issue while dismissing other grounds.

Keywords

AI generated
labor dispute abuse of termination reinstatement order partial appeal Code of Civil Procedure labor tribunal back pay award

Cited Legislation

AI generated
Article 535(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 521 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 521/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Σπυράτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" που έδρευε στον … … και εκπροσωπείτο νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/5/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1576/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3575/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/9/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 19 Σεπτεμβρίου 2019 και με αριθμό κατάθεσης 8587/813/20.9.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3575/24.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10.10.2017 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 582347/10.10.2017 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 505196/10.10.2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας με αριθ. 1576/15.9.2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσία η ως άνω έφεση και εξαφανίσθηκε η εν λόγω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 9.5.2016 και με αριθμό κατ. 17601/2016 αγωγή κατά την κύρια από την καταχρηστικότητα της καταγγελίας βάση αυτής και α) είχε κηρύξει άκυρη την από 12.2.2016 καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, β) υποχρέωσε την εναγομένη να επαναπροσλάβει τον ενάγοντα με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης, γ) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 17.568,28 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος 12.2.2016 έως 12.9.2016 και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει 22.587,75 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος 13.9.2016 έως 12.6.2017, δ) αναγνώρισε το δικαίωμα του ενάγοντος να λαμβάνει το μισθό του για όσο χρόνο η εναγομένη δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του και ε) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, 2.000 ευρώ.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ι)ως μη νόμιμη ως προς την κύρια και δεύτερη επικουρική της βάση και ιι) ως αόριστη κατά την πρώτη και τρίτη επικουρική της βάση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται όμως καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία.

Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016, που ισχύει από 20.1.2016) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (στο εξής: ΑναθΕΚΧ). Πράγματι, είναι αληθές ότι με το άρθρο 24 στοιχείο α' του ΑναθΕΚΧ αναγνωρίζεται "το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας".

Περαιτέρω, όμως, με το άρθρο 24 στοιχείο β` του ΑναθΕΚΧ, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο "το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται.

Η δε υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο αναγνωρίζεται από παλιά στο εσωτερικό δίκαιο (ν. 2112/1920, ν. 3198/1955, β.δ. 16/18.7.1920, σε συνδυασμό με ν. 3899/2010 και ν. 4093/2012) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού.

Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι` αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της ΑΚ 281, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζόμενου στο αρμόδιο δικαστήριο (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1512/2018).

Στοιχεία της αγωγής, που έχει ως αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 και 216 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, είναι η σύμβαση εργασίας, τα γεγονότα που επέφεραν την ακυρότητα της καταγγελίας και η υπερημερία του εναγομένου εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας που πρόσφερε ο ενάγων εργαζόμενος.

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρα 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ` όψη του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ` όψη του πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος (559 αριθμ. 8) έχει στόχο τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Με τον όρο "πράγματα", στο λόγο αυτό νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των "πραγμάτων" και, εάν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπ` όψη "πραγμάτων", που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει, εκτός από τον προσδιορισμό των πραγμάτων, που δεν λήφθηκαν υπ` όψη, να γίνεται επίκληση ότι τα πράγματα αυτά προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.

Εάν η κατάχρηση δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο δικαίωμα, που ασκείται, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά αποτελούν χωριστά "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. Η μη λήψη υπ` όψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, για παρά το νόμο μη λήψη υπ` όψη προταθέντων "πραγμάτων" - ισχυρισμών (ΑΠ 1152/2017). 3.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της από το παρόν δικαστήριο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή του, με βάση τους οποίους η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, είναι άκυρη, ως καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης, από 9.5.2016 αγωγής, ως διαδικαστικού εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι είναι διπλωματούχος Ηλεκτρονικός μηχανικός και στις 15.9.1983 προσλήφθηκε από την εταιρία "… ", η οποία στη συνέχεια στις 3.1.1990 απορροφήθηκε από την εταιρία "… ΑΕ", η οποία συγχωνεύτηκε με την εταιρία "…." και απάρτισαν από τις 2.1.2004 την εταιρία με την επωνυμία "…." και το διακριτικό τίτλο "….", η οποία στη συνέχεια διασπάστηκε με τη σύσταση δύο νέων ΑΕ κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 4237/2014, ήτοι της εταιρίας με την επωνυμία "…" και της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης η οποία τυγχάνει επιχείρηση κοινής ωφέλειας.

Ότι από της προσλήψεώς του στη δικαιοπάροχο εταιρία της εναγομένης, προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του στις θέσεις στις οποίες υπηρέτησε, ακόμη και μετά προηγηθείσα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία τελεσίδικα κρίθηκε άκυρη, με την υπ' αριθμ. 378/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επειδή οφείλονταν σε καθαρά πολιτικούς λόγους.

Ότι κατόπιν συντελεσθεισών εργασιακών μεταβολών, το έτος 2015 η διοίκηση της εναγομένης του ανέθεσε να συντάξει, με τη βοήθεια τριών επιτελικών συμβούλων, το στρατηγικό σχέδιο 2016-2020 της εταιρίας, καθώς και εργασία για τη μελέτη βιωσιμότητάς της. Ότι μετά την παράδοση στις 9.12.2015 της μελέτης βιωσιμότητας, η οποία απεικόνιζε την αληθινή και δυσάρεστη μελλοντική πορεία της εταιρίας, η στάση του Διευθύνοντος Συμβούλου Κ.

Χ. προς το πρόσωπό του, αλλά και προς τα μέλη της επιτροπής, άλλαξε επί το δυσμενέστερο, με προφανή αιτία το δυσάρεστο στη διοίκηση πόρισμα της επιτροπής, της οποίας ήταν επικεφαλής. Ότι παρά τις προφορικές διαβεβαιώσεις της διοίκησης ότι τίποτα δεν μείωσε τη μέχρι τότε επιδειχθείσα εμπιστοσύνη της εταιρίας προς το πρόσωπό του και την ανάθεση σε αυτόν, στις 11.1.2016 και της κατάρτισης του "Επιχειρησιακού Σχεδίου" της εταιρίας, αιφνιδίως στις 12.2.2016 του κοινοποιήθηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Ότι η καταγγελία αυτή είναι καταχρηστική και για το λόγο αυτό άκυρη, διότι υπαγορεύτηκε από κίνητρα ξένα προς το σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα και πιο συγκεκριμένα από λόγους εκδίκησης, εχθρότητας και εμπάθειας στο πρόσωπό του, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στη διοίκηση της εναγομένης, συμπεριφορά του.

Ότι, ειδικότερα, θεωρήθηκε από τη διοίκηση ότι α) η μελέτη βιωσιμότητας που αυτός συνέταξε με την συνεπικουρία των λοιπών μελών της επιτροπής έθιγε την καταλληλότητα και την επιχειρησιακή και επιχειρηματική επάρκεια της διοίκησης, β) η σύνταξη της ανωτέρω υπό την προεδρία του έκθεσης, είχε πολιτικά κίνητρα σχετιζόμενα με την πολιτική του τοποθέτηση σε χώρο πολιτικά αντίθετο από αυτόν, ο οποίος είχε διορίσει τη διοίκηση της εταιρίας, γ) η εκ μέρους της επιτροπής αληθινή απεικόνιση των οικονομικών και επιχειρησιακών δεδομένων της εταιρίας, αποτελεί υπόσκαψη της διοίκησης, πολιτικώς υποκινούμενη και δ) η ένταξή του σε πολιτικό χώρο, αντίθετο από αυτόν που είχε διορίσει τη διοίκηση της εταιρίας, δεν ήταν ανεκτή από τη διοίκηση της εναγομένης.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε α) να κηρυχθεί άκυρη η από 12.2.2016 καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον επαναπροσλάβει και να τον επανατοποθετήσει στην ίδια θέση ή σε άλλη ισόβαθμη ή ισότιμη θέση με ανάλογα καθήκοντα καθώς και να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του υπό το αυτό καθεστώς και με τους ίδιους όρους όπως και πριν την καταγγελία της εργασιακής του σχέσης, άλλως και σε περίπτωση άρνησής της να καταδικαστεί να του καταβάλει ως χρηματική ποινή το ποσό των 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 17.568,28 ευρώ που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12.2.2016 έως 12.9.2016 νομιμοτόκως από την αρχή του επόμενου μήνα κατά τον οποίο κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 22.587,75 ευρώ που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 13.9.2016 έως 12.6.2017 νομιμοτόκως από την αρχή του επόμενου μήνα κατά τον οποίο κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ε) να αναγνωριστεί το δικαίωμά του να λαμβάνει το μισθό του για όσο χρόνο η εναγομένη δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του υπό το αυτό καθεστώς και με τους ίδιους όρους όπως και πριν την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης και στ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή στηριζόμενη σε ακυρότητα της από 12.2.2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, από λόγους εκδικητικότητας, εχθρότητας και εμπάθειας της διοίκησης της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος εξ αιτίας του ότι αυτός αφενός μεν συνέταξε τη μη αρεστή στη διοίκηση μελέτη βιωσιμότητας της εναγομένης, αφετέρου δε έχει τοποθέτηση σε πολιτικό χώρο αντίθετο με αυτόν που διόρισε τη διοίκηση της εταιρίας, η οποία (διοίκηση) θεώρησε ότι η σύνταξη της μελέτης αυτής ήταν πολιτικά υποκινούμενη, ήταν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη.

Τα ανωτέρω στοιχεία ήταν αρκετά για την κατά νόμο θεμελίωση της αγωγής στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 174, 180, 349, 350 και 656 του ΑΚ και 7 του Ν. 2112/1920. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι ". . . απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι ο πρώτος λόγος ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας που επικαλείται ο ενάγων, ήτοι η ανυπαρξία ουσιαστικού και βάσιμου λόγου για την απόλυσή του.

Συγκεκριμένα, όπως ομολογεί ο ίδιος με την ένδικη αγωγή του, συνδέθηκε με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, η τελευταία δικαιούνταν να την καταγγείλει αναιτιωδώς οποτεδήποτε, ήτοι χωρίς καν λόγο και πάντως χωρίς σπουδαίο λόγο, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της.

Συνεπώς, το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, το δε αναίτιο δεν κάμπτεται ούτε από το άρθρο 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς το αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας της από 12.2.2016 καταγγελίας και στη συνέχεια αναγνώρισε την ακυρότητα αυτής ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, υποχρεώνοντας την εναγομένη να επαναπροσλάβει τον ενάγοντα και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του επιδικάζοντας συγχρόνως αποδοχές υπερημερίας, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για το λόγο αυτό, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής ασκήσεώς της και αφού το παρόν δικαστήριο κρατήσει και δικάσει την αγωγή κατά το εν λόγω αίτημα (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να την απορρίψει ως μη νόμιμη, ακόμη και χωρίς ειδικό παράπονο δεδομένου ότι με την κρινόμενη έφεση η εκκαλούσα - εναγομένη ζητά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης".

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που αναφέρονταν έστω και συνοπτικά στην αγωγή, κατά τα προαναφερόμενα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού καθιστούσαν αυτή τόσο ορισμένη όσο και νομικά βάσιμη. Όλα τα ως άνω αναγκαία περιστατικά αναφέρονταν στην αγωγή και η περαιτέρω ανάλυσή τους με την παράθεση λεπτομερειών παραδεκτώς έγινε με τις προτάσεις του ενάγοντος στον πρώτο βαθμό (άρθρο 224 του ΚΠολΔ).

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 11 και 19 του ιδίου άρθρου, που ο αναιρεσείων επίσης επικαλείται με τον λόγο αυτό, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, και κατά συνέπεια δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 3575/24.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ