Legislator Case Law & Legislation
521/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against auto damage verdict, remanding case for retrial on driver liability.

Case Number 521/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of the appeal filed by the supplementary fund against the Athens Court of Appeal's judgment. The court found the lower court failed to examine the appellant's evidence regarding the unknown vehicle's driver liability, which was crucial for the case's outcome. Consequently, the appeal was accepted, the judgment set aside, and the case remanded for a new substantive trial on the liability issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 495, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The court must accept an appeal ground that excludes the examination of other grounds, remanding the case for a new substantive trial when the lower court failed to consider essential evidence regarding liability.

Keywords

AI generated
appeal admissibility unknown vehicle liability remittal for retrial exclusion of other grounds substantive trial remand civil procedure code driver fault determination

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 521 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 521/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Δ. Κ., 2) Σ. Κ. του Δ., 3) Κ. Κ. του Δ., κατοίκων …, 4) Β. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 5) Δ. Μ., κατοίκου ... και 6) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ Γ.Α.Ε. ΑΕ" και ήδη "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η, 2η και 3ος παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευσταθία Κριεμάδη, οι 4ος και 5ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βαρουτά και η 6η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2003 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων (ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τότε τέκνων της Σ. Κ. και Κ. Κ. - ήδη 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 29-5-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4783/2003 εν μέρει οριστική και 4910/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9993/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν το Επικουρικό Κεφάλαιο με την από 11-4-2006 αίτησή του και οι 4ος, 5ος και 6η των ήδη αναιρεσιβλήτων με την από 26-4-2006 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1295/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5865/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-11-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου διάβασε την άνευ ημερομηνία εισήγησή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου εξ αυτών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29-11-2013 (αρ. κατ.850/2013) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 5865/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 11-5-2003 με αρ. κατάθεσης 78193/4468/2003 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, Α.

Κ., ενεργώντας ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των τότε ανηλίκων τέκνων της Σ. Κ. και Κ. Κ. στρεφόμενη κατά των Β. Κ., Δ. Μ., της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Φοίνιξ Γ.Α.Ε Α.Ε. ήδη GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ( ήδη τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων) και του ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων (ήδη αναιρεσείοντος) ισχυρίστηκε, ότι την 5-7-2002 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τρίτη εναγόμενη και άγνωστος οδηγός οδηγώντας άγνωστο αυτοκίνητο προκάλεσαν τροχαίο ατύχημα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, οφειλόμενο σε συγκλίνουσα αμέλεια τους με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα Δ.

Κ., ο οποίος επέβαινε στο πρώτο αυτοκίνητο. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημιάς και ηθικής βλάβης που η ίδια και τα τέκνα της υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του Δ.

Κ.. Επί της αγωγής αυτής η οποία συνεκδικάστηκε με την από 29-5-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, με την οποία το τελευταίο ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι ( τρεις πρώτοι εναγόμενοι στην κύρια αγωγή) υποχρεούνται να του καταβάλουν κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πρώτου από αυτούς στο ένδικο ατύχημα οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί το ίδιο να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα για τις ανωτέρω αιτίες, εκδόθηκε αρχικά η με αρ. 4783/2003 εν μέρει οριστική απόφαση και ακολούθως η με αρ. 4910/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι οποίες δέχτηκαν μερικά την κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγή.

Μετά από άσκηση εφέσεων κατά των παραπάνω αποφάσεων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε από το τελευταίο η με αρ. 9993/2005 απόφαση του με την οποία απορρίφτηκαν οι ασκηθείσες εφέσεις. Στην συνέχεια κατά της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε α) από το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων η από 11-4-2006 αίτηση αναίρεσης και β) από τον Β.

Κ., Δ. Μ. και την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Φοίνιξ Γ.Α.Ε Α.Ε. ήδη GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ η από 26-4-2006 αίτηση αναίρεσης. Επί των αναιρέσεων αυτών εκδόθηκε η με αρ. 1295/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η με αρ.9993/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Με την από 25-9-2009 κλήση του νομικού προσώπου με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914,297,298,300 και 330 ΑΚ και 12 και 19 ν.2696/1999 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 5865/2010 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης: "Στις 5-7-2002 και περί ώρα 15.30' ο πρώτος, εναγόμενος Β.

Κ.. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορία; … ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου, στο οποίο συνεπέβαινε ως συνοδηγός ο Δ. Κ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, έβαινε στην περιοχή του Π. Φαλήρου και επί της Λεωφόρου Αμφιθέας με κατεύθυνση από παραλία προ;

Λεωφόρο Συγγρού, κινούμενος στη αριστερή Λωρίδα κυκλοφορίας. Η ως άνω Λεωφόρος είναι διπλής κατευθύνσεως με δυο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δυο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται μεταξύ τους με τσιμεντένια νησίδα πλάτους 1.20 μ και ύψους 0.25-0.30 μ. το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32) σε 60 χλμ ώρα.

Στην ίδια οδό και με την ίδια κατεύθυνση, έμπροσθεν και δεξιά του ως άνω αυτοκινήτου, εκινείτο ένα ΙΧΕ- αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, αγνώστου αριθμού κυκλοφορία;, οδηγούμενο από άγνωστο οδηγό, ο οποίος, φθάνοντας στο ύψος τη; διασταύρωσης της ως άνω Λεωφόρου με την οδό Υγείας, επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά για να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο ο ως άνω Β.

Κ.. Ο τελευταίος ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, λόγω όμως τη; υπερβολικής ταχύτητας με την οποία εκινείτο έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να ανέλθει στη διαχωριστική νησίδα και να προσκρούσει με σφοδρότητα με το δεξιό τμήμα του οχήματος του στο ευρισκόμενο επί της διαχωριστικής νησίδας στύλο της ΔΕΗ όπου αποκολλήθηκε η δεξιά εμπρόσθια πόρτα του αυτοκινήτου, ακολούθως δε να κατέλθει από τη διαχωριστική νησίδα και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και ακινητοποιήθηκε με μέτωπο προς την παραλία.

Συνεπεία του ένδικου τροχαίου ατυχήματος τραυματίσθηκε θανάσιμα ο συνεπιβαίνων στο ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο Δ. Κ., υποστάς βαρύτατες κακώσεις κεφαλή, Θώρακος και κοιλίας. Το ανωτέρω άγνωστο αυτοκίνητο, καθώς και ο οδηγός αυτού δεν κατέστη δυνατόν να ανεβρεθούν παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν τόσο οι εναγόμενοι όσο και τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του AT Φαλήρου.

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των οδηγών αμφοτέρων των εμπλεκόμενων οχημάτων, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός οδηγός.

Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός. Β. Κ.. δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του. ώστε να μπορεί με ασφάλεια σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε τη ταχύτητα του οχήματος του κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, αλλά αντίθετα οδηγούσε με ταχύτητα τουλάχιστον 80χλμ/ώρα που υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη των 60 χλμ/ώρα.

όπως τούτο καθίσταται σαφές από τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης, με την οδική δε αυτή συμπεριφορά του παραβίασε τις από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ 1. 19 παρ. 1 και 2 και 20 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του και έγινε έτσι πρόξενος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, υφισταμένης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ανωτέρω παραβάσεων και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος.

Ο άγνωστος οδηγός, εξάλλου. δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του. ώστε να μπορεί με ασφάλεια σε κάθε στιγμή να εκτελεί του, απαιτούμενους χειρισμούς, προτιθέμενος δε να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο η παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και μάλιστα του πρώτου εναγόμενου που εκινείτο όπισθεν και αριστερά του, ούτε κατέστησε γνωστή την πρόθεση του αυτή με τους δείκτες κατεύθυνσης του οχήματος του.

με την οδική δε αυτή συμπεριφορά του παραβίασε τις από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του. υφισταμένης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ανωτέρω παραβάσεων και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος. Ενόψει των ανωτέρω, το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος κάθε οδηγού πρέπει να καθοριστεί σε 30% για τον πρώτο εναγόμενο και σε 70% για τον άγνωστο οδηγό.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε ότι συνυπαίτιοι του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι οι οδηγοί αμφοτέρων των εμπλεκομένων οχημάτων κατά ποσοστό 20% ο πρώτος εναγόμενος και 80% ο άγνωστος οδηγός, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο εκάστης των εφέσεών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και όχι πλήρεις αιτιολογίες σχετικά το κρίσιμο για την υπόθεση ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα αν και δέχεται ότι το άγνωστο αυτοκίνητο κινείτο έμπροσθεν και δεξιά του με αρ. …. ΙΧΦ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν προσδιορίζει το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού επί του οποίου κινούντο τα δύο οχήματα στο σημείο εκείνο ,ούτε την ακριβή θέση αυτών στο οδόστρωμα και ιδίως αν το άγνωστο αυτοκίνητο κινείτο εξ ολοκλήρου εντός της δεξιάς λωρίδας.

Ακόμη δεν προσδιορίζει την απόσταση μεταξύ των δύο αυτοκινήτων κατά την στιγμή κατά την οποία ο οδηγός του άγνωστου αυτοκινήτου επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά ούτε την ταχύτητα με την οποία κινείτο αυτό (άγνωστα αυτοκίνητο), ούτε αν ο προς τα αριστερά αυτός ελιγμός ήταν αιφνίδιος ή μη, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν το άγνωστο αυτοκίνητο, εν όψει και των ισχυρισμών του Επικουρικού Κεφαλαίου περί μη εμπλοκής στο ατύχημα αγνώστου αυτοκινήτου, πράγματι κινείτο στο σημείο και συνετέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα αποκλείοντας με την κίνηση του την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο τέταρτος αναιρεσίβλητος και περαιτέρω να ελεγχθεί αναιρετικώς η ορθότητα εφαρμογής των μνημονευομένων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουσιαστικών διατάξεων αναφορικά με το κρίσιμο για την διάγνωση της διαφοράς ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη του οδηγού του αγνώστου αυτοκινήτου.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις αυτές και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 11γ αρθ 559 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον, αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή του, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, σε αυτό (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Στη συνέχεια η πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δικ., ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετ' αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1295/2009 αποφάσεώς του. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από την διάταξη αυτή υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5865/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, η οποία θα προσδιοριστεί ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Διατάζει την επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος παραβόλου.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων(3.000)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ