Legislator Case Law & Legislation
521/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final appeal decision on property dispute due to procedural inadmissibility and lack of reviewable errors.

Case Number 521/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by K. D. X. and I. D. X. against the final appeal decision of the Lamia Single Court of Appeal regarding a property dispute. The appellants argued for a retrial based on alleged procedural errors and witness perjury, while the appellees, including heirs and spouses, contended the lower court correctly evaluated evidence. The court ruled that the appeal was procedurally inadmissible as it failed to cite specific reviewable errors under the Code of Civil Procedure and that the lower court's assessment of evidence is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 495, 561, 564, 559, 250 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to cite specific reviewable errors under Art. 559, and the appellate court's evaluation of evidence and facts is not subject to review by the Supreme Court.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility reviewable errors evidence evaluation perjury appeal property dispute costs award procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 250 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 521 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 521/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Δ. Χ., και 2. Ι. Δ. Χ., κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κάρφη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1.Δ. χήρας Ι. Σ. κατοίκου …, 2.Ν. Ι. Σ., κατοίκου … , 3. Σ. Ι. Σ., κατοίκου … , ως κληρονόμων απάντων του Ι. Σ. , 4.Φ. χας Α. Σ., κατοίκου …. , 5.Σ. συζ. Σ. Σ. , το γένος Α. Σ., κατοίκου … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Γκαρίλα.

Στο σημείο αυτό ο ως άνω πληρεξούσιος, δήλωσε ότι διορθώνει στο σημείωμα που έχει υποβάλει, το μικρό όνομα του 1ου των αναιρεσειόντων, όπως αναλυτικότερα αναφέρεται με το από 16-9-2019 συμπληρωματικό σημείωμά του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 52/2016 μη οριστική, 1/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 30-3-2018 (με αριθμ. καταθ. 3/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 1/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία επί διαφοράς σχετικής με εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔ 60ήμερης προθεσμίας από την επίδοσή της (που έγινε στις 6-3-2018, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση επί κυρωμένου αντιγράφου αυτής της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου … Καρπενησίου Σ. Α., ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 2-4-2018). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 35 παρ. 2 και 45 του ν. 4446/2016 και ισχύει από 23/1/2017. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν απορρίφθηκαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων (εναγομένων στην ένδικη από 12-7-2010 αγωγή) κατά της με αριθμ. 132/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και αναγνωρίστηκαν αυτοί ως συγκύριοι του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου.

Συνεπώς, είναι πρόδηλο ότι οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, ως ηττηθέντες στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, νομιμοποιούνται, κατ' άρθρο 556 του ΚΠολΔ, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 και 577 του ιδίου ως άνω Κώδικα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με την οποία συμπροσβάλλεται και η μη οριστική απόφαση 52/2016 του αυτού ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 553 παρ. 2 ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως. Επίσης, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί νομικής και ποσοτικής αοριστίας της ένδικης αγωγής, που συνίσταται στην ελλιπή περιγραφή του επίδικου ακινήτου, καθώς και του τρόπου κτήσεως της κυριότητας επ' αυτού των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) δια κληρονομικής διαδοχής, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής είχε προταθεί από τους αναιρεσείοντες - εναγομένους και, μάλιστα, νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής αναφέρονται σ' αυτήν τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1094, 1193, 1198 και 1846 του ΑΚ στοιχεία για τη θεμελίωση, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, του επικαλούμενου παράγωγου (κληρονομική διαδοχή) τρόπου κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) δηλαδή, η αποδοχή με συμβολαιογραφική πράξη της κληρονομίας και η μεταγραφή αυτής, ενώ περιγράφεται με σαφήνεια το επίδικο ακίνητο κατά θέση, έκταση και όρια, εμφαινόμενο με λεπτομέρεια στο προσαρτώμενο στην αγωγή από Νοέμβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.

Π. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε το συναφή λόγο έφεσης δεν υπέπεσε στις πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες. 3. Με τους δεύτερο, τέταρτο, κατά το β' σκέλος αυτού, και πέμπτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων (ενόρκων βεβαιώσεων, μαρτυρικών καταθέσεων, εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και συμβολαιογραφικών εγγράφων).

Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, μεταξύ των οποίων είναι και το περιεχόμενο των αποδείξεων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

4. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν το σκεπτικό της με αριθμ. 79/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ευρυτανίας, με την οποία καταδικάστηκαν για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα οι 1) Α. Σ. και 2) Ν. Σ. (δεύτερος αναιρεσίβλητος), χωρίς όμως να προβάλλουν οιανδήποτε αναιρετική πλημμέλεια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

5. Κατά το άρθρο 250 του ΚΠολΔ, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης έως ότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Η διαταγή αναστολής της δίκης για τους λόγους που αναφέρονται στην ως άνω διάταξη απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και η απόφασή του περί αναστολής της δίκης ή μη δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Συνεπώς, η αιτίαση ότι έπρεπε να αναβληθεί η συζήτηση της εφέσεως από το Εφετείο που δίκασε, λόγω εκκρεμούς ποινικής δίκης για ψευδορκία μάρτυρα, που επηρεάζει τη μεταξύ των διαδίκων διαφορά, πρέπει, διατυπούμενη ως τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης (χωρίς, μάλιστα, αναφορά σε κάποια από τις οριζόμενες στο άρθ. 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες) να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2018 αίτηση για αναίρεση της 1/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ